Ουγγαρία: Έξτρα φορολογία στους υπερπλούσιους ανοίγει νέα συζήτηση στην Ευρώπη

Η Ουγγαρία ετοιμάζεται να φορολογήσει εξτρά από το 2027 έως 1,5% τις μεγάλες περιουσίες, πέραν της ισχύουσας φορολογικής κλίμακας

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Πέτερ Μαγιάρ © EPA/OLIVIER MATTHYS

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Πέτερ Μαγιάρ ανακοίνωσε ότι από την 1η Ιανουαρίου 2027 θα επιβληθεί ετήσιος φόρος 1% στο τμήμα της περιουσίας που υπερβαίνει το 1 δισ. φιορίνια, περίπου 3,1 εκατ. δολάρια.

Για περιουσίες άνω των 100 δισ. φιορινιών, περίπου 308 εκατ. δολάρια, ο συντελεστής θα αυξάνεται στο 1,5%.

Ο φόρος θα αφορά ένα ευρύ φάσμα περιουσιακών στοιχείων, από ακίνητα και επενδύσεις έως εταιρικές συμμετοχές, ακόμη και περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό ή έχει μεταβιβαστεί σε εταιρείες διαχείρισης περιουσίας. Τα δάνεια θα μπορούν να αφαιρούνται από τη φορολογητέα βάση.

Η απόφαση του Πέτερ Μαγιάρ έχει και ισχυρή πολιτική διάσταση. Ο νέος πρωθυπουργός είχε δεσμευτεί προεκλογικά να αυξήσει τη συνεισφορά των πλουσιότερων πολιτών, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Προηγήθηκε η Γαλλία στο φόρο υπερπλουσίων

Η Ουγγαρία, ωστόσο, δεν αποτελεί εξαίρεση στην Ευρώπη. Αντίθετα, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου επανέρχεται δυναμικά στην πολιτική ατζέντα, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο της σχετικής συζήτησης.

Στη Γαλλία, ο παραδοσιακός φόρος μεγάλης περιουσίας καταργήθηκε το 2018 και αντικαταστάθηκε από φόρο στην ακίνητη περιουσία, με συντελεστές που φτάνουν έως το 1,5% για καθαρή ακίνητη περιουσία άνω των 1,3 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, όμως, το Παρίσι συζητά νέες λύσεις για τη φορολόγηση των υπερπλούσιων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση του οικονομολόγου Γκαμπριέλ Ζούκμαν για ετήσιο φόρο 2% στην περιουσία των δισεκατομμυριούχων.

Η πρόταση έχει τροφοδοτήσει μια ευρύτερη συζήτηση στη Γαλλία για το κατά πόσο οι πολύ πλούσιοι καταβάλλουν αναλογικά λιγότερους φόρους από τους υπόλοιπους φορολογουμένους.

Διαφορετική εικόνα από χώρα σε χώρα

Η εικόνα στην Ευρώπη είναι πάντως διαφορετική από χώρα σε χώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Tax Foundation για το 2026, καθαρό φόρο συνολικής περιουσίας εφαρμόζουν σήμερα η Νορβηγία, η Ισπανία και η Ελβετία.

Στη Νορβηγία ο φόρος ανέρχεται στο 1% για καθαρή περιουσία πάνω από περίπου 1,9 εκατ. νορβηγικές κορώνες, ενώ για περιουσίες άνω των 21,5 εκατ. κορωνών ο συνολικός συντελεστής φτάνει το 1,1%.

Η Ισπανία εφαρμόζει προοδευτικό φόρο περιουσίας με συντελεστές που μπορούν να φτάσουν το 3,5%, ενώ από το 2022 υπάρχει και ειδικός φόρος αλληλεγγύης για μεγάλες περιουσίες, με συντελεστές από 1,7% έως 3,5% για καθαρά περιουσιακά στοιχεία άνω των 3 εκατ. ευρώ.

Η Ελβετία εφαρμόζει επίσης φόρο καθαρής περιουσίας ανά επαρχία, με τους συντελεστές και τα αφορολόγητα όρια να διαφέρουν ανά καντόνι.

Έτσι, η ουγγρική απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά νέες πηγές εσόδων και ταυτόχρονα προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη ανισότητα πλούτου.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο αν πρέπει να φορολογείται περισσότερο το εισόδημα των πλουσίων, αλλά επεκτείνεται στο ίδιο το απόθεμα του πλούτου τους.

Μια ευρύτερη τάση φυγής

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Ουγγαρία θα αποτελέσει εξαίρεση ή αν θα ενισχύσει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση. Η Γαλλία, η Ισπανία και άλλες χώρες δείχνουν ότι η φορολόγηση των υπερπλούσιων επιστρέφει στο προσκήνιο, ενώ το παράδειγμα της Νορβηγίας και της Ελβετίας δείχνει ότι τέτοιοι φόροι μπορούν να αποτελέσουν μόνιμο μέρος του φορολογικού συστήματος.

Την ίδια ώρα, η εμπειρία χωρών που έχουν ήδη επιβάλει φόρους μεγάλης περιουσίας αναδεικνύει και το αντίθετο επιχείρημα: τον κίνδυνο φυγής στο εξωτερικό μέσω μεταφοράς κεφαλαίων και φορολογικών κατοικιών.

Η Γαλλία, για παράδειγμα, κατέγραψε καθαρή απώλεια περίπου 800 εκατομμυριούχων το 2025, αν και ο αριθμός παραμένει μικρός σε σχέση με τα περίπου 2,4 εκατομμύρια εκατομμυριούχων που ζουν στη χώρα.

Η μάχη για τη φορολόγηση του πλούτου, επομένως, μόλις ανοίγει έναν νέο κύκλο στην Ευρώπη: περισσότερα έσοδα και μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη από τη μία, αλλά και ο φόβος ότι τα μεγαλύτερα κεφάλαια μπορούν να μετακινηθούν ταχύτερα από τις φορολογικές πολιτικές που τα στοχεύουν.