Η πορεία του Μάρκο Ρούμπιο αποτυπώνει τη μεταμόρφωση ενός πρώην αντιπάλου του Ντόναλντ Τραμπ, σε βασικό εκτελεστή της πολιτικής του ως παγκόσμιος απεσταλμένος, μεταφέροντας τις επιθυμίες του προέδρου σε όλο τον κόσμο, ακόμη και όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση με τις προηγούμενες πεποιθήσεις του.
Από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έως τον Λευκό Οίκο, συγκεντρώνει εξουσία και αυξάνει τις πιθανότητες για πρωταγωνιστικό ρόλο στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα στη μάχη διαδοχής μπροστά στις επόμενες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 2028, δείχνοντας το μέλλον της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, βρέθηκε στην Αθήνα για τον 6ο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ. Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, η ενέργεια και οι περιφερειακές γεωπολιτικές ισορροπίες αποκτούν αυξημένη σημασία, με την ελληνική κυβέρνηση να αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στις επαφές του Αμερικανού υπουργού, σε νέες συμφωνίες και στη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Για την ελληνική κυβέρνηση, βασικός στόχος είναι η περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου της ως αξιόπιστου εταίρου των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αμυντική συνεργασία και η βάση της Σούδας, αλλά και η ενεργειακή στρατηγική: ο Κάθετος Διάδρομος για τη μεταφορά LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, οι έρευνες υδρογονανθράκων, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου και το σχήμα «3+1» Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ.
Και πράγματι, στις συναντήσεις και στις δηλώσεις του στην Αθήνα στάθηκε ιδιαίτερα στην ενέργεια και στον Κάθετο Διάδρομο, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες επιδιώκουν την ανάπτυξη ασφαλών εφοδιαστικών αλυσίδων και ότι η εν λόγω ενεργειακή διαδρομή έχει αναδείξει την Ελλάδα σε κόμβο για τη μεταφορά αμερικανικού LNG προς την ευρύτερη περιοχή.
Πριν από την Αθήνα, ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε την Ισλανδία, ενισχύοντας το μήνυμα της Ουάσιγκτον για στενότερη συνεργασία σε ασφάλεια και άμυνα. Από το Ρέικιαβικ, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών τόνισε τη στρατηγική σημασία της χώρας λόγω της γεωγραφικής της θέσης, υπογραμμίζοντας ότι ΗΠΑ και Ισλανδία εξετάζουν τρόπους διεύρυνσης της συνεργασίας τους με φόντο την Αρκτική.
Η επίσκεψη περιλάμβανε συναντήσεις με την υπουργό Εξωτερικών Θόργκερντουρ Κατρίν Γκουναρσντότιρ και την πρωθυπουργό Κριστρύν Φροσταδότιρ, ενώ ιδιαίτερο συμβολισμό είχε η παρουσία του Ρούμπιο στο Χόφντι Χάουζ, όπου το 1986 πραγματοποιήθηκε η ιστορική συνάντηση Ρόναλντ Ρέιγκαν–Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Η Ισλανδία, ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ χωρίς δικές της ένοπλες δυνάμεις, παραμένει σημαντικός εταίρος για την αμερικανική ασφάλεια στον Βόρειο Ατλαντικό.
Μετά την Ελλάδα, ο Ρούμπιο θα μεταβεί στην Πορτογαλία, ολοκληρώνοντας μια περιοδεία με έντονο ευρωπαϊκό και στρατηγικό αποτύπωμα, με μια ομιλία του στην Πνύκα που έβαλε στο επίκεντρο το μέλλον των δυτικών δημοκρατιών και τις κοινές αξίες Ευρώπης–ΗΠΑ.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υποδέχεται τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο (Δ), κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στα Σπάτα, παρουσία και της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ©ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΕΣΙΔΗΣ
Μάρκο Ρούμπιο: Από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στον στενό κύκλο του Τραμπ
Ο Ρούμπιο δείχνει να ξεδιπλώνει τη δυναμική του. Είναι ο πρώτος άνθρωπος μετά τον Κίσινγκερ, επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον, που κατέχει ταυτόχρονα τις θέσεις του υπουργού Εξωτερικών και του συμβούλου εθνικής ασφάλειας του προέδρου. Ο δεύτερος ρόλος τού προσφέρει ένα ιδιαίτερα σημαντικό προνόμιο: ένα γραφείο πολύ κοντά στο Οβάλ Γραφείο, ώστε να μπορεί να βρίσκεται δίπλα στον Τραμπ όταν εκείνος τον χρειάζετα, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg.
