Οι επιθέσεις των Χούθι φέρνουν τη Σαουδική Αραβία αντιμέτωπη με ένα επικίνδυνο στρατηγικό αδιέξοδο, απειλώντας τις εξαγωγές πετρελαίου, τις επενδύσεις και τα σχέδια οικονομικού μετασχηματισμού. Το Ριάντ αναζητά συμμάχους, ενώ ΗΠΑ και Ισραήλ σταθμίζουν το κόστος της εμπλοκής, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος κλιμάκωσης και επέκτασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η Σαουδική Αραβία προσπαθεί εδώ και χρόνια να απεμπλακεί από τον πόλεμο στην Υεμένη με τους Χούθι. Ωστόσο, η νέα στρατιωτική εκστρατεία, με τη συμμετοχή της σαουδαραβικής αεροπορίας, αναδεικνύει πόσο δύσκολη παραμένει η εξουδετέρωση της οργάνωσης που υποστηρίζει το Ιράν.
Ένα νέο πλήγμα των Χούθι στο διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ άφησε έναν νεκρό και σχεδόν 12 τραυματίες, μια ημέρα μετά την επίθεση η οποία στοίχισε τη ζωή σε 13 ανθρώπους και τραυμάτισε περισσότερους από 300 πολλοί, από τους οποίους βρίσκονταν σε κρίσιμη κατάσταση, ανέδειξε τη σοβαρότητα της απειλής.
Πύραυλοι αναχαιτίστηκαν. Εκατοντάδες πτήσεις έχουν καθηλωθεί, τα σχολεία λειτουργούν διαδικτυακά και οι επιχειρήσεις στην οικονομική συνοικία έχουν στραφεί στην τηλεργασία.
Οι Χούθι προειδοποιούν ότι θα ακολουθήσουν νέες επιθέσεις σε αεροδρόμια του βασιλείου. Τα σαουδαραβικά μαχητικά υποστηρίζουν τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, οι οποίες επιχειρούν να ανακόψουν την προέλαση των Χούθι κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα στη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας. Με τα πλήγματα στο Ριάντ, οι αντάρτες φαίνεται να επιδιώκουν να αναγκάσουν τη Σαουδική Αραβία να σταματήσει την αεροπορική εκστρατεία.
Παρά τους επανειλημμένους βομβαρδισμούς, οι Χούθι διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, μεταξύ των οποίων βαλλιστικούς πυραύλους ιρανικού σχεδιασμού και φθηνά επιθετικά drones, που μπορούν να πλήξουν στόχους βαθιά στο σαουδαραβικό έδαφος.

Πολύνεκρη επίθεση στο αεροδρόμιο του Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας©https://x.com/EGYOSINT
Πάντως, το Ιράν κάλεσε την αντίπαλό του Σαουδική Αραβία να επιδιώξει διπλωματική λύση στην κλιμακούμενη σύγκρουσή της με την πολιτοφυλακή των Χούθι στην Υεμένη, προειδοποιώντας ότι η συνέχιση της στρατιωτικής δράσης το μόνο που θα επιτύχει είναι να επιδεινώσει την κατάσταση.
«Η επιμονή σε μια στρατιωτική προσέγγιση και η απόρριψη μιας πολιτικής λύσης απλώς θα περιπλέξει περαιτέρω την κατάσταση», δήλωσε ο ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί στον σαουδάραβα ομόλογό του Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν στη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας τους, σύμφωνα με ανακοίνωση από την Τεχεράνη.
Το Ιράν είναι έτοιμο «να παράσχει οποιαδήποτε μορφή υποστήριξης» για να βοηθήσει στην έναρξη συνομιλιών, πρόσθεσε το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών.
Οι Χούθι απειλούν το πετρέλαιο και το όραμα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν
Η κλιμάκωση έρχεται σε ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία για τον διάδοχο του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, καθώς το Ριάντ ετοιμάζεται να φιλοξενήσει το κορυφαίο επενδυτικό συνέδριο Future Investment Initiative, επιδιώκοντας να προσελκύσει διεθνή κεφάλαια. Στελέχη των BP και Shell έχουν ήδη αποσυρθεί από μεγάλο ενεργειακό συνέδριο στην πρωτεύουσα.
