Τα ευρωπαϊκά κράτη της δεκαετίας του 1930 θα μείνουν για πάντα στην Ιστορία ως προδομένα από τις κυβερνήσεις του κατευνασμού, που δεν απέτρεψαν τον Α’ και τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 1938, ένα χρόνο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Πόλεμος, διέθεταν για την άμυνα ποσοστά του εθνικού εισοδήματος που οι σημερινές ευρωπαϊκές χώρες δεν πλησιάζουν καν. Το Ηνωμένο Βασίλειο δαπανούσε τότε το 7,4%, σήμερα το 2,4%. Η Γερμανία 18,9%, σήμερα 2,3%. Η Ιαπωνία 23,5%, σήμερα 1,4%.
Η σύγκριση αποτελεί την αφετηρία της έκθεσης «Βιομηχανική πολιτική για την άμυνα: Μαθήματα από την Ιστορία» (Kiel Report, Οκτώβριος 2026), την οποία υπογράφει ο Mark Harrison, ερευνητής του Κέντρου για το Πλεονέκτημα του Ανταγωνισμού στην Παγκόσμια Οικονομία (CAGE) του Πανεπιστημίου του Warwick και του Κέντρου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής (CEPR).
Το συμπέρασμά του είναι σαφές: η ανεπαρκής προετοιμασία για πόλεμο είναι επικίνδυνη και η διασφάλιση του εφοδιασμού σε περίπτωση άμυνας απαιτεί βιομηχανική πολιτική, ικανή να αλλάξει τη δομή της οικονομίας, όπως το επιβάλλει η ασφάλεια μιας χώρας ή συμμαχίας.
Ένα θέμα που οι κυβερνήσεις αγνοούν
Βιομηχανική πολιτική κατά τη μελέτη που εξετάζουμε είναι η κρατική δράση με την οποία αναμένεται να διευρυνθεί μια δραστηριότητα που το κράτος θεωρεί στρατηγικής σημασίας.
Η βιομηχανική πολιτική για την άμυνα δεν προϋποθέτει πρόθεση επίθεσης, αλλά πρόθεση πολεμικής ετοιμότητας και δυνατότητα διεξαγωγής πολέμου για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Πόσο λίγο απασχολεί σήμερα το ζήτημα φαίνεται από μια έρευνα του Μαρτίου 2025. Όταν ρωτήθηκαν οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας, που συνεργάζονται με εθνικές κυβερνήσεις για το ενδιαφέρον των πελατών τους, μόλις το 3% ανέφερε ενδιαφέρον για βιομηχανική πολιτική εθνικής ασφάλειας.
Για την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και για γεωπολιτικά ζητήματα το ποσοστό ήταν μηδενικό. Αντίστοιχα, η εθνική ασφάλεια καταλαμβάνει μόλις πέντε από τις 276 σελίδες της σχετικής μελέτης τους.
Ο Harrison, ο συγγραφέας της μελέτης που θα παρουσιάσουμε εδώ, μας θυμίζει ότι η απειλή κυρώσεων χωρίς ικανότητα δράσης δεν αποτρέπει τον επιτιθέμενο.
Όταν η Ιαπωνία εισέβαλε στη Μαντζουρία και η Ιταλία στην Αιθιοπία, η Κοινωνία των Εθνών (ο πρόγονος του ΟΗΕ) απείλησε με κυρώσεις, χωρίς όμως να είναι έτοιμη για στρατιωτική δράση.
Οι δυνάμεις του Άξονα κατάλαβαν ότι η εξαγγελία κυρώσεων απλώς φανέρωνε στρατιωτική αδυναμία. Κατά τον συγγραφέα, το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με την προσάρτηση της Κριμαίας και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Οι κυρώσεις ήταν σωρευτικές και συντριπτικές από τη Δύση, αλλά η Ρωσία δεν πτοήθηκε και συνεχίζει την επίθεση, παρά τα προβλήματα και εμπόδια που αντιμετωπίζει.