Σύμφωνα με στελέχη του Λευκού Οίκου, σε μια τυπική εβδομάδα ο Ρούμπιο περνά στο προεδρικό συγκρότημα περισσότερες ώρες από οποιοδήποτε άλλο μέλος του υπουργικού συμβουλίου. Η φυσική εγγύτητα με τον πρόεδρο έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Στην κυβέρνηση Τραμπ, το να βρίσκεται κανείς μέσα στο δωμάτιο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις θεωρείται βασική προϋπόθεση για να έχει πραγματική επιρροή. Ο πρόεδρος μπορεί από τη μία ημέρα στην άλλη να επιτεθεί σε έναν σύμμαχο, να προσεγγίσει έναν αντίπαλο, να απειλήσει με πόλεμο ή να ακυρώσει μια πολιτική που μέχρι τότε θεωρούνταν δεδομένη.
Ο Ρούμπιο έχει φροντίσει να μην αιφνιδιάζεται. Από το γραφείο του στη Δυτική Πτέρυγα μπορεί να έχει άμεση εικόνα για το κλίμα στον Λευκό Οίκο, να συνομιλεί με την προσωπάρχη του προέδρου Σούζι Γουάιλς και να βρίσκεται σε στενή επαφή με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς. Οι δύο άνδρες υπήρξαν συνάδελφοι στη Γερουσία, διατηρούν στενή προσωπική σχέση και θεωρούνται πιθανοί αντίπαλοι για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2028.
Ο Ρούμπιο έχει τοποθετήσει επίσης δύο στενούς συνεργάτες του σε καίριες θέσεις στη Δυτική Πτέρυγα. Ακόμη και η δραστηριότητα του Τραμπ στο Truth Social αποτελεί για τον ίδιο έναν καθημερινό δείκτη του προεδρικού κλίματος.
Η σχέση αυτή είναι εντυπωσιακή αν αναλογιστεί κανείς από πού ξεκίνησε. Όταν οι δύο άνδρες διεκδικούσαν το ρεπουμπλικανικό χρίσμα πριν από μία δεκαετία, ο Ρούμπιο είχε χαρακτηρίσει τον Τραμπ «απατεώνα» και τον πιο χυδαίο άνθρωπο που είχε επιχειρήσει να γίνει πρόεδρος. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, τον είχε αποκαλέσει «μικρό Μάρκο» και είχε υποστηρίξει ότι δεν θα του εμπιστευόταν ούτε τη διοίκηση μιας μικρής εταιρείας.
Σήμερα, ο ίδιος πρόεδρος τον αντιμετωπίζει ως έναν από τους πιο αξιόπιστους και αποτελεσματικούς συνεργάτες του. Ο Ρούμπιο έχει κερδίσει αυτή την εμπιστοσύνη υιοθετώντας μια εξαιρετικά πειθαρχημένη πολιτική στάση. Στις συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου κάθεται δίπλα στον Τραμπ και τον επαινεί δημόσια. Παράλληλα, οι δύο άνδρες έχουν αναπτύξει και μια πιο προσωπική σχέση, συζητώντας μεταξύ άλλων για το αμερικανικό ποδόσφαιρο και την πυγμαχία.
Η στρατηγική απέδωσε. Εκεί όπου κάποτε ο Τραμπ έβλεπε έναν πολιτικό αντίπαλο, σήμερα βλέπει έναν υπουργό που μπορεί να διαχειρίζεται πολλά διαφορετικά μέτωπα ταυτόχρονα.
Μάρκο Ρούμπιο: Η προσαρμογή στις πολιτικές Τραμπ
Η πολιτική μεταμόρφωση του Ρούμπιο έχει, ωστόσο, ένα σημαντικό κόστος: για να παραμείνει κοντά στον πρόεδρο χρειάστηκε να εγκαταλείψει ή να αναπροσαρμόσει αρκετές από τις θέσεις που είχε υπερασπιστεί επί χρόνια.
Ως γερουσιαστής ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας και της πολιτικής προστασίας μεταναστών που εγκατέλειπαν αυταρχικά καθεστώτα. Σήμερα εφαρμόζει μια πολιτική που περιορίζει δραστικά την αμερικανική βοήθεια και ενισχύει τις απελάσεις.