Η πίεση για ισχυρότερα αντίποινα αυξάνεται, ωστόσο μια εντατικοποίηση των επιχειρήσεων ενδέχεται να προκαλέσει νέες επιθέσεις χωρίς να εξαλείψει την απειλή. Παράλληλα, οι σύμμαχοι του Ριάντ καλούνται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις: Αμερικανός ήταν μεταξύ των νεκρών του Σαββάτου, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αμερικανικών πληγμάτων κατά των Χούθι, αν και οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ στις 3 Νοεμβρίου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια κινήσεων έως τότε.
Η Τουρκία και το Πακιστάν, που υπέγραψαν πρόσφατα αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, το λεγόμενο «Σύμφωνο της Μέκκας», βρίσκονται επίσης αντιμέτωπα με το ερώτημα μέχρι πού είναι διατεθειμένα να φτάσουν για να την υπερασπιστούν.
Για τη σαουδαραβική ηγεσία, το δίλημμα παραμένει οξύ: η αναζήτηση της ειρήνης μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολεμική εμπλοκή.

Διαφημιστική πινακίδα με τον πρίγκιπα της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον πρωθυπουργό του Πακιστάν Σεχμπάζ Σαρίφ και τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Καράτσι του Πακιστάν © EPA/REHAN KHAN
Από τον πόλεμο στην Υεμένη στην απειλή για την καρδιά του βασιλείου
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης με τους Χούθι της Υεμένης ανατρέπει τις εκτιμήσεις της Σαουδικής Αραβίας ότι μπορούσε να διατηρήσει υπό έλεγχο την απειλή από τον νότιο γείτονά της. Οι επανειλημμένες επιθέσεις στην πρωτεύουσα Ριάντ, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και στις μεταφορικές υποδομές αναδεικνύουν τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής του βασιλείου απέναντι σε έναν αντίπαλο που έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία από μια δεκαετία πολέμου.
Για τον διάδοχο του θρόνου και de facto ηγέτη της χώρας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, η αναζωπύρωση της σύγκρουσης δεν αποτελεί απλώς ένα πρόβλημα ασφάλειας. Απειλεί να υπονομεύσει το σχέδιο μετατροπής της Σαουδικής Αραβίας από οικονομία εξαρτημένη από το πετρέλαιο σε διεθνή κόμβο επιχειρηματικής δραστηριότητας, τουρισμού, αερομεταφορών και τεχνολογίας.
Τα πλήγματα ενίσχυσαν την ανησυχία για την ασφάλεια των αερομεταφορών και την ικανότητα του βασιλείου να προστατεύσει κρίσιμες εγκαταστάσεις. Οι Χούθι προειδοποίησαν αεροπορικές εταιρείες και ταξιδιώτες να αποφεύγουν τα σαουδαραβικά αεροδρόμια, χαρακτηρίζοντάς τα επιχειρησιακούς στόχους. Με αυτόν τον τρόπο, η απειλή επεκτείνεται πέρα από τις άμεσες ανθρώπινες απώλειες, καθώς επηρεάζει την εμπιστοσύνη στις υποδομές της χώρας.
Η επιλογή του αεροδρομίου του Ριάντ έχει ιδιαίτερη συμβολική και οικονομική βαρύτητα. Το βασίλειο επενδύει στην ανάπτυξη των αερομεταφορών, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον ρόλο του ως διεθνούς κόμβου μετακινήσεων και να προσελκύσει περισσότερους επισκέπτες και επιχειρηματίες. Οι επιθέσεις, ωστόσο, δημιουργούν αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί να εγγυηθεί ένα ασφαλές περιβάλλον σε όσους σχεδιάζουν να επενδύσουν ή να δραστηριοποιηθούν στη χώρα.
Η χρονική συγκυρία είναι επίσης δυσμενής. Οι επιθέσεις σημειώθηκαν λίγο πριν από σημαντικές πολιτικές και επιχειρηματικές διοργανώσεις, μεταξύ των οποίων το ετήσιο επενδυτικό συνέδριο του διαδόχου του θρόνου, το οποίο συγκεντρώνει στο Ριάντ ηγέτες, δισεκατομμυριούχους και κορυφαία στελέχη επιχειρήσεων. Η αβεβαιότητα για την ασφάλεια μπορεί να επηρεάσει τη συμμετοχή τους και να υπονομεύσει την προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας να προβληθεί ως αξιόπιστος προορισμός για διεθνή κεφάλαια.

