Πού μπορεί να φτάσει η νέα πυρκαγιά στη Μέση Ανατολή που ανάβουν οι Χούθι

Γιατί οι Χούθι είναι τόσο δύσκολο να νικηθούν. Το δίλημμα εμπλοκής Τραμπ ενόψει εκλογών, το «σύμφωνο της Μέκκας» και ο κίνδυνος διεύρυνσης του πολέμου

Mέλη του λαϊκού στρατού των Χούθι παρελαύνουν κατά τη διάρκεια παρέλασης στην επαρχία Αμράν της Υεμένης © EPA, OSAMAH YAHYA

Η αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη φέρνει ξανά τη Σαουδική Αραβία αντιμέτωπη με τους Χούθι  με πολύνεκρες επιθέσεις και απειλεί κρίσιμες πετρελαϊκές και εμπορικές υποδομές. Το Ριάντ ενεργοποιεί τη συμφωνία με Πακιστάν και Τουρκία, αναζητώντας νέα ισορροπία στην περιοχή και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δέχεται πιέσεις να επέμβουν στρατιωτικά οι ΗΠΑ, αν και κάτι τέτοιο δείχνει απίθανο έως τις ενδιάμεσες εκλογές στις 3 Νοεμβρίου

Το Σάββατο τουλάχιστον 12 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 309 τραυματίστηκαν σε επίθεση στο διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ, στη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, ενώ σταμάτησε να λειτουργεί το Διεθνές Αεροδρόμιο «Βασιλιάς Χαλίντ». Μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται τέσσερις Σαουδάραβες, δύο άνθρωποι από το Μπανγκλαντές και από έναν νεκρό μετρούν ΗΠΑ, Ιορδανία, Παλαιστίνη, Συρία, Σουδάν και Αίγυπτο, όπως επιβεβαίωσε η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας.

Ήταν η πιο θανατηφόρα επίθεση στο βασίλειο εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία. Το πλήγμα σημειώνεται εν μέσω κλιμάκωσης του πολέμου στην Υεμένη, όπου οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι συγκρούονται με δυνάμεις που πρόσκεινται στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση. Η Σαουδική Αραβία διεξάγει αεροπορικές επιχειρήσεις υπέρ των κυβερνητικών δυνάμεων, σε μια σύγκρουση που αποκτά ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις.

Οι Χούθι απειλούν όλα τα αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας και αυξάνονται οι φόβοι για νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και εμπλοκή των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήρισε την επίθεση «τρομερή» και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άμεσης αμερικανικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις κατά των Χούθι. Όπως δήλωσε, η Ουάσιγκτον εξετάζει τις επιλογές της και θα αποφασίσει σύντομα, ενώ προανήγγειλε επικοινωνία με τον de facto ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, επιβεβαίωσε ότι μεταξύ των νεκρών βρίσκεται Αμερικανός πολίτης, καταδικάζοντας τις επιθέσεις και εκφράζοντας τη στήριξη της Ουάσιγκτον προς το Ριάντ.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε σήμερα την πολύνεκρη επίθεση των ανταρτών Χούθι της Υεμένης κατά του αεροδρομίου του Ριάντ «επικίνδυνη κλιμάκωση» και δήλωσε ότι η οργάνωση αυτή που υποστηρίζεται από το Ιράν πρέπει να σταματήσει τα πλήγματά της κατά μη στρατιωτικών στόχων.

«Οι επιθέσεις αυτές που διεξάγονται από βοηθητικές ομάδες του Ιράν οδηγούν την περιοχή σε ένα κύκλο βίας. Αυτές αποσταθεροποιούν υποδομές που είναι βασικές στις παγκόσμιες μεταφορές και στον ενεργειακό εφοδιασμό, προκαλώντας κύματα σοκ σε όλον τον κόσμο. Οι πολύνεκρες αυτές επιθέσεις κατά αμάχων πρέπει να σταματήσουν αμέσως», δήλωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζει την «αλληλεγγύη της στη Σαουδική Αραβία».

Κλιμακώνεται η σύγκρουση με τους Χούθι – Το δίλημμα εμπλοκής Τραμπ

Η εξέλιξη εντείνει την αβεβαιότητα για την πορεία της περιφερειακής σύγκρουσης. Παρότι ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτεθούν στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, επικαλούμενος παράλληλα παραγωγικές συνομιλίες με την Τεχεράνη, η νέα επίθεση δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην αμερικανική στρατηγική.