Η μετατόπιση είναι ακόμη πιο εμφανής στην εξωτερική πολιτική. Στη Γερουσία ο Ρούμπιο είχε υιοθετήσει σκληρή γραμμή απέναντι στην Κίνα, την οποία χαρακτήριζε ολοκληρωτικό καθεστώς που είχε ενισχύσει τη διεθνή θέση του μέσω εξαπάτησης και αθέμιτων πρακτικών. Παράλληλα, θεωρούσε το ΝΑΤΟ θεμελιώδες στρατηγικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα.
Ως υπουργός Εξωτερικών, όμως, υπερασπίζεται τις πρωτοβουλίες του Τραμπ απέναντι στον Σι Τζινπίνγκ και υιοθετεί μεγάλο μέρος της κριτικής του προέδρου προς τους Ευρωπαίους συμμάχους. Έχει παραμείνει στο πλευρό του Τραμπ ακόμη και όταν ο πρόεδρος έχει επαινέσει τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν ή έχει συγκρουστεί δημόσια με παραδοσιακούς συμμάχους.
Ο ίδιος εξηγεί ότι ο ρόλος του έχει αλλάξει. Ως γερουσιαστής, υποστηρίζει, εκπροσωπούσε τους ψηφοφόρους της Φλόριντα. Ως υπουργός Εξωτερικών, είναι μέλος μιας κυβέρνησης με συγκεκριμένη πολιτική εντολή και έχει καθήκον να συμβουλεύει τον πρόεδρο, αλλά τελικά να εφαρμόζει τις αποφάσεις του.
Η λογική αυτή βρίσκεται πίσω από μερικές από τις πιο αμφιλεγόμενες επιλογές του, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg.
Ο Ρούμπιο διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην πολιτική πίεσης προς τη Βενεζουέλα και στην επιχείρηση που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο. Παράλληλα, έχει αναλάβει σημαντικό μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης να πιέσει το καθεστώς της Κούβας, ένα ζήτημα που έχει ιδιαίτερη προσωπική σημασία για τον ίδιο ως γιο Κουβανών μεταναστών.
Αντίθετα, στο μέτωπο του Ιράν έχει κρατήσει χαμηλότερο προφίλ. Ο Τζέι Ντι Βανς και ο ίδιος ο Τραμπ έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας υπεράσπισης της αμερικανικής στρατιωτικής πολιτικής, ενώ ο Ρούμπιο έχει επικεντρωθεί περισσότερο στις παρασκηνιακές επαφές με συμμάχους και στη διαχείριση των διπλωματικών συνεπειών.
Η στάση αυτή δεν σημαίνει ότι έχει εγκαταλείψει πλήρως τις παλαιότερες απόψεις του. Πρόσωπα που γνωρίζουν τη λειτουργία της κυβέρνησης υποστηρίζουν στο Bloomberg ότι σε κλειστές συσκέψεις ο Ρούμπιο εκφράζει τις αντιρρήσεις του και επιχειρεί να επηρεάσει τον πρόεδρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται να έχει λειτουργήσει ως παράγοντας μετριασμού, μεταξύ άλλων σε ζητήματα που αφορούν τη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Όμως οι παρεμβάσεις του γίνονται κυρίως «στο περιθώριο», όπως επισημαίνουν επικριτές του. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση της Ουκρανίας. Ο Ρούμπιο είχε υπάρξει ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της αμερικανικής στήριξης προς το Κίεβο. Όταν ο Τραμπ και ο Βανς συγκρούστηκαν δημόσια με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο, ο Ρούμπιο παρέμεινε σιωπηλός και στη συνέχεια υιοθέτησε τη βασική γραμμή του προέδρου.
Η εικόνα του σκυθρωπού Ρούμπιο καθισμένου δίπλα στον Βανς έγινε σύμβολο της νέας του πολιτικής θέσης. Αργότερα, οι συνεργάτες του Λευκού Οίκου τού χάρισαν, μάλιστα, ένα κάδρο με τα διαδικτυακά memes που είχαν δημιουργηθεί από τη συγκεκριμένη φωτογραφία.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι θεωρεί ότι υπάρχει μια λογική εξήγηση. Ο υπουργός οφείλει να δίνει στον πρόεδρο ειλικρινή συμβουλή, ακόμη και όταν διαφωνεί μαζί του. Από τη στιγμή, όμως, που λαμβάνεται μια απόφαση, έχει δύο επιλογές: είτε να εφαρμόσει την προεδρική πολιτική είτε να αποχωρήσει. Ο Ρούμπιο επέλεξε να μείνει.

Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς (αριστερά) και ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο (δεξιά) ακούνε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να μιλάει στο Οβάλ Γραφείο, μετά τη συνάντηση με εκπροσώπους του Λιβάνου και του Ισραήλ © EPA/WILL OLIVER
Βενεζουέλα, Κούβα, μεταναστευτικό και η νέα αμερικανική ισχύς
Η αλλαγή πολιτικής δεν περιορίζεται στη διπλωματία. Ως επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Ρούμπιο βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της αναδιάρθρωσης της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας.
Όταν ανέλαβε την εποπτεία της USAID (U.S. Agency for International Development – Αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης), δηλαδή η ομοσπονδιακή υπηρεσία των ΗΠΑ που διαχειριζόταν μεγάλο μέρος της αμερικανικής αναπτυξιακής και ανθρωπιστικής βοήθειας στο εξωτερικό, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ήδη αποφασίσει να περιορίσει δραστικά τη δραστηριότητά της, με αιχμή τη Γάζα. Ο Ρούμπιο μονιμοποίησε στη συνέχεια την αναστολή μεγάλου μέρους της αμερικανικής βοήθειας, ακυρώνοντας το 83% των προγραμμάτων της υπηρεσίας, μεταξύ άλλων σε τομείς όπως η πρόληψη του HIV, η καταπολέμηση της παιδικής πείνας και της ελονοσίας.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νέο μοντέλο είναι πιο αποτελεσματικό, επειδή συνδέει την αμερικανική χρηματοδότηση με συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τις χώρες-αποδέκτες. Αντί να διοχετεύονται κονδύλια μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων, η Ουάσιγκτον επιδιώκει ολοένα περισσότερο να διαπραγματεύεται απευθείας με κυβερνήσεις.
Ο Ρούμπιο υποστηρίζει ότι ο στόχος είναι οι χώρες να αποκτήσουν, σε βάθος χρόνου, τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν μόνες τους τα προβλήματά τους. Οι επικριτές του, ωστόσο, προειδοποιούν ότι οι περικοπές έχουν ήδη σοβαρές ανθρωπιστικές συνέπειες.
Παράλληλα, ο Ρούμπιο έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ, σύμφωνα με το Bloomberg. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει διαπραγματευτεί με χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και της Αφρικής για την αποδοχή απελαθέντων από τις ΗΠΑ. Περισσότεροι από 25.000 άνθρωποι έχουν, σύμφωνα με οργανώσεις που παρακολουθούν την πολιτική των απελάσεων, μεταφερθεί σε τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων στη Ρουάντα, το Νότιο Σουδάν και την Ουγκάντα.
Η πολιτική αυτή εμπεριέχει και δόση ιρωνίας στην περίπτωση των Κουβανών μεταναστών. Πολλοί από όσους αντιμετωπίζουν πλέον απέλαση αναζήτησαν στις ΗΠΑ την ίδια ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή που είχαν αναζητήσει και οι γονείς του Ρούμπιο όταν εγκατέλειψαν την Κούβα. Ο ίδιος, ωστόσο, επιμένει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να λειτουργούν ως καταφύγιο για κάθε άνθρωπο που αντιμετωπίζει προβλήματα στη χώρα του.

Ντόναλντ Τραμπ και Μάρκο Ρούμπιο παρακολουθούν τη σύλληψη Μαδούρο στη Βενεζουέλα © EPA/WHITE HOUSE PRESS OFFICE HANDOUT
Στη Βενεζουέλα, η νέα αμερικανική πολιτική συνδυάζει την αλλαγή καθεστώτος με οικονομικά συμφέροντα. Μετά την πτώση του Μαδούρο, ο Τραμπ ανέθεσε στον Ρούμπιο την εποπτεία της μεταβατικής κυβέρνησης της Ντέλσι Ροντρίγκες. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε συμφωνία που δίνει σε αμερικανικά συμφέροντα πρόσβαση σε σημαντικά πετρελαϊκά κοιτάσματα της χώρας.