Oι εγκαταστάσεις της Aramco στο διυλιστήριο-λιμάνι Yanbu της Σαουδικής Αραβίας © Αramco
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από τις ζημιές που προκαλεί κάθε μεμονωμένο πλήγμα. Όπως επισημαίνει στους NYT, ο Φ. Γκρέγκορι Γκάους, ειδικός σε θέματα Σαουδικής Αραβίας στο Middle East Institute, οι επιθέσεις των Χούθι στις υποδομές του βασιλείου προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά από εκείνη που μπορεί να επιφέρει το Ριάντ στις περιοχές που ελέγχουν οι αντάρτες. Μεγάλο μέρος της Σαναά, της πρωτεύουσας της Υεμένης, έχει ήδη καταστραφεί από προηγούμενες επιχειρήσεις, ενώ η Σαουδική Αραβία έχει να προστατεύσει μια σύγχρονη οικονομία, κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις και επενδύσεις μεγάλης αξίας.
Η ασυμμετρία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα του στρατηγικού αδιεξόδου. Οι Χούθι δεν χρειάζεται να επικρατήσουν συμβατικά έναντι του σαουδαραβικού στρατού για να επιτύχουν τον σκοπό τους. Αρκεί να διατηρούν την ικανότητα να πλήττουν επιλεγμένους στόχους, να αυξάνουν το κόστος της άμυνας και να προκαλούν αβεβαιότητα στην οικονομία, αναγκάζοντας το Ριάντ να διαθέτει ολοένα περισσότερους πόρους για την προστασία του.
Χούθι: Απειλή για το πετρέλαιο και τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας
Η πίεση στο βασίλειο γίνεται εντονότερη επειδή ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη διαταράξει τις ενεργειακές ροές στον Περσικό Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία είχε καταφέρει να αξιοποιήσει τον αγωγό Ανατολής-Δύσης (East-West), ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τις ανατολικές περιοχές παραγωγής προς την Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας τα αποκλεισμένα Στενά του Ορμούζ. Η εναλλακτική αυτή διαδρομή είχε αποκτήσει κρίσιμη σημασία για τη διατήρηση των εξαγωγών, ενώ οι υψηλότερες διεθνείς τιμές πετρελαίου πρόσφεραν πρόσθετη οικονομική στήριξη.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν εξασφαλίζει πλέον την προστασία των σαουδαραβικών ενεργειακών ροών. Οι Χούθι ανακοίνωσαν τον Ιούλιο πολιτική «αποκλεισμoύ», απειλώντας τη ναυσιπλοΐα που συνδέεται με το βασίλειο στην Ερυθρά Θάλασσα, ως αντίποινα για τις ενέργειες εναντίον τους. Τον Σεπτέμβριο, επίθεση έπληξε τον αγωγό Ανατολής-Δύσης, υπογραμμίζοντας πόσο ευάλωτη είναι η βασική εναλλακτική οδός που διαθέτει το Ριάντ για την παράκαμψη του Ορμούζ.
Η απειλή δεν περιορίζεται στις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Η προέλαση των ανταρτών κατά μήκος των ακτών της Υεμένης και η κατάληψη στρατηγικών θέσεων κοντά στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ενισχύουν τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα. Η κατάληψη της λιμενικής πόλης Μόχα και άλλων σημαντικών παράκτιων περιοχών επιβαρύνει τη θέση της Σαουδικής Αραβίας, καθώς οι Χούθι αποκτούν μεγαλύτερη δυνατότητα να απειλήσουν τις θαλάσσιες μεταφορές στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας.
Για το Ριάντ, το ενδεχόμενο να διαταραχθεί και αυτή η διαδρομή αποτελεί σοβαρό στρατηγικό πλήγμα. Η παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ δεν αρκεί εάν οι εξαγωγές μέσω της Ερυθράς Θάλασσας αντιμετωπίζουν επίσης κινδύνους. Η ενεργειακή ασφάλεια του βασιλείου εξαρτάται πλέον από την προστασία ενός ευρύτερου δικτύου αγωγών, λιμανιών και θαλάσσιων διαδρόμων, το οποίο είναι δύσκολο να θωρακιστεί πλήρως.