Η πιθανότητα διεύρυνσης της στρατιωτικής εμπλοκής απειλεί να περιπλέξει τις διπλωματικές προσπάθειες και να αναζωπυρώσει την ανησυχία στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, καθώς η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τις τιμές του πετρελαίου.

Πριν μερικές ημέρες, πάνω από 270 μαχητές των κυβερνητικών δυνάμεων της Υεμένης και του κινήματος των Χούθι έχουν σκοτωθεί, καθώς οι συγκρούσεις κλιμακώνονται σε πολλά μέτωπα. Με τη στήριξη της σαουδαραβικής αεροπορίας, οι δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης εξαπέλυσαν μεγάλη αντεπίθεση, με στόχο να ανακαταλάβουν εδάφη που είχαν περάσει υπό τον έλεγχο των ανταρτών από τον Σεπτέμβριο.

Οι σημαντικότερες χερσαίες επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, κοντά στα στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, αλλά και γύρω από την Ταΐζ, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Και οι δύο πλευρές κάνουν λόγο για εκατοντάδες τραυματίες.

Η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών συμπίπτει με την αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων της Υεμένης, οι οποίες υποστηρίζονται από σαουδαραβικά μαχητικά αεροσκάφη. Οι επιχειρήσεις επικεντρώνονται σε περιοχές κοντά στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, στρατηγικό πέρασμα στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, από το οποίο διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Η συμμαχία υπό τη Σαουδική Αραβία υποστηρίζει ότι ανακατέλαβε το λιμάνι της Μόχα και έπληξε δεκάδες στρατιωτικούς στόχους των Χούθι.

Παρά τις απώλειες, οι αντάρτες διατηρούν σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες, διαθέτοντας βαλλιστικούς πυραύλους ιρανικού σχεδιασμού και μη επανδρωμένα αεροσκάφη χαμηλού κόστους. Η εμπειρία προηγούμενων εκστρατειών δείχνει ότι η αεροπορική υπεροχή δεν αρκεί για να εξουδετερώσει μια οργάνωση που έχει αναπτύξει δικά της δίκτυα εξοπλισμού και επιχειρησιακής υποστήριξης.

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, η κρίση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα. Η Ουάσιγκτον περιορίζεται μέχρι στιγμής στην ανταλλαγή πληροφοριών, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής συμμετοχής. Ωστόσο, επιδιώκει να αποφύγει ευρύτερη σύγκρουση με το Ιράν ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ο θάνατος Αμερικανού πολίτη στην επίθεση του Σαββάτου εντείνει τις πιέσεις για ισχυρότερη αντίδραση.

Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία αναζητά μεγαλύτερη υποστήριξη από τους νέους αμυντικούς εταίρους της, την Τουρκία και το Πακιστάν. Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας που υπέγραψαν τον Αύγουστο αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία, αν και η Άγκυρα έχει αποκλείσει τη συμμετοχή της σε επιθετικές επιχειρήσεις κατά των Χούθι.

Οι επιθέσεις προκαλούν ήδη οικονομικές επιπτώσεις. Επιχειρηματικές εκδηλώσεις επηρεάζονται, ενώ στελέχη μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών αποσύρθηκαν από διεθνές συνέδριο που επρόκειτο να αρχίσει στο Ριάντ. Την ίδια στιγμή, το αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και η προβλεπόμενη συρρίκνωση της οικονομίας κατά 3,6% φέτος εντείνουν την ανάγκη προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν το Ριάντ θα επιλέξει την περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση ή θα αναζητήσει διπλωματική διέξοδο. Μια ευρύτερη σύγκρουση θα μπορούσε να απειλήσει την περιφερειακή ασφάλεια, τις ενεργειακές αγορές και τις εμπορικές διαδρομές διεθνούς σημασίας.

Χούθι: Η αντεπίθεση της Σαουδικής Αραβίας και το «σύμφωνο της Μέκκας»

Η στρατιωτική κλιμάκωση συνέπεσε με την πρώτη ενεργοποίηση της αμυντικής συμφωνίας που υπέγραψαν τον Αύγουστο η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία. Το λεγόμενο «σύμφωνο της Μέκκας» προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός από τα μέλη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το Ριάντ δέχεται επιθέσεις από δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν, μεταξύ των οποίων οι Χούθι.