Στη Βρετανία ο «κανόνας της δεκαετίας», σύμφωνα με τον οποίο δεν αναμενόταν μεγάλος πόλεμος μέσα σε δέκα χρόνια, εγκαταλείφθηκε το 1932, ενώ ο αεροπορικός και ναυτικός επανεξοπλισμός ξεκίνησε σοβαρά το 1935, όταν ήταν κάπως αργά, διότι το ξέσπασμα του Πολέμου απείχε χρονικά λιγότερο από 4 χρόνια και εκείνη την εποχή η αμυντική παραγωγή ήταν εξαιρετικά αργή.
Οι προετοιμασίες ήρθαν πράγματι πολύ αργά για να αποτρέψουν τον Άξονα, συνέβαλαν όμως σημαντικά στην πολεμική ικανότητα των δημοκρατιών το 1939 (ειδικά στην περίπτωση της Μ. Βρετανίας που σήκωσε όλο το βάρος πριν εισέλθουν στη σύρραξη οι ΗΠΑ το 1941).
Σήμερα, εκτός από την Ουκρανία που ήδη βρίσκεται σε έναν πενταετή πόλεμο φθοράς, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες υστερούν κατά πολύ από το επίπεδο θυσιών εκείνης της εποχής, κάτι που κατά την έκθεση υπονομεύει την αποτροπή.
Aυτό φαίνεται ξεκάθαρα αν δούμε τι ξόδευαν οι εμπόλεμες χώρες λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ ΠΠ και τι ξοδεύουν τώρα, στον Πίνακα 1, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος (κάτι αντίστοιχο με το σημερινό ΑΕΠ).
Πίνακας 1: Στρατιωτικές δαπάνες ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος
| Χώρα | 1938 | 2025 |
| Ιαπωνία | 28,2% | 1,4% |
| Γερμανία | 17,0% | 2,1% |
| Σοβιετική Ένωση / Ρωσία | 12,2% | 7,1% |
| Γαλλία | 7,2% | 2,1% |
| Ηνωμένο Βασίλειο | 6,8% | 2,3% |
| Ηνωμένες Πολιτείες | 1,2% | 3,4% |
Η μελέτη χωρίζεται σε 10 «μαθήματα»
Μάθημα 1: Το πάγιο κεφάλαιο της άμυνας και το δημόσιο χρήμα
Γιατί η κρατική ζήτηση για όπλα δεν αρκεί για να χτιστούν εργοστάσια; Επειδή η αμυντική παραγωγική ικανότητα ίσως χρησιμοποιηθεί για λίγο ή καθόλου. Ο πόλεμος μπορεί να κρατήσει χρόνια ή να τελειώσει σε μία εβδομάδα και η μελλοντική ζήτηση εξαρτάται από την εκτίμηση του κράτους για τη γεωπολιτική κατάσταση, η οποία αλλάζει μέσα σε μία νύχτα. Σε μια οικονομία χωρίς παρέμβαση, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν έχουν κίνητρο να σηκώσουν σήμερα το κόστος.
Οι λύσεις των δύο παγκοσμίων πολέμων ποίκιλλαν: «εργοστάσια σκιές» στη Βρετανία, εγκαταστάσεις κρατικής ιδιοκτησίας με ιδιωτική διαχείριση στις ΗΠΑ, δημόσιες επιχειρήσεις στη Σοβιετική Ένωση αλλά και στη Γερμανία, με τα Reichswerke Hermann Göring. Το σύγχρονο αντίστοιχο είναι οι συμβάσεις δυναμικότητας, όπου το κράτος καταβάλλει τέλος διατήρησης σε αναδόχους ώστε να κρατούν πλεονάζουσα ικανότητα μαζικής παραγωγής.
