Ρήγματα στη συγκυβέρνηση Μερτς για το μαχαίρι σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές

Η αιφνιδιαστική αποχώρηση της Μπέρμπελ Μπας από τον κυβερνητικό συνασπισμό του Μερτς και οι πιέσεις για σαρωτικές μεταρρυθμίσεις

Ο Φρίντριχ Μερτς σε ομιλία, με αφορμή την απονομή του Βραβείου Ειρήνης της Βεστφαλίας 2026 στη συμμαχία του ΝΑΤΟ © ΕPA/CHRISTOPHER NEUNDORF

Η αποχώρηση της Μπέρμπελ Μπας αναζωπυρώνει τις εντάσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό Μερτς στη Γερμανία. Ο Φρίντριχ Μερτς πιέζει για αλλαγές στις συντάξεις, την εργασία και τις κοινωνικές παροχές, ενώ επιχειρεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Η αιφνιδιαστική αποχώρηση της 58χρονης Μπας από το υπουργείο Εργασίας και την ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) εντείνει την αβεβαιότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιχειρεί να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στην αγορά εργασίας.

Οι πιέσεις για περιορισμό του κόστους, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και αναμόρφωση του κοινωνικού κράτους συγκρούονται με τις αντιστάσεις των Σοσιαλδημοκρατών, ενώ οι εκλογικές απώλειες και η άνοδος της ακροδεξιάς δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τους κυβερνητικούς χειρισμούς.

Η παραίτηση της Μπας, η οποία επικαλέστηκε την ανάγκη να διαχειριστεί μια σοβαρή οικογενειακή απώλεια, συνοδεύτηκε από αναφορές στις δημόσιες επιθέσεις που δέχθηκε, ακόμη και από στελέχη του κυβερνητικού εταίρου.

Η Μπέρμπελ Μπας, η οποία πρόσφατα έχασε τη θετή της κόρη, επικαλείται έναν σοβαρό προσωπικό λόγο για την αποχώρησή της, δηλώνοντας ότι στην παρούσα συγκυρία αδυνατεί να διαχειριστεί την έντονη πίεση που δέχεται. Ωστόσο, οι πιέσεις δεν είναι μόνο προσωπικές, καθώς συνδέονται και με την προσπάθειά της να περιορίσει τις απαιτήσεις των Χριστιανοδημοκρατών για περικοπές και αυστηρότερες μεταρρυθμίσεις στην εργασία, το συνταξιοδοτικό σύστημα και την περίθαλψη.

Η εξέλιξη αναδεικνύει τις εύθραυστες ισορροπίες του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να λάβει δύσκολες αποφάσεις περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες όταν ταυτόχρονα έχει εκτοξεύσει τις στρατιωτικές δαπάνες.

Μερτς: Το ασφαλιστικό στο επίκεντρο της κυβερνητικής σύγκρουσης

Ως υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η Μπας είχε κεντρικό ρόλο στην προετοιμασία της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, η οποία προβλέπει την εισαγωγή κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στο σύστημα. Οι διαφωνίες με τους Χριστιανοδημοκράτες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την πρόταση για κατάργηση της δυνατότητας πλήρους συνταξιοδότησης χωρίς περικοπές μετά από 45 χρόνια εισφορών.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα αποτελεί σημαντικό σημείο τριβής, καθώς η συντηρητική πλευρά θεωρεί ότι απαιτούνται αλλαγές για να περιοριστούν οι πιέσεις στο ασφαλιστικό και να ενισχυθεί η συμμετοχή στην εργασία. Αντίθετα, τμήματα του SPD αντιδρούν σε παρεμβάσεις που ενδέχεται να επιβαρύνουν εργαζομένους με μακρά ασφαλιστική διαδρομή.

Η αποχώρηση της Μπας δημιουργεί, συνεπώς, ένα επιπλέον πολιτικό πρόβλημα για τον Μερτς. Ο νέος υπουργός Εργασίας, Αλεξάντερ Σβάιτσερ, καλείται να επιταχύνει τη νομοθετική διαδικασία, διαχειριζόμενος παράλληλα τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του συνασπισμού. Ο καγκελάριος έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί την κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου στις αρχές του νέου έτους.

Η πίεση δεν περιορίζεται στο ασφαλιστικό. Η κυβέρνηση εξετάζει ευρύτερες αλλαγές στην εργασιακή νομοθεσία και στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, με στόχο να περιορίσει τις οικονομικές επιβαρύνσεις και να ενισχύσει την παραγωγικότητα. Πρόκειται, ωστόσο, για παρεμβάσεις που αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών και δημιουργούν πολιτικό κόστος, ιδίως όταν η οικονομική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.