Η κλιμάκωση αναδεικνύει ένα βασικό πλεονέκτημα των Χούθι: μπορούν να επιβαρύνουν σοβαρά τη σαουδαραβική οικονομία χωρίς να χρειάζεται να καταστρέψουν το σύνολο των υποδομών της. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις αυξάνουν το κόστος ασφάλειας, ενδέχεται να περιορίσουν τη μεταφορική δραστηριότητα και δημιουργούν αβεβαιότητα για την απρόσκοπτη διάθεση του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, η προστασία της τεράστιας σαουδαραβικής επικράτειας αποδεικνύεται ιδιαίτερα απαιτητική. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Wall Street Journal, το βασίλειο αναγκάστηκε να μεταφέρει συστοιχίες αντιαεροπορικών συστημάτων από τη μία περιοχή στην άλλη, προκειμένου να προστατεύσει τα ανάκτορα και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Σαουδάραβες αξιωματούχοι έχουν εκφράσει ανησυχία και για τη μείωση των αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων, που είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση διαδοχικών επιθέσεων.
Το πρόβλημα είναι και οικονομικό. Η χρήση ακριβών αμυντικών συστημάτων για την αναχαίτιση φθηνότερων πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών δημιουργεί δυσανάλογο κόστος για την αμυνόμενη πλευρά. Όσο οι επιθέσεις συνεχίζονται, τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι ανάγκες για νέα πυρομαχικά, συστήματα επιτήρησης και προστασία των υποδομών. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται από άλλες προτεραιότητες, σε μια περίοδο κατά την οποία η σαουδαραβική οικονομία αντιμετωπίζει ήδη πιέσεις.

Drone των Χούθι έτοιμο για εκτόξευση κατά σαουδαραβικών στόχων © EPA/YAHYA ARHAB
Το στρατηγικό αδιέξοδο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και το δίλημμα των συμμάχων
Η σημερινή κρίση έχει τις ρίζες της στην επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης το 2015. Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τότε υπουργός Άμυνας, δεσμεύθηκε να αποκαταστήσει τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, την οποία είχαν ανατρέψει οι Χούθι μετά την κατάληψη της Σαναά το 2014. Η σαουδαραβική εκστρατεία ξεκίνησε με την προσδοκία ότι η στρατιωτική υπεροχή του βασιλείου θα επέτρεπε μια γρήγορη επικράτηση.
Η εξέλιξη ήταν διαφορετική. Οι αεροπορικές επιδρομές υπό σαουδαραβική ηγεσία προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές και συνέβαλαν σε μία από τις σοβαρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως. Οι New York Times αναφέρουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στην Υεμένη έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της βίας, της πείνας και των ασθενειών. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατήγγειλαν ότι οι επιδρομές έπλητταν δυσανάλογα αμάχους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον βομβαρδισμό σχολικού λεωφορείου το 2018, κατά τον οποίο σκοτώθηκαν 44 παιδιά και 10 ενήλικες.
Παρά το κόστος, οι Χούθι διατήρησαν τον έλεγχο μεγάλου μέρους της βόρειας Υεμένης και ενίσχυσαν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Η κατάπαυση του πυρός του 2022 δημιούργησε μια εύθραυστη περίοδο αποκλιμάκωσης, χωρίς να επιλύσει τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης. Η νέα περιφερειακή πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν επανέφερε την αντιπαράθεση σε επικίνδυνη τροχιά.
Οι σαουδαραβικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να είχαν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη ασκούσε πιέσεις στους Χούθι για να εμπλακούν ενεργότερα στον πόλεμο. Δεν ήταν, ωστόσο, βέβαιο ότι οι αντάρτες θα ενεργούσαν αποκλειστικά με βάση τις επιθυμίες του Ιράν. Ορισμένοι Σαουδάραβες αξιωματούχοι εκτιμούσαν ότι η οργάνωση θα λάμβανε αποφάσεις με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα και τις συνθήκες στο πεδίο.
Το Ριάντ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Εάν εντείνει τις αεροπορικές επιχειρήσεις, κινδυνεύει να παρασυρθεί βαθύτερα σε έναν πόλεμο που δεν κατάφερε να κερδίσει την προηγούμενη δεκαετία. Εάν επιδιώξει άμεσα διαπραγματεύσεις, ενδέχεται να βρεθεί σε θέση αδυναμίας, όσο οι Χούθι διατηρούν τη δυνατότητα να πλήττουν αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και αστικά κέντρα.