Η Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου πλήρωσε την καθυστέρηση. Χρειάστηκαν δύο χρόνια για να αναγνωρίσει η στρατιωτική ηγεσία το πρόβλημα. Τον Αύγουστο του 1916 ξεκίνησε το Πρόγραμμα Χίντενμπουργκ, που προέβλεπε έως τον Μάιο του 1917 διπλασιασμό της παραγωγής εκρηκτικών και ορισμένων εξοπλισμών και τριπλασιασμό άλλων.
Ήταν πολύ φιλόδοξο και πολύ αργοπορημένο. Εργατικά χέρια, άνθρακας, χάλυβας και μεταφορικά μέσα δεν επαρκούσαν, η κατανάλωση συρρικνώθηκε και ορισμένα έργα δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως για να αποτραπεί η ήττα.
Μάθημα 2: Η τριβή είναι ο εχθρός της επιστράτευσης
Ο Κλαούζεβιτς περιέγραφε την τριβή ως όλα τα μικρά πράγματα που πάνε στραβά όταν το σχέδιο γίνεται πραγματικότητα. Η έκθεση διακρίνει πέντε μορφές: την υλική τριβή από την απότομη ανακατανομή πόρων, την ψυχολογική από τον φόβο και την εξάντληση, την τριβή υπερβολής από ασυντόνιστες αποφάσεις, την πολιτική τριβή από τις ανατροπές σε τιμές και μισθούς και την εξωτερική τριβή από την αποστασία εμπορικών εταίρων, τον αποκλεισμό και τους βομβαρδισμούς.
Το 1914 όλες οι μεγάλες δυνάμεις μπήκαν στον πόλεμο με αποθέματα για λίγες εβδομάδες ή μήνες. Τα πυρομαχικά εξαντλήθηκαν πρώτα και οι ελλείψεις απλώθηκαν σε πυροβόλα, εκρηκτικά, άλογα, στολές, ιατρικό υλικό και τρόφιμα.
Ό,τι έγινε το καλοκαίρι του 1917 με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο επανέλαβε απλώς όσα είχαν συμβεί το φθινόπωρο του 1914 σε όλη την Ευρώπη: κατασκευαστές υπερφορτωμένοι από αντικρουόμενες παραγγελίες και κύριοι ανάδοχοι που μετατράπηκαν σε δεύτερη σειρά κρατικών υπηρεσιών προμηθειών.
Η πρώτη απάντηση ήρθε ήδη τον Αύγουστο του 1914, όταν το πρωσικό Υπουργείο Πολέμου ίδρυσε το Τμήμα Πολεμικών Πρώτων Υλών, υπό τον Walther Rathenau, τότε διευθυντή της γερμανικής ηλεκτροτεχνικής εταιρείας AEG. Το τμήμα μονοπωλούσε την προσφορά κρίσιμων υλικών και τα κατένεμε σε εταιρείες που παρήγαν πολεμική ισχύ, με στελέχωση από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Ο όρος «πολεμικές πρώτες ύλες» καθιερώθηκε το 1915 και περιλάμβανε μέταλλα, χημικά, καύσιμα και ίνες. Για πρώτη φορά στην ιστορία αποδείχθηκε εύκολο να συγκροτηθεί στρατός πολύ μεγάλος για να τον τροφοδοτήσει μια οικονομία πλήρους απασχόλησης.
Μάθημα 3: Τα σχέδια είναι άχρηστα, ο σχεδιασμός όμως απαραίτητος
Η περίφημη αυτή ρήση αποδίδεται στον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Στην ιστορία των πολέμων, τα περισσότερα επιχειρησιακά σχέδια αποδείχθηκαν άχρηστα, καθώς βασίστηκαν σε λανθασμένα σενάρια.
Για παράδειγμα, η Γερμανία προετοιμαζόταν επί δύο δεκαετίες —έως το 1914— για μια ναυτική αναμέτρηση με τη Βρετανία, αλλά τελικά αναγκάστηκε να διεξάγει έναν εντελώς διαφορετικό πόλεμο: τον φθαρτικό πόλεμο των χαρακωμάτων.
