Η ενεργειακή ακρίβεια, ο προϋπολογισμός της περιόδου 2028-2034 και η στήριξη της Ουκρανίας κυριαρχούν στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Οι διαφωνίες για τις δαπάνες, τη δημοσιονομική ευελιξία και τη Ρωσία αναδεικνύουν τα όρια της ευρωπαϊκής συνεννόησης.
Με φόντο την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία, οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντώνται στις Βρυξέλλες στις 15 και 16 Οκτωβρίου, με στόχο να χαράξουν κοινή γραμμή απέναντι σε τρεις κρίσιμες προκλήσεις: το υψηλό ενεργειακό κόστος, τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων για την επόμενη επταετία και τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία.
Ενέργεια και ανταγωνιστικότητα: Η δύσκολη εξίσωση στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ
Η σύνοδος πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρίσκεται υπό πίεση. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας σε σχέση με ανταγωνιστικές οικονομίες, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και η ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον για τις κυβερνήσεις. Το ζητούμενο είναι να περιοριστεί η επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων χωρίς να υπονομευθούν η δημοσιονομική σταθερότητα και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι ενεργειακής μετάβασης.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να δώσουν κατευθύνσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη λήψη στοχευμένων και προσωρινών μέτρων ανακούφισης από τις υψηλές τιμές. Η έμφαση στην προσωρινή διάρκεια και στη στόχευση των παρεμβάσεων αποτυπώνει την προσπάθεια να αποφευχθούν οριζόντιες επιδοτήσεις με μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, οι οποίες θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Παράλληλα, οι συζητήσεις αφορούν τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική της Ευρώπης και τη μείωση της εξάρτησής της από τα ορυκτά καύσιμα. Η πρόκληση είναι διπλή: αφενός, να εξασφαλιστεί επαρκής και προσιτή ενέργεια για την παραγωγή και την κατανάλωση και, αφετέρου, να επιταχυνθούν οι επενδύσεις που θα περιορίσουν την έκθεση της ΕΕ στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών και στις γεωπολιτικές κρίσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η ατζέντα «Μία Ευρώπη, Μία Αγορά», με τους ηγέτες να εξετάζουν την πρόοδο εφαρμογής της κατά την περίοδο 2026-2027. Η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, η απλούστευση των κανόνων και η άρση εμποδίων στις διασυνοριακές δραστηριότητες θεωρούνται κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η ενεργειακή πολιτική, ωστόσο, δεν αποσυνδέεται από τη δημοσιονομική συζήτηση. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν πόσο χώρο διαθέτουν για μέτρα στήριξης, τη στιγμή που πρέπει να χρηματοδοτήσουν την άμυνα, τις υποδομές και την πράσινη μετάβαση, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο τα ελλείμματα και το κόστος δανεισμού.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της επίδρασης του ενεργειακού κόστους στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει τα περιθώρια που προσφέρουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες για επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, ενώ ενδιαφέρεται και για μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τα εργαλεία στήριξης.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, πάντως, δεν διαμορφώνεται εύκολα κοινή γραμμή για τον τρόπο κατανομής του κόστους. Οι προτάσεις για έκτακτες παρεμβάσεις, φορολόγηση ενεργειακών υπερκερδών ή νέους μηχανισμούς αντιμετώπισης των τιμών χονδρικής συναντούν διαφορετικές αντιδράσεις, ανάλογα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες και το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας.

Σύνοδος Κορυφής Ευρωπαίων ηγετών ©consilium.europa.eu
Προϋπολογισμός 7ετίας στην ΕΕ: Η μάχη για περικοπές και νέους πόρους
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τον πολυετή δημοσιονομικό προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034, ένα πακέτο που θα καθορίσει τις διαθέσιμες χρηματοδοτήσεις για την ανταγωνιστικότητα, την άμυνα, την έρευνα, τη συνοχή, τη γεωργία και τις εξωτερικές δράσεις της Ένωσης.
Η αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προσεγγίζει τα 2 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές. Ωστόσο, η αναθεωρημένη διαπραγματευτική πρόταση που παρουσίασε η ιρλανδική προεδρία του Συμβουλίου στις 10 Οκτωβρίου περιορίζει το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού περίπου στο 1,62 τρισ. ευρώ, με στόχο να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών. Παρά τις περικοπές, το ποσό παραμένει υψηλότερο από τον προϋπολογισμό της περιόδου 2021-2027.