Σε έκτακτη συνάντηση των τριών χωρών στο Ριάντ, αποφασίστηκε η ενεργοποίηση του μηχανισμού αμοιβαίας άμυνας και η «ταχεία ανάπτυξη» πακιστανικών και τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων και δυνατοτήτων στη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο κάθε χώρας.

Την παροχή στρατιωτικής υποστήριξης στη Σαουδική Αραβία, κυρίως στους τομείς της αεροπορικής άμυνας και του ηλεκτρονικού πολέμου, εξετάζει η Τουρκία σε συνεργασία με το Πακιστάν, όπως ανακοίνωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν. Διευκρίνισε ότι η συνεργασία έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα και δεν προβλέπει αποστολή τουρκικών στρατευμάτων για επιθετικές επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες.

Ο Φιντάν ανέφερε ότι η έκτακτη συνάντηση στην οποία συμμετείχε είχε ως βασικό αντικείμενο τις επιθέσεις που έχει δεχθεί η Σαουδική Αραβία, καθώς και τη λήψη αποφάσεων για την οργάνωση και τη λειτουργία του νέου πλαισίου συνεργασίας.

Ωστόσο, η τουρκική συμμετοχή παραμένει περιορισμένη από μια κρίσιμη θεσμική εκκρεμότητα: το τουρκικό κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη συμφωνία και, βάσει του Συντάγματος, η Άγκυρα δεν μπορεί να αναπτύξει χερσαίες δυνάμεις πριν από την επικύρωση. Ως εκ τούτου, η τουρκική συνεισφορά ενδέχεται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να αφορά περισσότερο στρατιωτικές δυνατότητες παρά την αποστολή μάχιμων μονάδων.

Το Πακιστάν, από την πλευρά του, δεν έχει δημοσιοποιήσει λεπτομέρειες για την ανάπτυξη δυνάμεών του, επικαλούμενο επιχειρησιακή εμπιστευτικότητα. Οι δύο χώρες, πάντως, διαθέτουν ήδη στενούς αμυντικούς δεσμούς. Το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ έχουν υφιστάμενη διμερή αμυντική συμφωνία, ενώ το Πακιστάν είχε αναπτύξει στη Σαουδική Αραβία μαχητικά αεροσκάφη, μοίρες και συστοιχία αεράμυνας.

Το μέγεθος της νέας ανάπτυξης παραμένει άγνωστο. Θεωρητικά, τα τρία κράτη διαθέτουν συνολικά περίπου 1,14 εκατ. ενεργό στρατιωτικό προσωπικό, ενώ η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ. Ωστόσο, η επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα διαφορετικών ενόπλων δυνάμεων είναι δύσκολη, ιδιαίτερα εν μέσω ενεργού πολέμου.

Γιατί οι Χούθι είναι τόσο δύσκολο να νικηθούν

Η σημερινή αναμέτρηση δεν είναι μια νέα σύγκρουση, αλλά η επιστροφή ενός πολέμου που είχε παραμείνει σε σχετική ύφεση για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Οι Χούθι, γνωστοί επισήμως ως Ανσάρ Αλλάχ, προέρχονται από τη βορειοδυτική επαρχία Σαάντα και ανήκουν στη ζαϊντική παράδοση του σιιτικού Ισλάμ, την οποία ακολουθεί περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της Υεμένης.

Το κίνημα εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990 και εξεγέρθηκε επανειλημμένα εναντίον της κυβέρνησης. Η κατάληψη της πρωτεύουσας Σαναά το 2014 πυροδότησε τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος εξακολουθεί να διαιρεί τη χώρα. Οι αντάρτες ελέγχουν σήμερα περιοχές όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Υεμένης.

Η Σαουδική Αραβία επενέβη στρατιωτικά το 2015, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Παρά τους πολυετείς βομβαρδισμούς, οι Χούθι παρέμειναν ισχυροί και απέκτησαν τη δυνατότητα να πλήττουν όχι μόνο στρατιωτικούς στόχους αλλά και υποδομές εντός της Σαουδικής Αραβίας.