Η Ιαπωνία, μετά από τις βαριές ήττες που υπέστη από τον Κόκκινο Στρατό το 1938 και το 1939 (στα σύνορα της Μαντζουρίας), στράφηκε το 1941 προς τη Νοτιοανατολική Ασία. Ωστόσο, η περιοχή αυτή —παρότι διέθετε πετρέλαιο και βωξίτη— δεν κάλυπτε τις συνολικές ανάγκες της, καθώς χώρες όπως η Ινδονησία, η Μαλαισία και οι Φιλιππίνες ήταν ελλειμματικές σε τρόφιμα.
Παρόμοια, όταν ο Χίτλερ κατέλαβε τη Γαλλία το 1940 (σε μεγάλο βαθμό από τύχη), βρέθηκε να διαχειρίζεται άλλη μία επικράτεια που ήταν επίσης εισαγωγέας τροφίμων. Ωστόσο, η διαδικασία του σχεδιασμού καθαυτή αποδείχθηκε ανεκτίμητη, διότι εκπαίδευσε τους μηχανισμούς στη διαχείριση κρίσεων. Τη δεκαετία του 1920, το αμερικανικό Γενικό Επιτελείο είχε εκπονήσει ένα οργανωμένο πλάνο γύρω από την «Ημέρα Μ» (M-Day / Mobilization Day), δηλαδή τη στιγμή που θα συνέπιπταν η κήρυξη γενικής επιστράτευσης και η κρατική χρηματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας.
Όταν η Γαλλία έπεσε τον Ιούνιο του 1940, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον επανεξοπλισμό τους σταδιακά, χωρίς να κηρύξουν επισήμως την «Ημέρα Μ». Έτσι, όταν τελικά εισήλθαν στον πόλεμο 18 μήνες αργότερα (τον Δεκέμβριο του 1941), η στιγμή για εκείνο το αρχικό πλάνο είχε πια παρέλθει.
Παρότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, η προηγηθείσα προετοιμασία εκπλήρωσε τον σκοπό της: μείωσε δραστικά τις τριβές και το κόστος μετάβασης της αμερικανικής οικονομίας σε πολεμική τροχιά.
Αντίστοιχα, η συστηματική διαδικασία σχεδιασμού επέτρεψε στον Στάλιν να εστιάσει εγκαίρως στη «σταθερότητα των μετόπισθεν» και τη διανομή τροφίμων, στη Γερμανία να μελετήσει εκ των προτέρων τον έλεγχο των πρώτων υλών, και στη Βρετανία να συντάξει λεπτομερή πλάνα κινητοποίησης για κάθε τομέα της οικονομίας. Η έλλειψη τέτοιου θεσμικού σχεδιασμού κατέστησε τη Γερμανία και την Ιταλία τις μεγάλες εξαιρέσεις που υπέφεραν από διοικητικό χάος.
Μάθημα 4: Σε μακροχρόνιο πόλεμο το κόστος μετράει
Το «νίκη με κάθε κόστος» του Τσόρτσιλ τον Μάιο του 1940 ήταν καλό σύνθημα, όμως σε παρατεταμένο, μακροχρόνιο πόλεμο η εξάντληση των πόρων φθείρει και την αποφασιστικότητα και τη δυναμικότητα. Η Γερμανία ηττήθηκε το 1918 εξαιτίας του υψηλού οριακού κόστους της επιστράτευσης. Τριάντα χρόνια δασμολογικής προστασίας την είχαν κρατήσει σχεδόν αυτάρκη σε τρόφιμα: εισήγαγε μόνο το ένα πέμπτο των θερμίδων της, έναντι δύο τρίτων για τη Βρετανία. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβότερα τρόφιμα και λιγότερες θερμίδες και πρωτεΐνες για τα γερμανικά νοικοκυριά.