Ο Ρούμπιο χαρακτήρισε τη συμφωνία για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας μεγάλη επιτυχία τόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και για τον λαό της Βενεζουέλας. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει την οικονομική πίεση στην Αβάνα, με τον Ρούμπιο να έχει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί, ωστόσο, ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της πολιτικής του διαδρομής. Ως νεαρός πολιτικός στη Φλόριντα, ο Ρούμπιο είχε οικοδομήσει την ταυτότητά του πάνω στην παραδοσιακή αμερικανική ισχύ, στον αντικομμουνισμό και στη στενή σχέση των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους. Μεγάλωσε στο Μαϊάμι, σε μια κοινότητα Κουβανών εξορίστων για την οποία η αμερικανική εξωτερική πολιτική αποτελούσε ζήτημα άμεσης προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας. Σπούδασε νομικά και μπήκε νωρίς στην πολιτική, εξελισσόμενος γρήγορα σε ένα από τα ανερχόμενα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Η πτώση του Μαδούρο έχει επηρεάσει και την Κούβα, η οποία εξαρτιόταν επί χρόνια από επιδοτούμενο πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει πλέον να εντείνει την οικονομική πίεση στην Αβάνα, με τον Ρούμπιο να υποστηρίζει μια στρατηγική σταδιακής οικονομικής ασφυξίας του καθεστώτος. Η προσέγγιση αυτή έχει ενισχύσει τη θέση του στον σκληρό πυρήνα του MAGA, αλλά έχει επίσης προκαλέσει ανησυχίες για τις ανθρωπιστικές συνέπειες.
Το πολιτικό μέλλον του Ρούμπιο στην αμερικανική σκηνή
Η εντυπωσιακότερη εξέλιξη, ωστόσο, αφορά το πολιτικό μέλλον του ίδιου του Ρούμπιο. Η παρουσία του στον Λευκό Οίκο, η ανάληψη ολοένα περισσότερων αρμοδιοτήτων και η σχέση εμπιστοσύνης με τον Τραμπ έχουν ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον ισχυρών Ρεπουμπλικανών δωρητών. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο Ρούμπιο μπορεί να αποτελέσει μια γέφυρα ανάμεσα στο MAGA και στο παραδοσιακό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ο επιχειρηματίας Κεν Γκρίφιν, ένας από τους σημαντικότερους χρηματοδότες των Ρεπουμπλικανών, έχει δηλώσει ότι θα προτιμούσε τον Ρούμπιο από τον Βανς. Και στην Ουάσιγκτον αυξάνονται οι συζητήσεις για το ποιος από τους δύο θα μπορούσε να κληρονομήσει την πολιτική επιρροή του Τραμπ.
Ο ίδιος ο Ρούμπιο αποφεύγει συστηματικά να μιλήσει για το 2028. Υποστηρίζει ότι οι δύο κυβερνητικοί του ρόλοι απαιτούν όλο τον χρόνο του και ότι δεν διαθέτει περιθώριο για πολιτικές συζητήσεις που αφορούν την επόμενη προεδρική εκλογή.
Παράλληλα, όμως, συνεργάτες του έχουν διερευνήσει το ενδεχόμενο αποχώρησής του από την κυβέρνηση και τον κατάλληλο χρόνο για μια τέτοια κίνηση. Το επιχείρημα όσων τον συμβουλεύουν να φύγει νωρίτερα είναι ότι ο Τραμπ έχει ιστορικό να απομακρύνεται από στενούς συνεργάτες του όταν αλλάζει γνώμη γι’ αυτούς. Ο Ρούμπιο διαψεύδει ότι έγιναν τέτοιες συζητήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική του θέση σήμερα είναι πολύ ισχυρότερη από εκείνη που πολλοί ανέμεναν όταν ανέλαβε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μετά το σκάνδαλο Signalgate, που οδήγησε στην απομάκρυνση του Μάικ Γουόλτς, ο Ρούμπιο ανέλαβε και τη θέση του συμβούλου εθνικής ασφάλειας. Ακολούθησαν και άλλες αρμοδιότητες, μεταξύ αυτών ακόμη και η προσωρινή ηγεσία της Εθνικής Υπηρεσίας Αρχείων.
Η συγκέντρωση εξουσίας γύρω από το πρόσωπό του έχει ενισχύσει την εικόνα του ως ενός από τους πιο αποτελεσματικούς ανθρώπους της κυβέρνησης.
Το 2010 εξελέγη στη Γερουσία, έχοντας συνδεθεί με το Tea Party, το κίνημα που προηγήθηκε πολιτικά του MAGA. Το 2013 έγινε γνωστός για την προσπάθειά του να προωθήσει μια ευρεία μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας νομιμοποίησης εκατομμυρίων μεταναστών χωρίς έγγραφα. Η προσπάθεια κατέρρευσε όταν αντιμετώπισε την αντίδραση των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Το 2016 επιχείρησε να γίνει πρόεδρος, αλλά ηττήθηκε από τον Τραμπ. Αντί να συνεχίσει τη σύγκρουση, επέλεξε να αποκαταστήσει τη σχέση μαζί του. Έγινε ένας από τους πιο ενεργούς υποστηρικτές μιας σκληρής πολιτικής απέναντι στη Βενεζουέλα και υπέρ της αμερικανικής παρουσίας στη Λατινική Αμερική.