Ο Κρίστιαν Κόουτς Ούλριχσεν, ειδικός στον Περσικό Κόλπο στο Ινστιτούτο Μπέικερ του Πανεπιστημίου Ράις, εκτιμά μιλώντας στη WSJ, ότι μια στρατιωτική απάντηση ενέχει τον κίνδυνο βαθύτερης εμπλοκής σε μια ασύμμετρη σύγκρουση, στην οποία οι Χούθι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο.
Για τον λόγο αυτό, η Σαουδική Αραβία αναζητά εξωτερική βοήθεια. Η Ουάσινγκτον έχει προσφέρει στρατιωτική υποστήριξη, μεταξύ άλλων μέσω πληροφοριών και ανεφοδιασμού, αλλά δεν έχει ανταποκριθεί πλήρως στα αιτήματα για πιο άμεση εμπλοκή. Ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αμερικανικών πληγμάτων μετά τις επιθέσεις στο Ριάντ, χωρίς να δεσμευθεί για συγκεκριμένη στρατιωτική δράση.
Η προηγούμενη αμερικανική εκστρατεία κατά των Χούθι αποτελεί προειδοποίηση για το κόστος μιας νέας επιχείρησης. Σύμφωνα με τους NYT, οι ΗΠΑ δαπάνησαν περίπου 1 δισ. δολ. σε όπλα και πυρομαχικά μόνο κατά τον πρώτο μήνα των βομβαρδισμών, προτού ο Τραμπ ανακοινώσει ότι είχε επιτευχθεί γρήγορη νίκη. Η εμπειρία αυτή ενισχύει τις επιφυλάξεις για μια νέα, ευρείας κλίμακας εμπλοκή που θα μπορούσε να διευρύνει τον πόλεμο με το Ιράν.

Τραμπ και Μπιν Σαλμαν © EPA/NATHAN HOWARD/POOL/ΑΠΕ
Το Ριάντ έχει επίσης αναζητήσει βοήθεια από το Πακιστάν, χωρίς μέχρι στιγμής να εξασφαλίσει δέσμευση για στρατιωτική δράση. Παράλληλα, σύμφωνα με τη WSJ, στρέφεται προς τη Βρετανία για υποστήριξη στην προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και την αντιμετώπιση της απειλής στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η πιθανότητα αποστολής Βρετανών στρατιωτικών συμβούλων έχει εξεταστεί, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ευρύτερη στρατιωτική συνδρομή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναζήτηση συνεργασίας με το Ισραήλ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του ισραηλινού μέσου Walla, οι δύο πλευρές πραγματοποίησαν συνομιλίες με τη μεσολάβηση της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), με επίκεντρο την παροχή πληροφοριών για τις στρατιωτικές θέσεις και τις πιθανές κινήσεις των Χούθι.
Η προσέγγιση έχει αμοιβαία στρατηγική λογική. Οι Χούθι έχουν στοχοποιήσει πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα και έχουν εξαπολύσει πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, το οποίο απαντά με πλήγματα κατά θέσεών τους από το 2024. Η συνεργασία με το Ριάντ θα μπορούσε να βοηθήσει το Ισραήλ να περιορίσει μια οργάνωση που απειλεί τη ναυσιπλοΐα και την περιφερειακή ασφάλεια, ενώ παράλληλα θα αποδυνάμωνε έναν εταίρο του Ιράν.
Ταυτόχρονα, η αναζήτηση ισραηλινής συνδρομής αναδεικνύει τα όρια της αμυντικής συμφωνίας της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας. Παρά τις δεσμεύσεις αμοιβαίας άμυνας, οι εταίροι του Ριάντ δεν έχουν προσφέρει την υποστήριξη που θα χρειαζόταν για να ανακοπεί η προέλαση των Χούθι. Για το Ισραήλ, η εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία να ενισχύσει τη θέση του ως εταίρου ασφαλείας για τα κράτη του Κόλπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει συμφωνηθεί άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
Το οικονομικό όραμα της Σαουδικής Αραβίας υπό δοκιμασία
Η στρατιωτική κρίση συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία το οικονομικό μοντέλο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν βρίσκεται ήδη υπό πίεση. Την τελευταία δεκαετία, ο διάδοχος έχει προωθήσει επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων, επιδιώκοντας να περιορίσει την εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες και να προσελκύσει ξένα κεφάλαια σε νέους κλάδους. Στα εμβληματικά σχέδια περιλαμβάνονται η φουτουριστική πόλη Νέομ, ένα γιγαντιαίο κυβικό κτίριο στο Ριάντ και ένα χιονοδρομικό θέρετρο στην έρημο.