Ο πόλεμος στέρησε από τη γεωργία νέους άνδρες, άλογα, μηχανήματα και λιπάσματα, ενώ οι αγρότες επέστρεψαν στην αυτοκατανάλωση. Η σίτιση των Βερολινέζων από το Βραδεμβούργο κόστιζε πολύ περισσότερο από τη σίτιση των Λονδρέζων από την Αμερική και την Αυστραλία. Η γερμανική οικονομία ήταν η πιο επιστρατευμένη μεγάλη δύναμη και κατέρρευσε λίγους μήνες μετά τις μεγαλύτερες νίκες της στο Δυτικό Μέτωπο. Ο Harrison παρομοιάζει τον παρατεταμένο πόλεμο με μαραθώνιο, όπου χάνει και όποιος προσπαθεί λίγο και όποιος προσπαθεί υπερβολικά.
Παράδειγμα η Γερμανία στον Β’ ΠΠ (Πίνακας 2). Ενώ ξόδευε τα περισσότερα από κάθε Σύμμαχο ως ποσοστό του ΑΕΠ (70%), δεν κατάφερε να νικήσει. Το ίδιο και η Ιαπωνία με ποσοστό 76%. Τα ποσοστά αυτά είναι τρομακτικά όταν κατευθύνονται σε πολεμικές ενέργειες και ας μην ξεχνάμε ότι τότε τόσο η Γερμανία, όσο και η Ιαπωνία ήταν υπερδυνάμεις με τεράστια οπλοστάσια, ικανότατα εργοστάσια/σχεδιαστές, ανώτερη τεχνολογία όπλων και αποδεδειγμένες ικανότητες επί του πεδίου.
Πίνακας 2: Μέγιστες πολεμικές δαπάνες ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, αντίστοιχο με το σημερινό ΑΕΠ

Μάθημα 5: Και οι τιμές έχουν σημασία
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η γερμανική κυβέρνηση επέβαλε ανώτατα όρια τιμών (πλαφόν) στο ψωμί και τις πατάτες, αφήνοντας όμως την τιμή του κρέατος ελεύθερη. Αυτό οδήγησε τους αγρότες στο να ταΐζουν τα ζώα τους με τα φθηνά σιτηρά, αντί να τα διαθέτουν στην αγορά.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, τις αρχές του 1915 διατάχθηκε η μαζική σφαγή πέντε εκατομμυρίων χοίρων. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε αρχικά μια προσωρινή υπερπροσφορά κρέατος, η οποία όμως ακολουθήθηκε από οξεία έλλειψη τροφίμων και σημαντική απώλεια φυσικού λιπάσματος (κοπριάς) για τις καλλιέργειες, χωρίς τελικά να ανακάμψει η διοχέτευση των σιτηρών στην αγορά.
Τα σήματα των τιμών μεταφέρουν κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις μεταβαλλόμενες ελλείψεις αγαθών. Η ικανότητα υποκατάστασης των πόρων βάσει αυτών των σημάτων εξηγεί το πώς η Βρετανία άντεξε τον ναυτικό αποκλεισμό στον Α΄ ΠΠ, αλλά και το πώς η Γερμανία κατάφερε να συνεχίσει τον πόλεμο στον Β΄ ΠΠ παρά τους αδιάκοπους συμμαχικούς βομβαρδισμούς.
Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση —αν και προετοιμάστηκε πιο συστηματικά από κάθε άλλη δύναμη, αντέχοντας τέσσερα χρόνια ολοκληρωτικού πολέμου— βασίστηκε σε ένα σύστημα διανομής με δελτίο και αυστηρά καθηλωμένες τιμές. Αυτό το άκαμπτο μοντέλο αποδείχθηκε εκ των υστέρων ανίκανο να προσαρμοστεί στη μεταπολεμική άνοδο του τομέα των υπηρεσιών και των τεχνολογιών πληροφορίας.