Η αναθεώρηση δεν έχει, ωστόσο, εξασφαλίσει τη συναίνεση. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, με τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία και άλλες κυβερνήσεις να ζητούν μεγαλύτερη συγκράτηση των δαπανών. Από την άλλη, κράτη της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης, μαζί με την ομάδα «Φίλοι της Συνοχής», αντιδρούν σε περικοπές που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις χρηματοδοτήσεις για περιφερειακή ανάπτυξη και αγροτική πολιτική.
Η ιρλανδική πρόταση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις για εξοικονόμηση πόρων και στην ανάγκη να διατηρηθούν οι παραδοσιακές πολιτικές της Ένωσης. Ωστόσο, η επιλογή να προστατευθούν σε σημαντικό βαθμό οι ενισχύσεις προς τις περιφέρειες και τους αγρότες μεταφέρει μέρος της πίεσης σε άλλους τομείς, όπως η ανταγωνιστικότητα, η καινοτομία, η εξωτερική βοήθεια και η ασφάλεια.

Αντλία ντίζελ σε βενζινάδικο στο Λονδίνο © EPA/ANDY RAIN
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει επιφυλάξεις για τη μείωση των κονδυλίων ευελιξίας, τα οποία επιτρέπουν στην Ένωση να αντιδρά σε απρόβλεπτες κρίσεις. Η ανησυχία είναι ότι, εάν περιοριστούν υπερβολικά τα αποθεματικά και οι δυνατότητες ανακατανομής δαπανών, η ΕΕ θα δυσκολευτεί να χρηματοδοτήσει έκτακτες ανάγκες που μπορεί να προκύψουν από φυσικές καταστροφές, γεωπολιτικές εντάσεις ή νέες οικονομικές αναταράξεις.
Η ιρλανδική προεδρία υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το αναθεωρημένο διαπραγματευτικό πλαίσιο διατηρεί περιθώρια ευελιξίας και αποτυπώνει τις διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών. Η θέση αυτή δεν έχει κατευνάσει όλες τις αντιδράσεις, καθώς αρκετές κυβερνήσεις θεωρούν ότι η πρόταση δεν περιορίζει επαρκώς το συνολικό κόστος, ενώ άλλες φοβούνται ότι αποδυναμώνει πολιτικές που στηρίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και το ερώτημα της χρηματοδότησης του νέου προϋπολογισμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει νέους ίδιους πόρους, δηλαδή έσοδα που θα ενισχύουν τα ταμεία της Ένωσης και θα περιορίζουν την εξάρτησή της από τις εθνικές συνεισφορές. Το σχετικό πακέτο περιλαμβάνει πέντε πηγές εσόδων, με εκτιμώμενες εισπράξεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προτάσεις είναι η εταιρική εισφορά CORE, η οποία αφορά μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ. Η Ιρλανδία εμφανίζεται διατεθειμένη να διατηρήσει την πρόταση στο διαπραγματευτικό πλαίσιο, εξετάζοντας παράλληλα προσαρμογές, όπως πιθανές εξαιρέσεις για μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αντίθετα, προτάσεις για νέες επιβαρύνσεις σε ψηφιακές δραστηριότητες, διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια και εταιρείες κρυπτονομισμάτων δεν αναμένεται να προχωρήσουν στο παρόν στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Η συμφωνία για τον προϋπολογισμό απαιτεί ομοφωνία των κρατών-μελών και τη συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, έχει θέσει ως στόχο την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας έως το τέλος του 2026, ώστε να ακολουθήσει η νομοθετική προετοιμασία και να τεθεί το νέο πλαίσιο σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2028. Οι εθνικές εκλογές του 2027 σε μεγάλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Πολωνία και η Ιταλία, προσθέτουν πίεση για έγκαιρο συμβιβασμό.
ΗΠΑ-Ρωσία και Ουκρανία: Η ευρωπαϊκή στήριξη δοκιμάζεται στην πράξη
Το τρίτο μέτωπο αφορά την Ουκρανία και την ικανότητα της Ευρώπης να διατηρήσει σταθερή υποστήριξη προς το Κίεβο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει ενεργειακή συμφωνία με τη Ρωσία έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενισχύοντας τις ανησυχίες ότι η αμερικανική πολιτική μπορεί να αποκλίνει από τις προτεραιότητες της ΕΕ. Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν επαναβεβαιώσει δημόσια τη στήριξή τους προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ ορισμένοι ζητούν να εξεταστούν πρόσθετες κυρώσεις κατά της Μόσχας.
