Ακρίβεια δίχως τέλος: Η ΕΚΤ βλέπει νέες ανατιμήσεις στα τρόφιμα το 2027

Ενέργεια και ακραία καιρικά φαινόμενα αναζωπυρώνουν τις πιέσεις, σχεδόν το ένα τρίτο των δαπανών των φτωχότερων Ελλήνων πηγαίνει στη διατροφή

Πληθωρισμός, τρόφιμα ©Eurokinissi/ Μιχάλης Καραγιάννης

Νέες πιέσεις στο καλάθι του σούπερ μάρκετ προμηνύει ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προειδοποιώντας ότι η πρόσφατη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τροφίμων ενδέχεται να αποδειχθεί προσωρινή.

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων δημιουργούν προϋποθέσεις επιτάχυνσης των ανατιμήσεων το 2027, ενώ οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν τον λογαριασμό των προηγούμενων αυξήσεων.

Για την Ελλάδα, η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του μεγάλου μεριδίου που καταλαμβάνει η διατροφή στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, δηλαδή 371,20 ευρώ. Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, το αντίστοιχο μερίδιο φτάνει το 31,9%, έναντι 13,2% στο πλουσιότερο 20%.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν πόσο άνισα μπορεί να κατανεμηθεί μια νέα αύξηση τιμών. Όσο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού καλύπτει βασικές ανάγκες, τόσο μικρότερα είναι τα περιθώρια απορρόφησης ανατιμήσεων χωρίς περικοπές σε άλλες αγορές. Ήδη, η ελληνική έρευνα καταγράφει μειώσεις στις καταναλισκόμενες ποσότητες ψαριών κατά 2,6%, ψωμιού και ειδών αρτοποιίας κατά 2,4% και λαχανικών κατά 1,6% το 2025.

Στην ευρωζώνη, ο πληθωρισμός τροφίμων υποχώρησε από 2,6% τον Ιανουάριο του 2026 σε 1,1% τον Αύγουστο, πριν ενισχυθεί στο 1,3% τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο, η επιβράδυνση σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται με χαμηλότερη ταχύτητα. Το επίπεδό τους παραμένει περίπου 30% υψηλότερο από το τέλος του 2021, εξηγώντας γιατί η στατιστική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη ανακούφιση στο ταμείο.

Η αποκλιμάκωση στηρίχθηκε κυρίως στις καλές ευρωπαϊκές σοδειές του 2025 και στην υποχώρηση διεθνών τιμών προϊόντων όπως ο καφές, το κακάο και η ζάχαρη. Οι ευνοϊκές αυτές επιδράσεις συνεχίζουν να περνούν στην κατανάλωση, συγκρατώντας τις αυξήσεις. Σταδιακά, όμως, εξασθενούν, ενώ νέες επιβαρύνσεις συσσωρεύονται στην παραγωγή.

Πώς η ενέργεια φτάνει στο ράφι

Το πρώτο μέτωπο είναι η ενέργεια. Η άνοδος των τιμών της επιβαρύνει τις μεταφορές, τα λιπάσματα, τη συσκευασία και τη μεταποίηση, με καθυστέρηση αρκετών μηνών μέχρι να εμφανιστεί στις τελικές τιμές. Η ΕΚΤ, σε άρθρο στο blog της, επισημαίνει ότι οι τιμές παραγωγού των λιπασμάτων έχουν αυξηθεί απότομα μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, λόγω τόσο ενεργειακού κόστους όσο και διαταραχών στην προσφορά.

Μεγαλύτερη έκθεση εμφανίζουν τα σιτηρά και προϊόντα όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά και τα αρτοσκευάσματα. Μέσω των ζωοτροφών, οι επιβαρύνσεις μπορούν να μεταφερθούν στα γαλακτοκομικά και στο κρέας. Παράλληλα, το ακριβότερο φυσικό αέριο αυξάνει το κόστος παραγωγής λιπασμάτων και θέρμανσης των θερμοκηπίων.

Το δεύτερο μέτωπο αφορά τη ζέστη και την ξηρασία, που έπληξαν καλλιέργειες σε κρίσιμες φάσεις της φετινής περιόδου. Οι εκτιμήσεις των στελεχών της ΕΚΤ υποδεικνύουν πρόσθετη επίδραση 0,3 έως 0,8 ποσοστιαίων μονάδων στον πληθωρισμό τροφίμων της ευρωζώνης μέσα στον επόμενο χρόνο, με διαφοροποιήσεις μεταξύ χωρών και προϊόντων.

Η πρόβλεψη για το 2027

Οι προβολές του Σεπτεμβρίου τοποθετούν τον πληθωρισμό τροφίμων στο 3,4% το τρίτο τρίμηνο του 2027, πριν αρχίσει να υποχωρεί. Πρόκειται για πρόβλεψη για το σύνολο της ευρωζώνης και δεν προσδιορίζει την πορεία των ελληνικών τιμών. Δείχνει, πάντως, ότι οι κοινές πιέσεις στην αλυσίδα τροφίμων παραμένουν ενεργές.

Η ΕΚΤ δεν αναμένει επανάληψη της έντασης του κύματος που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το ενεργειακό σοκ είναι μικρότερο και η ασθενέστερη ζήτηση δυσκολεύει τη μετακύλιση του κόστους. Για τα ελληνικά νοικοκυριά, ωστόσο, ακόμη και ηπιότερες ανατιμήσεις βρίσκουν περιορισμένες αντοχές, καθώς προστίθενται σε ήδη υψηλές τιμές βασικών αγαθών.