Μάθημα 6: Η αυτάρκεια είναι ψευδαίσθηση
Κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, οι μελλοντικές δυνάμεις του Άξονα επιδίωξαν την υποκατάσταση των εισαγωγών: η Ιταλία μέσω της πολιτικής της «αυτάρκειας» (autarchia), η Γερμανία μέσω του Τετραετούς Σχεδίου και η Ιαπωνία με τη δημιουργία ενός κλειστού οικονομικού μπλοκ που περιλάμβανε την Ιαπωνία, τη Μαντζουρία και τη Βόρεια Κίνα.
Αντίστοιχα, η Σοβιετική Ένωση είχε περιορίσει το εξωτερικό της εμπόριο σε ποσοστό κάτω του 1% του ΑΕΠ στα τέλη της δεκαετίας του 1930, σε σημείο που ο Στάλιν ενέκρινε προσωπικά ακόμα και μικροαγορές ελάχιστων δολαρίων.
Όταν όμως ξεσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η αυτάρκεια αποδείχθηκε ουτοπία: οι ΗΠΑ χρειάστηκε να εφοδιάσουν τον Κόκκινο Στρατό (μέσω του προγράμματος Lend-Lease) με περισσότερους από 35.000 ασυρμάτους και ένα εκατομμύριο μίλια τηλεγραφικού καλωδίου —πέρα από τα δεκάδες χιλιάδες στρατιωτικά οχήματα, αεροσκάφη και λοιπό εξοπλισμό.
Μόνο έτσι μπόρεσε η ΕΣΣΔ να αξιοποιήσει το τεράστιο πλεονάζον έμψυχο δυναμικό της, συμπληρώνοντας τα μέσα που η ίδια η σοβιετική βιομηχανία αδυνατούσε ή δεν προλάμβανε να παράγει.
Στη Γερμανία, η προσπάθεια για ενεργειακή αυτάρκεια μέσω της παραγωγής συνθετικών καυσίμων από άνθρακα απορροφούσε στα μέσα του πολέμου περίπου μισό εκατομμύριο εργαζομένους, με την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο να αγγίζει μόλις το ένα δέκατο της αντίστοιχης αμερικανικής.
Αυτό το τεράστιο κόστος οδήγησε το 1942 σε οξεία έλλειψη πετρελαίου, καθιστώντας στρατηγική προτεραιότητα την προέλαση προς τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου (μέσω της μοιραίας μάχης του Στάλινγκραντ), αντί για την κατάληψη της Μόσχας.
Αντίθετα, η Βρετανία βασίστηκε στην οικονομική αλληλεξάρτηση με εταίρους και συμμάχους. Οι Σύμμαχοι συντόνισαν αποτελεσματικά τους πόρους των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας υπό το πλαίσιο της «αμοιβαίας βοήθειας» —μια στρατηγική που αποδείχθηκε πολύ πιο επιτυχής από το δόγμα του Άξονα «ο πόλεμος τρέφει τον πόλεμο».
Μάθημα 7: H τεχνολογία δεν αναχαιτίζει τη φθορά
Σε κάθε πόλεμο υπήρξε ένα «θαυματουργό όπλο»: δηλητηριώδη αέρια και υποβρύχια στον Α΄ Παγκόσμιο, βομβαρδιστικά μεγάλης ακτίνας, βαλλιστικοί πύραυλοι V1 & V2 και ατομική βόμβα στον Β΄. Κανένα δεν τερμάτισε τη φθορά.
Οι ΗΠΑ έβαλαν δύο δισ. δολάρια στο Πρόγραμμα Μανχάταν, ενώ ο Χίτλερ περιόρισε την ατομική έρευνα και στράφηκε στα όπλα V, με κονδύλια ανάλογα με την αμερικανική βόμβα, σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας του. Αποτέλεσμα να επισπευστεί η γερμανική ήττα.
Ακόμη και μετά την ισοπέδωση δύο πόλεων, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1945 η Ιαπωνία συνθηκολόγησε αφενός, αφετέρου βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου. Σήμερα, στην Ουκρανία, ο πόλεμος φθοράς εκτυλίσσεται ξανά κάτω από μια πυρηνική ομπρέλα.
