Γιατί η Σαουδική Αραβία δυσκολεύεται να νικήσει τους Χούθι

Η ανθεκτικότητα της οργάνωσης, το οπλοστάσιο και οι επιθέσεις που απειλούν τις πετρελαϊκές υποδομές και το εμπόριο στην Ερυθρά Θάλασσα

Στρατιώτης των Χούθι ετοιμάζεται να ρίξει αντιαρματική ρουκέτα RPG-7 εναντίον σαουδαραβικού στόχου © EPA/YAHYA ARHAB

Έναν αντίπαλο που έχει μάθει να επιβιώνει από πολυετείς βομβαρδισμούς, να ανανεώνει το οπλοστάσιό του και να πλήττει κρίσιμες υποδομές αντιμετωπίζει η Σαουδική Αραβία στην Υεμένη.

Η νέα στρατιωτική εκστρατεία κατά των Χούθι, με διακηρυγμένο στόχο την «εξάλειψή» τους, αναδεικνύει ξανά τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής απέναντι σε μια οργάνωση με βαθιές τοπικές ρίζες και υψηλή αντοχή στο κόστος του πολέμου.

Όπως αναλύει το Bloomberg, οι Χούθι έχουν εξελιχθεί από μια δύναμη ανταρτών σε υπολογίσιμο περιφερειακό παράγοντα. Ελέγχουν περιοχές όπου κατοικεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Υεμένης, διαθέτουν πυραύλους και drones και απειλούν τόσο τη σαουδαραβική οικονομία όσο και έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους εμπορικούς διαδρόμους παγκοσμίως.

Από την εξέγερση στον έλεγχο της Σαναά

Η οργάνωση, επισήμως γνωστή ως Ανσάρ Αλλάχ, προέρχεται από τη βορειοδυτική επαρχία Σαάντα. Τα μέλη της ανήκουν στον ζαϊδιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ. Αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990 και πρωταγωνίστησε σε διαδοχικές εξεγέρσεις, πριν καταλάβει την πρωτεύουσα Σαναά το 2014, πυροδοτώντας τον εμφύλιο πόλεμο.

Στις περιοχές που ελέγχει έχει επιβάλει κατασταλτική διακυβέρνηση, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων την κατηγορούν για βασανιστήρια, διώξεις θρησκευτικών μειονοτήτων και στρατολόγηση παιδιών.

Οι Χούθι συντονίζονται στενά με το Ιράν, αλλά διατηρούν αυτονομία αποφάσεων. Παράλληλα, περιορίζουν την εξάρτησή τους από έτοιμα ιρανικά όπλα, αξιοποιώντας δίκτυα λαθρεμπορίου και εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα από αγορές όπως η Κίνα. Η ενίσχυση της δικής τους παραγωγής δυσκολεύει τις προσπάθειες διακοπής του ανεφοδιασμού τους.

Πώς αναζωπυρώθηκε ο πόλεμος

Η εκεχειρία του 2022, με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, περιόρισε τις διασυνοριακές επιθέσεις. Παρότι έληξε επισήμως έξι μήνες αργότερα, η σχετική ηρεμία διατηρήθηκε σχεδόν τέσσερα χρόνια.

Η νέα κλιμάκωση ξεκίνησε τον Ιούλιο, όταν σαουδαραβικά μαχητικά έπληξαν το αεροδρόμιο της Σαναά, εμποδίζοντας την προσγείωση ιρανικού αεροσκάφους που μετέφερε αντιπροσωπεία των Χούθι. Ακολούθησαν επιθέσεις με πυραύλους και drones κατά της Σαουδικής Αραβίας και η ανακοίνωση «ναυτικού αποκλεισμού» του βασιλείου.

Τον Σεπτέμβριο, οι Χούθι προωθήθηκαν νοτιότερα, ενισχύοντας τον έλεγχό τους στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και κοντά στο στρατηγικό στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η ανατροπή αυτών των κερδών αποτέλεσε βασικό στόχο της εκστρατείας που ξεκίνησε στις αρχές Οκτωβρίου.

Το πλεονέκτημα του ασύμμετρου πολέμου

Η τεράστια έκταση της Σαουδικής Αραβίας δυσκολεύει την προστασία πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, αεροπορικών βάσεων και πόλεων. Οι Χούθι χρησιμοποιούν συνδυασμούς μικρών drones, πυραύλων κρουζ χαμηλής πτήσης και βαλλιστικών πυραύλων, περιπλέκοντας την αεράμυνα.

Παρά τις υψηλές αμυντικές δαπάνες και τον προηγμένο εξοπλισμό του, ο σαουδαραβικός στρατός εξακολουθεί να εκσυγχρονίζεται. Αντίθετα, οι Χούθι διαθέτουν πολεμική εμπειρία και μεγαλύτερη ανοχή στις απώλειες και την καταστροφή.

Οι κινητοί εκτοξευτές τους αποκρύπτονται εύκολα, ενώ εγκαταστάσεις παραγωγής όπλων βρίσκονται υπογείως, σε δύσβατο έδαφος. Ενδεικτικά, η αμερικανική εκστρατεία του 2025 περιέλαβε περισσότερα από 1.000 πλήγματα σε τρεις μήνες, χωρίς να εξουδετερώσει την οργάνωση.

Πετρέλαιο, επενδύσεις και ναυτιλία

Για το Ριάντ, το διακύβευμα υπερβαίνει την ασφάλεια των συνόρων. Οι επιθέσεις σε πόλεις και ενεργειακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών εγκαταστάσεων της Aramco, απειλούν την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και διαφοροποίησης της οικονομίας από το πετρέλαιο.

Για τη διεθνή ναυτιλία, η ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα συνεπάγεται μεγαλύτερες αποστάσεις και υψηλότερο κόστος. Η παράκαμψη μέσω του νότιου άκρου της Αφρικής προσθέτει χιλιάδες μίλια και μπορεί να επιμηκύνει τα ταξίδια κατά δύο εβδομάδες.

Η διεθνής στήριξη προς τη Σαουδική Αραβία παραμένει κυρίως αμυντική. Βρετανία και Γαλλία προσφέρουν μέσα προστασίας, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν την παροχή πληροφοριών, αποφεύγοντας περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση.

Η απροθυμία ευρύτερης εμπλοκής αντανακλά τη δυσκολία του εγχειρήματος. Η στρατιωτική πίεση μπορεί να περιορίσει επιχειρησιακές δυνατότητες, όμως η εξάλειψη μιας οργάνωσης με εδαφικό έλεγχο, δίκτυα ανεφοδιασμού και εμπειρία επιβίωσης απαιτεί πολύ περισσότερα από αεροπορικά πλήγματα, καταλήγει το Bloomberg.