Το συνολικό κόστος αυτών των σχεδίων ανέρχεται σε αρκετά τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τη WSJ, ενώ ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός διαμορφώνεται περίπου στα 350 δισ. δολάρια. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και οι ζημιές από τον πόλεμο δυσκολεύουν τη χρηματοδότηση των επενδύσεων, ιδίως καθώς οι ξένες επενδύσεις μειώθηκαν κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του έτους και παραμένουν κάτω από τον στόχο για το 2030.
Ορισμένα μεγάλα έργα έχουν ήδη ανασταλεί ή επανεξετάζονται. Τον Ιανουάριο, η Σαουδική Αραβία εγκατέλειψε τα σχέδια για τη διοργάνωση των Ασιατικών Χειμερινών Αγώνων του 2029, ενώ εξακολουθεί να πρέπει να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της Παγκόσμιας Έκθεσης του 2030 και του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 2034.
Ακόμη και η προσπάθεια μετατροπής του βασιλείου σε διεθνή κόμβο τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει νέους κινδύνους. Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν σταθερή ενεργειακή τροφοδοσία, αξιόπιστες υποδομές και υψηλό επίπεδο ασφάλειας. Όσο οι ενεργειακές εγκαταστάσεις και τα δίκτυα μεταφορών παραμένουν εκτεθειμένα σε επιθέσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος προστασίας των νέων επενδύσεων.

Ο Βασιλιάς Σαλμάν Μπιν Αμπντελαζίζ Αλ Σαούντ και ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν εγκαινιάζουν το έργο Diriyah Gate EPA/BANDAR ALJALOUD HANDOUT HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES
Οι οικονομικές πιέσεις αποτυπώνονται και στις προβλέψεις. Σύμφωνα με την Capital Economics, ο μη πετρελαϊκός τομέας της σαουδαραβικής οικονομίας ήταν μικρότερος το δεύτερο τρίμηνο σε σχέση με το πρώτο, ενώ το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 3,6% το 2026. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές εξαγωγές περιορίζουν τα περιθώρια χρηματοδότησης των μεταρρυθμίσεων.
Οι συνέπειες ξεπερνούν τα σύνορα του βασιλείου. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί σημαντική πηγή κεφαλαίων για την παγκόσμια τεχνολογική βιομηχανία και την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ παρέχει στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πρόσβαση σε στρατιωτικές βάσεις και δικαιώματα υπέρπτησης. Μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε, επομένως, να επηρεάσει τόσο τις διεθνείς επενδυτικές ροές όσο και τους περιφερειακούς αμυντικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ.
Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, το ζητούμενο είναι να αποκαταστήσει την αποτροπή χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν νέο, μακροχρόνιο πόλεμο. Η κλιμάκωση των βομβαρδισμών δεν εγγυάται την εξάλειψη της απειλής, ενώ η άμεση αναζήτηση συμφωνίας ενδέχεται να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των Χούθι. Παράλληλα, η ανασφάλεια επιβαρύνει τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και την εικόνα της χώρας ως σταθερού επιχειρηματικού προορισμού.
Κανείς δεν ξέρει εάν ΗΠΑ και Ισραήλ θα επέμβουν για να στηρίξουν το Ριάντ, γνωρίζοντας ότι μια βαθύτερη εμπλοκή μπορεί να διευρύνει την περιφερειακή σύγκρουση, ή θα περιοριστούν στην παροχή πληροφοριών, συμβουλευτικής υποστήριξης και διπλωματικής διαμεσολάβησης.
Για τη Σαουδική Αραβία, η πρόκληση δεν είναι απλώς να αναχαιτίσει την επόμενη επίθεση, αλλά να προστατεύσει το οικονομικό της μέλλον χωρίς να παρασυρθεί σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή διέξοδο καθώς η πυρκαγιά απειλεί να απλωθεί στη Μέση ανατολή.