Μάθημα 8: Ανικανότητα και ιδιοτέλεια, αγαθά πολυτελείας
Αποτελεσματική πολιτική απαιτεί αμερόληπτη και ικανή διοίκηση. Μόνο οι πραγματικά πλούσιες χώρες μπορούσαν να οργανώσουν ικανή παραγωγή και να βρουν προσόδους. Στη Γερμανία του Α΄ Παγκοσμίου οι στρατηγοί ήταν αμερόληπτοι και οι βιομήχανοι ικανοί, όμως η ηγεσία απέτυχε στις κρίσιμες αποφάσεις. Ο Χίντενμπουργκ και ο Λούντεντορφ, που ανέλαβαν την Ανώτατη Διοίκηση το καλοκαίρι του 1916, εστίασαν σε πυροβόλα και εκρηκτικά, παραμελώντας θωρακισμένα οχήματα και αεροσκάφη.
Τα αεροσκάφη αντιστοιχούσαν στον Β΄ Παγκόσμιο από το ένα τρίτο έως το μισό της αξίας όλων των εξοπλισμών κάθε μεγάλης δύναμης. Το 1935 η Γερμανία ήταν παγκόσμια πρωτοπόρος, με τη Σοβιετική Ένωση πολύ κοντά.
Ωστόσο, υπό τον Χέρμαν Γκέρινγκ, η παραγωγή ήταν αποδιοργανωμένη και έως το 1942 είχε υστερήσει στρατηγικά, ενώ η άνοδος του 1943 και του 1944 ήταν ανεπαρκής, με σοβαρές ελλείψεις πιλότων και καυσίμων, αργοπορημένη και σε πολλούς τομείς λανθασμένη (πχ. έμφαση στην ποιότητα αντί στην ποσότητα, λάθος επιλογή όπλων, παραγγελίες ανάλογα με τις φιλίες στο κόμμα, ανεπαρκής εκπαίδευση, έλλειψη συντονισμού παραγωγής, άχρηστος ανταγωνισμός κατασκευαστών).
Η Ιταλία, πρωτοπόρος της αεροναυτικής στον μεσοπόλεμο με τον Μουσολίνι ως «πρώτο πιλότο», είδε την παραγωγή να μειώνεται συνεχώς από το 1941 και μετά. Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία ήταν ανίκανες να αναπληρώσουν σοβαρές απώλειες σε άψυχο και έμψυχο υλικό, κάτι που διέθεταν εν αφθονία ΗΠΑ, ΕΣΣΔ.
Μάθημα 9: Το ΑΕΠ επιστρέφει
Οι ΗΠΑ επιστράτευσαν σχεδόν το 40% του ΑΕΠ τους στον Β΄ Παγκόσμιο, η Ιαπωνία το 75%. Όμως το προπολεμικό αμερικανικό ΑΕΠ ήταν σχεδόν πενταπλάσιο. Η εντονότερη ιαπωνική επιστράτευση μείωσε την υλική υπεροχή από πενταπλάσια σε τριπλάσια, όχι αρκετά. Αντίθετα, στη σύγκρουση Γερμανίας και ΕΣΣΔ, με παρόμοιο ΑΕΠ, αποφασιστική ήταν η πιο αποτελεσματική σοβιετική βιομηχανική πολιτική τυποποιημένης παραγωγής.
Πίνακας 3: Πραγματικό ΑΕΠ σε δισ. διεθνή δολάρια τιμών 1990
Το ΑΕΠ χάνει τη σημασία του όταν η αποφασιστικότητα δεν είναι συμμετρική, όπως στο Βιετνάμ. Στον πόλεμο της Ουκρανίας, το ρωσικό ΑΕΠ είναι πενταπλάσιο του ουκρανικού, όμως το ΑΕΠ της Ουκρανίας μαζί με των φίλων και συμμάχων/υποστηρικτών της είναι πολλαπλάσιο του ρωσικού. Τα πλεονεκτήματα της αμοιβαίας στήριξης στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) είναι, κατά τον συγγραφέα, τεράστια για όλα τα μέλη.
