Νορβηγία: Το fund των 2,3 τρισ. δολαρίων ανοίγει την πόρτα στους κολοσσούς της άμυνας

Το Ταμείο δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990 για να επενδύει τα έσοδα της Νορβηγίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Η σημαία της Νορβηγίας © Unsplash

Μια σημαντική στροφή στην επενδυτική πολιτική του εξετάζει το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, ανοίγοντας ενδεχομένως τον δρόμο για τοποθετήσεις σε μεγάλους δυτικούς αμυντικούς ομίλους που βρίσκονται σήμερα εκτός χαρτοφυλακίου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η επανεξέταση των κανόνων δεοντολογίας του μεγαλύτερου κρατικού fund στον κόσμο, με περιουσιακά στοιχεία περίπου 2,3 τρισ. δολαρίων, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια επαναφέρει στο τραπέζι τη σχέση επενδύσεων, εθνικής ασφάλειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι υφιστάμενοι κανόνες αποκλείουν εταιρείες όπως οι Airbus, BAE Systems, Boeing, BWX Technologies και Lockheed Martin, λόγω της συμμετοχής τους στην παραγωγή πυρηνικών όπλων. Ωστόσο, το fund δεν απέχει συνολικά από τον αμυντικό κλάδο: διαθέτει ήδη συμμετοχή 2,3% στη γερμανική Rheinmetall και 1,5% στην ιταλική Leonardo.

Ωστόσο, σύμφωνα με το CNBC, η αρμόδια ανεξάρτητη επιτροπή παρέδωσε την Πέμπτη στο νορβηγικό υπουργείο Οικονομικών τις προτάσεις της, εισηγούμενη ουσιαστικές αλλαγές στους περιορισμούς για την αμυντική βιομηχανία. Η διαδικασία αναθεώρησης είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 2025, μετά τις αντιπαραθέσεις που προκάλεσαν αποεπενδύσεις από ισραηλινές και αμερικανικές επιχειρήσεις. Η επιτροπή προτείνει να διατηρηθεί το κριτήριο αποκλεισμού για τα πυρηνικά όπλα, αλλά να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του. Συγκεκριμένα, εισηγείται εξαίρεση για εταιρείες που εδρεύουν σε κράτη τα οποία αναγνωρίζονται ως πυρηνικές δυνάμεις από τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και είναι σύμμαχοι της Νορβηγίας. Μια τέτοια αλλαγή θα επέτρεπε την επανένταξη αρκετών ευρωπαϊκών και αμερικανικών επιχειρήσεων που κατασκευάζουν εξαρτήματα για πυρηνικά όπλα.

Παράλληλα, η επιτροπή θεωρεί ότι το επενδυτικό πλαίσιο πρέπει να επιτρέπει συμμετοχές σε παραγωγούς οπλικών συστημάτων που χρειάζεται η ίδια η Νορβηγία για την άμυνά της. Προτείνει επίσης να καταργηθεί η απαίτηση αξιολόγησης των κατασκευαστών όπλων ως προς το εάν τα προϊόντα τους χρησιμοποιούνται από κράτη σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

Η γεωπολιτική πίσω από την αναθεώρηση

Στο σκεπτικό της επιτροπής κυριαρχούν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή ασφάλεια και η υποχώρηση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες. Όπως επισημαίνει, η Norges Bank οφείλει να είναι προετοιμασμένη για καταστάσεις στις οποίες οι συγκρούσεις εξελίσσονται σε πόλεμο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον κίνδυνο αντιποίνων. Οι αποκλεισμοί για λόγους δεοντολογίας μπορούν πλέον ευκολότερα να ερμηνευθούν από άλλες κυβερνήσεις ως άσκηση νορβηγικής εξωτερικής πολιτικής, με πιθανές συνέπειες τόσο για το fund όσο και για ευρύτερα συμφέροντα της χώρας.

Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της Ουάσιγκτον τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επέκρινε την αποεπένδυση από την Caterpillar και πέντε ισραηλινές τράπεζες. Η NBIM είχε επικαλεστεί απαράδεκτο κίνδυνο συμβολής σε παραβιάσεις δικαιωμάτων στα παλαιστινιακά εδάφη. Ο υπουργός Οικονομικών Γενς Στόλτενμπεργκ είχε τότε υπογραμμίσει ότι δεν επρόκειτο για πολιτική απόφαση.

Αντιδράσεις και αποφάσεις το 2027

Οι προτάσεις προκάλεσαν αντιδράσεις οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Διεθνής Αμνηστία Νορβηγίας προειδοποίησε ότι ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη λογοδοσία και βασικές δικλίδες προστασίας, τονίζοντας πως οι επιλογές του μεγαλύτερου κρατικού επενδυτικού ταμείου επηρεάζουν επενδυτές και επιχειρήσεις πέρα από τα νορβηγικά σύνορα. Από την πλευρά του, ο Νορβηγικός Ερυθρός Σταυρός χαρακτήρισε ηθικά και ανθρωπιστικά ακατανόητη την προοπτική επενδύσεων σε παραγωγούς πυρηνικών όπλων, προειδοποιώντας για αποδυνάμωση του διεθνούς στίγματος που τα συνοδεύει.

Θα ακολουθήσει δημόσια διαβούλευση, με την κεντρική τράπεζα να αναμένεται να τοποθετηθεί τον Ιανουάριο. Το υπουργείο Οικονομικών θα παρουσιάσει νέο πλαίσιο την άνοιξη και η Βουλή αναμένεται να ψηφίσει στα μέσα του 2027.

Το Ταμείο, που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990 για να επενδύει τα έσοδα της Νορβηγίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους θεσμικούς επενδυτές διεθνώς. Τη διαχείρισή του ασκεί η Norges Bank Investment Management (NBIM), ενώ οι αποφάσεις αποκλεισμού εταιρειών βασίζονταν παραδοσιακά σε εισηγήσεις ανεξάρτητου Συμβουλίου Δεοντολογίας.