Μια εκεχειρία με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών περιόρισε σημαντικά τις διασυνοριακές επιθέσεις. Παρότι έληξε επίσημα έξι μήνες αργότερα, η εύθραυστη ηρεμία διατηρήθηκε για αρκετά χρόνια. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ξανά όταν η Σαουδική Αραβία έπληξε το αεροδρόμιο της Σαναά, εμποδίζοντας αεροσκάφος που μετέφερε αντιπροσωπεία των Χούθι να προσγειωθεί.

Ακολούθησαν επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον στόχων στη νότια Σαουδική Αραβία, ενώ οι αντάρτες ανακοίνωσαν ακόμη και «ναυτικό αποκλεισμό» προειδοποιώντας εμπορικά πλοία που χρησιμοποιούν σαουδαραβικά λιμάνια. Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν οι Χούθι προχώρησαν προς τα νότια και ενίσχυσαν τον έλεγχό τους στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και στην περιοχή του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

Η εξέλιξη αυτή εξηγεί και την ένταση της σημερινής σαουδαραβικής αντεπίθεσης. Κυβερνητικές δυνάμεις υποστηρίζουν ότι ανακατέλαβαν περιοχές κοντά στα στρατηγικά στενά, μεταξύ άλλων το λιμάνι Μόκα, ενώ η σαουδαραβική αεροπορία παρέχει εκτεταμένη υποστήριξη από αέρος.

Παράλληλα, το Ριάντ ανακοίνωσε επιχειρήσεις του ναυτικού στην περιοχή της Χοντέιντα, με στόχο εγκαταστάσεις των ανταρτών και επιθέσεις που, σύμφωνα με τη σαουδαραβική πλευρά, απειλούσαν τη ναυσιπλοΐα στη νότια Ερυθρά Θάλασσα.

Οι Χούθι απάντησαν με επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών αεροδρομίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων. Η σαουδαραβική υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας ανέφερε μικρό αριθμό τραυματισμών και περιορισμένες υλικές ζημιές μετά τις επιθέσεις σε Τζιζάν και Νατζράν. Η στρατιωτική πτέρυγα των ανταρτών υποστήριξε ότι χρησιμοποίησε βαλλιστικούς και πυραύλους κρουζ, καθώς και drones, εναντίον στόχων στο Ριάντ και διυλιστηρίου στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας.

Αντάρτες Χούθι στην Υεμένη

Αντάρτες Χούθι στην Υεμένη ετοιμάζονται για επίθεση σε σαουδαραβικούς στόχους © EPA/YAHYA ARHAB

Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και ο κίνδυνος για το πετρέλαιο

Η στρατηγική σημασία της σύγκρουσης ξεπερνά τα σύνορα της Υεμένης. Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελεί κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν και τμήμα της συντομότερης εμπορικής διαδρομής μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, μέσω της διώρυγας του Σουέζ.

Οι επιθέσεις των Χούθι σε εμπορικά πλοία από το 2023 ανάγκασαν πολλές ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν την Ερυθρά Θάλασσα και να επιλέγουν τη διαδρομή γύρω από το νότιο άκρο της Αφρικής. Η παράκαμψη αυξάνει σημαντικά την απόσταση και μπορεί να προσθέσει έως και δύο εβδομάδες στα ταξίδια, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης.

Η Σαουδική Αραβία έχει επομένως ιδιαίτερο λόγο να περιορίσει την απειλή. Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές μπορούν να πλήξουν όχι μόνο την παραγωγή αλλά και το σχέδιο οικονομικής διαφοροποίησης του Ριάντ. Ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν επιδιώκει να προσελκύσει τεράστιες ξένες επενδύσεις σε τομείς από τα κέντρα δεδομένων έως την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη από τις πιέσεις στις πετρελαϊκές μεταφορές. Η Σαουδική Αραβία κατάφερε μέχρι τώρα να περιορίσει την έκθεσή της στις αναταράξεις του Στενού του Ορμούζ χάρη στον αγωγό Ανατολής-Δύσης, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Με δυναμικότητα περίπου 7 εκατ. βαρελιών την ημέρα, ο αγωγός αποτελεί κρίσιμη εναλλακτική οδό για τις εξαγωγές.

Ωστόσο, οι πρόσφατες επιθέσεις αυξάνουν τους κινδύνους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Capital Economics, μια διακοπή λειτουργίας του αγωγού θα μπορούσε να επηρεάσει έως και το 4% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, ενώ κάθε εβδομάδα διακοπής θα μπορούσε να αφαιρεί περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από το σαουδαραβικό ΑΕΠ.