Η πολιτική στήριξη, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Η Ουκρανία χρειάζεται χρηματοδότηση, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, πυρομαχικά και δυνατότητες επιτήρησης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις, ιδιαίτερα κατά των ενεργειακών υποδομών της εν όψει του χειμώνα.
Εδώ αποκαλύπτονται τα όρια των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων. Παρ’ ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης για την υποστήριξη της Ουκρανίας, εξακολουθούν να εξαρτώνται από αμερικανικά οπλικά συστήματα, δορυφορικές υπηρεσίες, πληροφορίες και τεχνολογίες που υποστηρίζουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η αντικατάσταση αυτών των δυνατοτήτων από ευρωπαϊκά μέσα απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και στενότερο συντονισμό.

Ντίζελ © freepik.com
Η αβεβαιότητα γύρω από την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου ανέδειξε πόσο κρίσιμη παραμένει η αμερικανική συνδρομή. Ακόμη και εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιθυμούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ, δεν διαθέτουν σήμερα σε όλους τους τομείς ισοδύναμες δυνατότητες για να καλύψουν ενδεχόμενα κενά.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της ενεργειακής σχέσης της Ευρώπης με τη Ρωσία. Οι εισαγωγές ρωσικής ενέργειας έχουν μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά δεν έχουν μηδενιστεί. Ορισμένα κράτη-μέλη εξακολουθούν να προμηθεύονται ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, μεταξύ των οποίων και υγροποιημένο φυσικό αέριο, γεγονός που δυσκολεύει τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής.
Ένα ακόμη αγκάθι είναι η αξιοποίηση των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες. Παρά τις συζητήσεις για τη χρησιμοποίησή τους προς όφελος της Ουκρανίας, οι νομικές, χρηματοπιστωτικές και πολιτικές διαφωνίες εξακολουθούν να εμποδίζουν μια συνολική λύση. Η στάση του Βελγίου, όπου διατηρείται σημαντικό μέρος των σχετικών περιουσιακών στοιχείων, παραμένει κρίσιμη για τις διαβουλεύσεις.
Εν τω μεταξύ, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν και την αύξηση των υβριδικών επιθέσεων που αποδίδονται στη Ρωσία, τη μεταναστευτική πίεση, τις προοπτικές διεύρυνσης της Ένωσης και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Τα ζητήματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη συντονισμού, αλλά αντανακλούν και τις διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες των κρατών-μελών.
Το πραγματικό στοίχημα: Κοινές αποφάσεις χωρίς κοινά περιθώρια
Η σύνοδος κορυφής καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα πιέσεις που ανταγωνίζονται για τους ίδιους οικονομικούς και πολιτικούς πόρους. Η μείωση του ενεργειακού κόστους απαιτεί παρεμβάσεις και επενδύσεις, ο νέος προϋπολογισμός προϋποθέτει δύσκολους συμβιβασμούς στις δαπάνες και στα έσοδα, ενώ η συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία συνεπάγεται σταθερή χρηματοδότηση και στρατιωτική συνδρομή.
Η κοινή συνισταμένη είναι η ανάγκη να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα χωρίς να διακυβευθεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα, αλλά και να περιοριστούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις χωρίς να δημιουργηθούν νέα κενά ασφάλειας. Πρόκειται για μια εξίσωση στην οποία κάθε επιλογή έχει κόστος και οι εθνικές προτεραιότητες συχνά συγκρούονται.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στις Βρυξέλλες θα δείξουν πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι «27» στην αναζήτηση κοινής γραμμής. Η επίτευξη συμφωνίας σε όλα τα ζητήματα δεν είναι δεδομένη. Ωστόσο, η πρόοδος στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, η διαμόρφωση κοινών κατευθύνσεων για την ενέργεια και η επιβεβαίωση της στήριξης προς την Ουκρανία θα αποτελέσουν βασικούς δείκτες της δυνατότητας της Ένωσης να μετατρέψει τις πολιτικές διακηρύξεις σε συγκεκριμένες αποφάσεις.