Η παραιτηθείσα υπουργός Εργασίας και αντιπρόεδρος των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Μπέρμπελ Μπας

Η παραιτηθείσα υπουργός Εργασίας και αντιπρόεδρος των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Μπέρμπελ Μπας © www.baerbelbas.de

Οι απαιτήσεις Μερτς για περισσότερη εργασία και ανταγωνιστικότητα

Μιλώντας σε εκδήλωση της Ένωσης Εργοδοτών, ο Μερτς χαρακτήρισε τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού αλλαγή που έχει καθυστερήσει επί περίπου 30 χρόνια. Υποστήριξε ότι η Γερμανία χρειάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο, το οποίο θα συνδυάζει το υφιστάμενο σύστημα με την κεφαλαιοποιητική αποταμίευση, ενώ τάχθηκε υπέρ μεγαλύτερης ευελιξίας στην εργασία.

«Η εργασία οκτώ ωρών προφανώς δεν συνιστά εκμετάλλευση», ανέφερε, περιγράφοντας επίσκεψή του σε εργοστάσιο όπου εφαρμόζεται σύστημα δύο βαρδιών των 12 ωρών, τρεις φορές την εβδομάδα, και επισημαίνοντας ότι οι εργαζόμενοι εμφανίζονταν ικανοποιημένοι από τη συγκεκριμένη οργάνωση.

Ο καγκελάριος υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της εργασιακής συμμετοχής είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές προκλήσεις της χώρας. Η προσέγγισή του, ωστόσο, προκαλεί αντιδράσεις, καθώς επικριτές θεωρούν ότι οι αναφορές στην εργασιακή ηθική μεταφέρουν δυσανάλογα την ευθύνη για τα οικονομικά προβλήματα στους εργαζομένους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η πρόθεση περιορισμού της πλήρους πρόωρης συνταξιοδότησης μετά από 45 χρόνια εισφορών. Ο Μερτς υποστηρίζει ότι η αλλαγή θα καταστήσει το σύστημα δικαιότερο και οικονομικά βιώσιμο. Παραδέχθηκε, πάντως, ότι η ταυτόχρονη αναμόρφωση των διαφορετικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης θα επιφέρει επιβαρύνσεις στους πολίτες, υποστηρίζοντας ότι στόχος είναι μια λύση δίκαιη για το σύνολο της κοινωνίας.

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, ο πρόεδρος της Ένωσης Εργοδοτών, Ράινερ Ντούλγκερ, χαρακτήρισε τον καγκελάριο κινητήρια δύναμη των μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, ζήτησε περαιτέρω βελτιώσεις στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, προειδοποιώντας ότι η Γερμανία χάνει την ελκυστικότητά της ως τόπος εγκατάστασης και ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ο ίδιος κάλεσε τα κυβερνητικά κόμματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να επιταχύνουν τις αποφάσεις. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι εάν η πολιτική αδράνεια συνεχιστεί μέχρι τις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές, που αναμένονται το 2029, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά σοβαρές τόσο για την οικονομία όσο και για τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών.

Γερμανία: Φοροελαφρύνσεις και κοινωνική δικαιοσύνη για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης

Παράλληλα με τις μεταρρυθμίσεις, ο Μερτς επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), μετά τις σημαντικές εκλογικές απώλειες απέναντι στην ακροδεξιά σε κρατιδιακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία. Η υποχώρηση της δημοτικότητας του καγκελαρίου έχει εντείνει την ανησυχία στο εσωτερικό του κόμματος, ενόψει και των επόμενων κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων.

Μετά από διήμερες διαβουλεύσεις με την κομματική ηγεσία στο Βερολίνο, ο Μερτς παρουσίασε μια πιο ήπια πολιτική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην προσιτή διαβίωση, τη δικαιοσύνη και την οικονομική ανακούφιση των νοικοκυριών. Όπως δήλωσε, η αντιμετώπιση των πραγματικών αλλά και των αντιλαμβανόμενων αδικιών είναι απαραίτητη για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στις αλλαγές που σχεδιάζει η κυβέρνηση.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η μείωση του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας στο ελάχιστο επιτρεπόμενο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέτρο, που είχε συμπεριληφθεί στην κυβερνητική συμφωνία αλλά δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί, εκτιμάται ότι θα έχει ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 5 δισ. ευρώ. Θα μπορούσε να προσφέρει ανακούφιση στα νοικοκυριά και να μειώσει το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους.

