Η επίμονη ακρίβεια στην Ελλάδα δεν οφείλεται μόνο σε εξωτερικές εξελίξεις, αλλά και σε εγχώριους παράγοντες, επισημαίνει η Morningstar DBRS, εστιάζοντας στην πολυετή υποεπένδυση σε παραγωγικούς τομείς.
Πιο αναλυτικά, σε δήλωσή του στο Powergame.gr, ο οικονομολόγος Yesenn El-Radhi απάντησε σε ερώτηση για την επιμονή της ακρίβειας στην Ελλάδα και τον υψηλότερο πληθωρισμό σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, αναφέροντας ότι «οι πληθωριστικές πιέσεις στην Ελλάδα δεν προκαλούνται μόνο από εξωτερικές εξελίξεις, αλλά και από εγχώριους παράγοντες». Ο οίκος αξιολόγησης συνδέει το πρόβλημα με μια πολυετή περίοδο υποεπένδυσης σε παραγωγικούς τομείς, τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και τον περιορισμένο ανταγωνισμό σε τμήματα της οικονομίας.
Οι αδυναμίες αυτές, όπως εξηγεί, έχουν μειώσει τη δυνατότητα της οικονομίας να ανταποκρίνεται στην αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση χωρίς αυξήσεις τιμών. Ως εκ τούτου, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ακρίβεια, χρειάζεται να ενισχυθεί η δυνατότητα της χώρας να παράγει περισσότερα και αποδοτικότερα.
Οι τρεις παρεμβάσεις
Η Morningstar DBRS προσδιορίζει τρεις βασικές κατευθύνσεις για την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας: ισχυρότερο ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων, περισσότερες επενδύσεις σε έργα που αυξάνουν την παραγωγικότητα και αντιμετώπιση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.
Η πρώτη αφορά τη λειτουργία των αγορών. Ο οίκος προτάσσει την ενίσχυση του ανταγωνισμού ως μέρος της απάντησης στις εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις.
Η δεύτερη αφορά την ποιότητα των επενδύσεων. Η DBRS δίνει έμφαση σε έργα που βελτιώνουν την παραγωγικότητα, δηλαδή την ικανότητα της οικονομίας να αυξάνει την παραγωγή της αξιοποιώντας αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους πόρους. Έτσι, η αύξηση της ζήτησης μπορεί να συναντά μεγαλύτερη προσφορά, περιορίζοντας τις πιέσεις στις τιμές.
Η τρίτη συνδέεται με την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Ο οίκος επισημαίνει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην επαγγελματική κατάρτιση, ώστε οι δεξιότητες των εργαζομένων να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες της αγοράς. Η κάλυψη αυτού του κενού αποτελεί, κατά την ανάλυσή του, αναγκαίο συστατικό μιας ισχυρότερης παραγωγικής βάσης.
Σημειώνει δε ότι «μακροπρόθεσμα, μια περισσότερο παραγωγική και διαφοροποιημένη οικονομία, αντί των προσωρινών ελέγχων τιμών, αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο προστασίας της αγοραστικής δύναμης των ελληνικών νοικοκυριών».
Το χάσμα με την Ευρωζώνη
Τα πρόσφατα στοιχεία από Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν την απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή υπηρεσία, για τον Σεπτέμβριο του 2026, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5,1% στην Ελλάδα, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη, όταν τον Αύγουστο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 3,7% και 3,2%, επομένως η απόκλιση διευρύνθηκε αισθητά.
Από την πλευρά της, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε επίσης επιτάχυνση του ετήσιου πληθωρισμού τον Σεπτέμβριο, με τις αυξήσεις στο κόστος στέγασης και μετακίνησης να εντείνουν την πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 5% σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν η αντίστοιχη ετήσια αύξηση ήταν 1,9%. Τον Αύγουστο, είχε διαμορφωθεί σε 3,8%.
Παράλληλα, σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2026, οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 2,1%, έναντι μηνιαίας ανόδου 0,8% τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους. Η πίεση αποτυπώνεται και στον μέσο δείκτη του δωδεκαμήνου Οκτωβρίου 2025–Σεπτεμβρίου 2026, ο οποίος αυξήθηκε κατά 3,6%, έναντι 2,5% στην προηγούμενη αντίστοιχη σύγκριση.
Τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση μεταξύ των βασικών ομάδων αγαθών και υπηρεσιών, καταγράφει η στέγαση, με 14,7%. Οι ανατιμήσεις αφορούν τα ενοίκια κατοικιών, την επισκευή και συντήρηση του σπιτιού, υπηρεσίες που σχετίζονται με την κατοικία, καθώς και τον ηλεκτρισμό, το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης και τα στερεά καύσιμα. Πρόκειται για ένα ευρύ μέτωπο επιβαρύνσεων, καθώς αγγίζει τόσο το ποσό που πληρώνουν οι ενοικιαστές για την κατοικία τους όσο και τις δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης του νοικοκυριού. Σε μηνιαία βάση, το εν λόγω κόστος αυξήθηκε κατά 2%, κυρίως λόγω ακριβότερου ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και στερεών καυσίμων.
Ακολουθούν οι μεταφορές, με ετήσια άνοδο 11,3%, εξαιτίας κυρίως των αυξήσεων στο πετρέλαιο κίνησης και στη βενζίνη. Ακριβότερες έγιναν επίσης η συντήρηση και επισκευή των μέσων προσωπικής μεταφοράς, άλλες σχετικές υπηρεσίες και τα αεροπορικά εισιτήρια. Αντίθετα, η πτώση των τιμών στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα περιόρισε μέρος της αύξησης. Σε σύγκριση με τον Αύγουστο, οι μεταφορές ανατιμήθηκαν κατά 2%. Η άνοδος των καυσίμων αντισταθμίστηκε εν μέρει από μειώσεις στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και στα αεροπορικά εισιτήρια.