Μάθημα 10: Ο πόλεμος δεν είναι ο μόνος κίνδυνος
Η βιομηχανική πολιτική «δύσκολα πεθαίνει». Στη Βρετανία οι σχέσεις κράτους και βιομηχανίας του Α΄ Παγκοσμίου ενίσχυσαν πρακτικές μη ανταγωνισμού, ενώ η κυβέρνηση των Εργατικών του 1945 κρατικοποίησε άνθρακα και χάλυβα, φρενάροντας την ανάπτυξη για τριάντα χρόνια. Το δελτίο τροφίμων καταργήθηκε μέσα σε μια δεκαετία, όμως η ιδιωτικοποίηση περίμενε τη δεκαετία του 1980 και τη Θάτσερ.
Το 1961 ο Αϊζενχάουερ, στον Λευκό Οίκο από το 1953, προειδοποίησε για το «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα». Στις ΗΠΑ αυτό ήταν κάτι προσωρινό πριν εκτοξευτεί η οικονομία της χώρας σε άλλους τομείς πλην των όπλων και ειδικά στην τεχνολογία αιχμής.
Στην ΕΣΣΔ όμως το σύμπλεγμα επιβίωσε τριάντα χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και παραμένει ζωντανό στη σημερινή Ρωσία, η οποία το ανέδειξε και στην πράξη επιλέγοντας την οικονομία ενός πολέμου μέσω της εισβολής στην Ουκρανία.
Ο Harrison κρίνει ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι υπαρκτοί αλλά υποθετικοί μπροστά στο κόστος ενός νέου πολέμου μεγάλων δυνάμεων.
Το λάθος ενός καθηγητή
Ο συγγραφέας ομολογεί ότι επί τριάντα χρόνια δίδασκε πως η μελέτη των δύο παγκοσμίων πολέμων δεν έχει πρακτική αξία, επειδή [υποτίθεται ότι] τα πυρηνικά όπλα θα απέκλειαν νέους παρατεταμένους μαζικούς πολέμους.
Σήμερα παραδέχεται [και αποδεικνύεται] ότι έκανε λάθος, πιστεύοντας ότι μια τεχνολογική πρόοδος μπορεί να τερματίσει έναν παράλληλο πόλεμο φθοράς (Μάθημα 7).
Ο σημερινός κόσμος, πλουσιότερος, δικαιότερος και ελεύθερος, δεν είναι καταδικασμένος σε έναν νεο μεγάλο, παγκόσμιο πόλεμο. Όμως σε πολλά σημεία μοιάζει με τον κόσμο της δεκαετίας του ’30: H Aκροδεξιά ανεβαίνει παντού και ισχυροί δικτάτορες, κάτω από δημοκρατικό μανδύα και μάσκα, επιβουλεύονται νέα εδάφη, ενώ εξοπλίζονται. Αρκούν όμως μερικές μικρότερες συρράξεις (Ουκρανία, Ιράν, κλπ) για να διαταραχθουν οι αγορές και η παγκόσμια ισορροπία να κλυδωνίζεται σε επικίνδυνους ρυθμούς.
Για να διατηρηθεί τελικά η ειρήνη, οι δημοκρατίες (όπου υπάρχουν ακόμα ως τέτοιες…) πρέπει να είναι πρόθυμες και ικανές να αποτρέψουν την επιθετικότητα, κάτι που τη δεκαετία του 1930 δεν έγινε επαρκώς.
Χρειάζονται να παρθούν πρακτικά βήματα και μέτρα – και η Ιστορία μας βοηθά να τα εντοπίζουμε.
Αν είναι να μας μείνει ένα μάθημα, ας είναι αυτό.