Ο καγκελάριος συνέδεσε την εφαρμογή της φοροελάφρυνσης με την εδραίωση της οικονομικής ανάπτυξης. Οι προβλέψεις που επικαλέστηκε κάνουν λόγο για αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,3% το τρέχον έτος και κατά 1,1% το 2027. Εφόσον η ανάκαμψη αποδειχθεί διατηρήσιμη, εκτιμά ότι θα υπάρξει περιθώριο για την υλοποίηση της μείωσης.

Το σχέδιο της CDU περιλαμβάνει επίσης μέτρα για την ενίσχυση των παροχών προς τις οικογένειες, τη μείωση του κόστους στέγασης μέσω απλούστευσης των κανόνων δόμησης και τη βελτίωση της πρόσβασης των ασφαλισμένων στο δημόσιο σύστημα υγείας σε γιατρούς ειδικοτήτων με υψηλή ζήτηση.

Παρά τη μετατόπιση της ρητορικής προς την κοινωνική προστασία, η συντηρητική ατζέντα παραμένει ενεργή. Η κομματική ηγεσία εξακολουθεί να προωθεί την απορρύθμιση, αυστηρότερη πολιτική ασύλου και απελάσεις αλλοδαπών που κατηγορούνται για εγκλήματα, ενώ δεν εγκαταλείπει τον στόχο της περικοπής δαπανών.

Η προσπάθεια συνδυασμού κοινωνικών παρεμβάσεων και περιορισμού του κόστους αποτυπώνει το δίλημμα της κυβέρνησης: πώς θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χωρίς να επιδεινώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Το πολιτικό κόστος και η δοκιμασία του κυβερνητικού συνασπισμού στη Γερμανία

Η αποχώρηση της Μπας επιβαρύνει και την εσωκομματική κατάσταση του SPD. Η απομάκρυνσή της από τη συμπροεδρία δημιουργεί την ανάγκη εκλογής νέας ηγεσίας τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο, μια διαδικασία που ενδέχεται να αποδυναμώσει τον αντικαγκελάριο και συμπρόεδρο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ. Ο τελευταίος είχε εκλεγεί τον Ιούνιο του 2025 με ποσοστό 64,9%, γεγονός που είχε ήδη αναδείξει τις δυσκολίες συσπείρωσης του κόμματος.

Ο υπουργός Οικονομικών και συμπρόεδρος του SPD χαρακτήρισε απρεπείς τις επιθέσεις που δέχθηκε η Μπας, επισημαίνοντας ότι οι γυναίκες σε θέσεις υψηλής ευθύνης αντιμετωπίζουν ολοένα συχνότερα επιθετικές και προσβλητικές δημόσιες παρεμβάσεις. Η τοποθέτησή του αναδεικνύει το κλίμα έντασης που επικρατεί στο πολιτικό περιβάλλον.

Για τον Μερτς, το πρόβλημα είναι διπλό: πρέπει να διατηρήσει τη συνοχή της κυβέρνησης και ταυτόχρονα να πείσει τους ψηφοφόρους ότι οι μεταρρυθμίσεις θα αποφέρουν απτά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Η αλλαγή ύφους της CDU μπορεί να περιορίσει μέρος της δυσαρέσκειας, αλλά δεν εγγυάται ότι θα αντιστρέψει την πτώση της δημοτικότητάς της.

Η πρόκληση για τον κυβερνητικό συνασπισμό είναι πλέον να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε εφαρμόσιμες πολιτικές, χωρίς να οδηγηθεί σε νέες εσωτερικές συγκρούσεις. Η αναμόρφωση του ασφαλιστικού, η ενίσχυση της εργασίας και η στήριξη των νοικοκυριών συνιστούν αλληλένδετους στόχους, με διαφορετικές όμως κοινωνικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Καθώς η Γερμανία αναζητά τρόπους να ανακτήσει την οικονομική της δυναμική, η επιτυχία της κυβέρνησης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το περιεχόμενο των μεταρρυθμίσεων, αλλά και από την ικανότητά της να οικοδομήσει κοινωνική συναίνεση. Η παραίτηση Μπας καθιστά σαφές ότι αυτή η ισορροπία γίνεται ολοένα δυσκολότερη