Το 2024 έφτασε πολύ κοντά στην επιλογή του ως αντιπροέδρου. Τελικά ο Τραμπ προτίμησε τον Βανς, θεωρώντας ότι ο τελευταίος εξέφραζε πιο καθαρά το νέο πολιτικό ύφος του MAGA.
Το υπουργείο Εξωτερικών αποτέλεσε για τον Ρούμπιο το εναλλακτικό μονοπάτι προς την κορυφή. Το ερώτημα σήμερα είναι αν θα παραμείνει πιστός σε αυτόν τον ρόλο μέχρι το τέλος της προεδρίας Τραμπ ή αν θα επιδιώξει να αποστασιοποιηθεί εγκαίρως, ώστε να διεκδικήσει τη δική του πολιτική ταυτότητα, υπογραμμίζουν αναλυτές στο Bloomberg.
Οι μέχρι τώρα επιλογές του δείχνουν ότι δεν επιδιώκει ανοιχτή ρήξη με τον Τραμπ. Αντίθετα, έχει αποδεχθεί ότι η διατήρηση της πρόσβασης στην εξουσία απαιτεί πολιτική προσαρμογή. Έχει αναλάβει να μεταφράζει τις πιο αιχμηρές δηλώσεις του προέδρου σε διπλωματική γλώσσα και να παρουσιάζει τις αμφιλεγόμενες επιλογές της κυβέρνησης με τρόπο που να μπορούν να υποστηριχθούν διεθνώς.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί αποκλειστικά ως εκτελεστής των προεδρικών αποφάσεων. Η στάση του απέναντι στη Ρωσία, οι προσπάθειές του να καθησυχάσει συμμάχους μετά τις απειλές του Τραμπ για τη Γροιλανδία, αλλά και ορισμένες παρεμβάσεις του στο ζήτημα του Ιράν δείχνουν ότι εξακολουθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιχειρεί να διατηρήσει στοιχεία της παραδοσιακής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η επιρροή του, όμως, ασκείται κυρίως στο παρασκήνιο και μέσα στα όρια που θέτει ο ίδιος ο πρόεδρος.
Η διπλή του ιδιότητα —ως υπουργού Εξωτερικών και συμβούλου εθνικής ασφάλειας— τον έχει καταστήσει ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της αμερικανικής κυβέρνησης. Μέσα από τους δύο αυτούς ρόλους έχει βρεθεί στο κέντρο κρίσεων που αφορούν τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική, την Κίνα, την Ευρώπη και το μεταναστευτικό, ενώ έχει αποκτήσει άμεση και καθημερινή πρόσβαση στον Τραμπ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μάρκο Ρούμπιο © EPA/AARON SCHWARTZ / POOL
Αυτή ακριβώς η θέση τον έχει φέρει στο επίκεντρο και της συζήτησης για τη διαδοχή του προέδρου. Ο Τραμπ θεωρεί τον Ρούμπιο και τον Τζέι Ντι Βανς τους δύο βασικούς πιθανούς διαδόχους του για τις εκλογές του 2028. Σε δείπνο στον Λευκό Οίκο, μάλιστα, έθεσε ανοιχτά το ερώτημα στους παριστάμενους για το ποιον από τους δύο θα προτιμούσαν, προκαλώντας χειροκροτήματα και για τους δύο.
Για τον Ρούμπιο, η πρόκληση είναι πλέον να αξιοποιήσει τη θέση που έχει αποκτήσει χωρίς να εμφανιστεί ότι αμφισβητεί τον Τραμπ. Η πολιτική του πορεία δείχνει ότι γνωρίζει πως, στο σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, οποιαδήποτε προσπάθεια διαδοχής πρέπει πρώτα να περάσει από την αποδοχή του MAGA. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει, όταν έρθει η ώρα, να μετατρέψει αυτή τη σχέση εξάρτησης σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο.