Η εικόνα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η οικονομία οδηγείται σε ύφεση. Το Ριάντ διαθέτει σχετικά χαμηλό δημόσιο χρέος και σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα, τα οποία του προσφέρουν περιθώριο να απορροφήσει ένα προσωρινό σοκ. Επιπλέον, η Saudi Aramco έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να αποκαθιστά γρήγορα ζημιές σε κρίσιμες υποδομές.

Οι Χούθι και η δύσκολη στρατιωτική εξίσωση για το Ριάντ

Η Σαουδική Αραβία έχει ζητήσει παράλληλα μεγαλύτερη στρατιωτική υποστήριξη από δυτικές χώρες. Η Βρετανία παρέχει αεροσκάφος για εναέριο ανεφοδιασμό των σαουδαραβικών μαχητικών, ενώ η Γαλλία έχει δηλώσει ότι θα στείλει στρατιωτικό προσωπικό και συστήματα ραντάρ για την προστασία της Γιανμπού, σημαντικού κόμβου εξαγωγής πετρελαίου στην Ερυθρά Θάλασσα.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν δεσμευτεί για πρόσθετη στρατιωτική υποστήριξη, συνεχίζουν όμως να παρέχουν πληροφορίες στη Σαουδική Αραβία. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι το Ριάντ έχει δικαίωμα να αμυνθεί απέναντι στις επιθέσεις των Χούθι, ενώ αναγνώρισε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης θα επιχειρήσουν να ανακτήσουν τα εδάφη που έχασαν.

Η στρατιωτική επιχείρηση, ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά απαιτητική. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αμυντικούς προϋπολογισμούς στη Μέση Ανατολή, πάνω από 72 δισ. δολάρια ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από 7% του ΑΕΠ της. Οι αμυντικές δαπάνες αντιστοιχούν περίπου στο 21% του κρατικού προϋπολογισμού.

Παράλληλα, το Ριάντ επιδιώκει μέχρι το 2030 να παράγει στο εσωτερικό περίπου το ήμισυ του στρατιωτικού εξοπλισμού που προμηθεύεται. Προς το παρόν, ωστόσο, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και άλλους ξένους προμηθευτές, ενώ η εγχώρια έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και υποδομών δυσκολεύει την ταχεία ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας.

Απέναντι σε αυτή τη δύναμη, οι Χούθι αντιπαραθέτουν ένα διαφορετικό μοντέλο πολέμου. Εκτιμάται ότι μπορούν να κινητοποιήσουν περίπου 350.000 μαχητές, ενώ έχουν αποδείξει ότι μπορούν να προσαρμόζουν την παραγωγή και την προμήθεια οπλικών συστημάτων. Το Ιράν αποτελεί σημαντική πηγή όπλων και τεχνογνωσίας, αλλά δεν είναι η μοναδική.

Το κίνημα αξιοποιεί δίκτυα λαθρεμπορίου στην Υεμένη, προμηθεύεται εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα και πρώτες ύλες από το εξωτερικό και έχει ενισχύσει τη δυνατότητα συναρμολόγησης και κατασκευής δικών του όπλων. Η μικρότερη εξάρτηση από ολοκληρωμένα οπλικά συστήματα που αποστέλλονται από το Ιράν δυσκολεύει τις προσπάθειες των αντιπάλων του να διακόψουν τον εφοδιασμό του.

Η εξέλιξη της σύγκρουσης θα κρίνει τελικά περισσότερα από τον έλεγχο εδαφών στην Υεμένη. Για τη Σαουδική Αραβία διακυβεύονται η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών, οι εξαγωγές πετρελαίου και η οικονομική στρατηγική της επόμενης δεκαετίας. Για το Πακιστάν και την Τουρκία, η κρίση αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της νέας αμυντικής συνεργασίας τους με το Ριάντ.

Και για τη διεθνή οικονομία, το διακύβευμα βρίσκεται στις δύο θαλάσσιες αρτηρίες που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τις παγκόσμιες αγορές: το Στενό του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Όσο παραμένουν υπό πίεση, η σύγκρουση στην Υεμένη παύει να είναι μια τοπική στρατιωτική αναμέτρηση και μετατρέπεται σε παράγοντα κινδύνου για το πετρέλαιο, τη ναυτιλία και το παγκόσμιο εμπόριο.