Παράλληλα, έχει διατηρήσει ορισμένα περιθώρια προσωπικής επιρροής. Η στάση του απέναντι στη Ρωσία, η προσπάθεια να καθησυχάσει συμμάχους μετά τις απειλές του Τραμπ για τη Γροιλανδία και ορισμένες παρεμβάσεις του στο ζήτημα του Ιράν δείχνουν ότι δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός μετάδοσης των προεδρικών αποφάσεων.
Η Ευρώπη, ωστόσο, έχει ήδη καταλήξει σε ένα βασικό συμπέρασμα: ακόμη και όταν ο Ρούμπιο επιχειρεί να διατηρήσει στοιχεία της παραδοσιακής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η τελική απόφαση ανήκει στον Τραμπ.
Αυτό είναι και το μεγάλο πολιτικό στοίχημα του Ρούμπιο. Αν επιλέξει να παραμείνει μέχρι τέλους, θα έχει αποκτήσει μια σπάνια εμπειρία άσκησης εξουσίας σε δύο από τα σημαντικότερα κέντρα της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας. Θα έχει διαχειριστεί κρίσεις στη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική, την Κίνα, την Ευρώπη και το μεταναστευτικό και θα έχει αποκτήσει άμεση πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει αποφάσεις ο Τραμπ.
Αν, αντίθετα, αποχωρήσει πριν από το τέλος της προεδρικής θητείας, θα μπορούσε να επιχειρήσει να προστατεύσει την πολιτική του ταυτότητα και να προετοιμαστεί για μια νέα φάση.
Το δίλημμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Οι ψηφοφόροι του MAGA θέλουν έναν διάδοχο που δεν θα απομακρυνθεί από την κληρονομιά του Τραμπ, ενώ ένα τμήμα των Ρεπουμπλικανών δωρητών αναζητά έναν υποψήφιο που θα μπορούσε να επαναφέρει στο κόμμα μια πιο παραδοσιακή συντηρητική φυσιογνωμία.
Ο Ρούμπιο βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου συναντώνται αυτές οι δύο ανάγκες. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι βλέπει τον Ρούμπιο και τον Βανς ως τους δύο βασικούς υποψήφιους για τη διαδοχή του. Σε δείπνο στον Λευκό Οίκο, μάλιστα, έθεσε ανοιχτά το ερώτημα στους παριστάμενους, ζητώντας να επιλέξουν ανάμεσα στους δύο. Το αποτέλεσμα έδειξε ισχυρή υποστήριξη και για τον Ρούμπιο.
Για πολλούς Ρεπουμπλικανούς, ο Ρούμπιο έχει ένα πλεονέκτημα: διαθέτει μακρά πολιτική διαδρομή, εμπειρία σε θέματα εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων και καλύτερη πρόσβαση σε παραδοσιακούς χρηματοδότες του κόμματος. Υπάρχει, όμως, και ένα όριο.
Ο Ρούμπιο δεν μπορεί να επιστρέψει απλώς στον πολιτικό κόσμο πριν από τον Τραμπ. Το MAGA έχει αλλάξει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και, μαζί του, έχει αλλάξει και τον ίδιο. Η σημερινή του πολιτική ταυτότητα είναι αποτέλεσμα αυτής της μεταμόρφωσης.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Ρούμπιο παραμένει ο ίδιος πολιτικός που ήταν πριν από δέκα χρόνια. Δεν είναι. Το ερώτημα είναι αν η σημερινή του προσαρμογή θα του επιτρέψει να γίνει ο πολιτικός που θα μπορεί να ενώσει το MAGA με το ευρύτερο εκλογικό σώμα όταν έρθει η ώρα της επόμενης προεδρικής μάχης.
Προς το παρόν, ο ίδιος επιμένει ότι δεν σκέφτεται την προεδρία. Η πολιτική ιστορία του, όμως, δείχνει ότι ο Μάρκο Ρούμπιο γνωρίζει πολύ καλά πως οι μεγαλύτερες ευκαιρίες στην Ουάσιγκτον συχνά προκύπτουν από θέσεις που αρχικά μοιάζουν με συμβιβασμό. Το υπουργείο Εξωτερικών ήταν για εκείνον μια τέτοια θέση. Σήμερα, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα εφαλτήρια της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.
Το αν θα το χρησιμοποιήσει για να παραμείνει ο στενότερος συνεργάτης του Τραμπ ή για να διεκδικήσει τη δική του θέση στη μετα-Τραμπ εποχή είναι το μεγάλο πολιτικό στοίχημα των επόμενων ετών.

Ντόναλντ Τραμπ και Μάρκο Ρούμπιο © EPA/CRISTOBAL HERRERA-ULASHKEVICH
Η MAGA επιρροή στην Ευρώπη και τα όριά της
Η ρωσική επιρροή στην Ευρώπη βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της συζήτησης για την ασφάλεια και την πολιτική σταθερότητα της ηπείρου. Την ίδια ώρα, όμως, ενισχύεται ένας διαφορετικός εξωτερικός παράγοντας: η αμερικανική Δεξιά του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία μετά την επιστροφή του στην προεδρία επιχειρεί να ενισχύσει τα λαϊκιστικά και εθνικιστικά κόμματα της Ευρώπης, σημειώνουν αναλυτές στη Les Echos.
Η επιρροή του κινήματος MAGA («Make America Great Again»), που κινείται μεταξύ ριζοσπαστικού συντηρητισμού και πολιτικού αντιφιλελευθερισμού, εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Συντηρητικά think tanks, κοινωνικά δίκτυα και πολιτικές παρεμβάσεις από την Ουάσιγκτον λειτουργούν συμπληρωματικά, ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις Αμερικανών αξιωματούχων υπέρ συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων προσδίδουν μεγαλύτερη διεθνή προβολή σε κόμματα που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στο περιθώριο.
Η νέα αμερικανική στρατηγική ασφαλείας περιγράφει μια Ευρώπη που, σύμφωνα με την κυβέρνηση Τραμπ, αντιμετωπίζει «πολιτισμική διάβρωση» εξαιτίας της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Παράλληλα με το «America First», η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι επιδιώκει να συμβάλει στην αλλαγή της ευρωπαϊκής πορείας και να ενισχύσει τις «πατριωτικές» πολιτικές δυνάμεις της ηπείρου.
Η αμερικανική παρέμβαση έγινε ιδιαίτερα εμφανής στη Γερμανία. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς εξέφρασε ανοιχτά τη στήριξή του στην Αλίς Βάιντελ, υποψήφια της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), επιλέγοντας μάλιστα να συναντηθεί μαζί της κατά την επίσκεψή του στο Μόναχο.
Την ίδια στιγμή, ο Έλον Μασκ και η πλατφόρμα X έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό δίαυλο διάδοσης των θέσεων της MAGA. Η δημόσια υποστήριξη του Μασκ προς την AfD και η συνέντευξη που παραχώρησε στη Βάιντελ μέσω της πλατφόρμας έδωσαν στο κόμμα πρόσβαση σε ένα τεράστιο διεθνές ακροατήριο.
Από τη Γερμανία στη Γαλλία – Ο ρόλος του Ρόυμπιο και τα όρια της επιρροής
Η αμερικανική επιρροή δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Αντίστοιχες κινήσεις έχουν καταγραφεί στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, αλλά και στη Γαλλία, όπου το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής Δεξιάς αυξάνεται ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών, σύμφωνα με αναλυτές στη Les Echos.
Δημοσιεύματα έχουν καταγράψει επαφές μεταξύ στελεχών του Εθνικού Συναγερμού και Αμερικανών αξιωματούχων. Ο σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Σάμιουελ Σάμσον έχει εμφανιστεί ως ένας από τους ανθρώπους που επιδιώκουν να καλλιεργήσουν σχέσεις της Ουάσιγκτον με ευρωπαϊκές ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις.
Ωστόσο, η αμερικανική στήριξη δεν αποτελεί απαραίτητα εκλογικό πλεονέκτημα. Η εμπειρία της Ουγγαρίας είναι χαρακτηριστική: παρά την ανοιχτή υποστήριξη του Τζέι Ντι Βανς προς τον Βίκτορ Όρμπαν, η παρέμβαση δεν στάθηκε αρκετή για να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο Ρόυμπιο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Ευρώπη. Η δράση της κυβέρνησης Τραμπ δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει μόνο να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αλλά και να διαμορφώσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα διεξάγονται οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Παρά τη δυναμική αυτή, η επιρροή της MAGA έχει σαφή όρια. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν μετακινείται αυτόματα υπέρ ενός κόμματος επειδή αυτό διαθέτει την υποστήριξη της Ουάσιγκτον, λένε αναλυτές στη Les Echos, ενώ η αμερικανική παρέμβαση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει αντισυσπειρώσεις.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η MAGA μπορεί να επηρεάσει την ευρωπαϊκή πολιτική — αυτό ήδη συμβαίνει. Είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η επιρροή χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση των ίδιων των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
