Χούθι: Πώς οι “μαχητές της σαγιονάρας” δοκιμάζουν την πανάκριβη στρατιωτική μηχανή της Σαουδικής Αραβίας

Το «ξυπόλυτο τάγμα» των Χούθι παρακάμπτει τις «ασπίδες» Patriot και το «ισλαμικό ΝΑΤΟ», σκορπίζοντας πανικό στην ελίτ του «Νταβός της Ερήμου»

Mέλη του λαϊκού στρατού των Χούθι παρελαύνουν κατά τη διάρκεια παρέλασης στην επαρχία Αμράν της Υεμένης © EPA, OSAMAH YAHYA

Οι Χούθι αξιοποιούν φθηνά drones και πυραύλους για να δοκιμάσουν τις αμυντικές δυνατότητες της Σαουδικής Αραβίας. Παρά τις τεράστιες στρατιωτικές επενδύσεις, τα κενά στα ραντάρ, ο κατακερματισμός της διοίκησης και οι περιορισμοί στα πυρομαχικά αναδεικνύουν τις αδυναμίες του βασιλείου.

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή στρατιωτική και οικονομική κρίση, καθώς οι επιθέσεις των Χούθι πλήττουν κρίσιμες υποδομές και απειλούν τις εξαγωγές πετρελαίου, σύμφωνα με δημοσίευμα της Les Echos. Η κλιμάκωση αναδεικνύει τις αδυναμίες της αεράμυνας του βασιλείου και θέτει σε δοκιμασία τις φιλοδοξίες του διαδόχου του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Το «ξυπόλητο τάγμα» των Χούθι, οι περιβόητοι «μαχητές της σαγιονάρας», όπως τους έλεγαν υποτιμητικά, έφτασαν να πλήττουν το αεροδρόμιο του Ριάντ, σκορπίζοντας πανικό στους δισεκατομμυριούχους του «Νταβός της Ερήμου». Ούτε οι «ελληνικοί Patriot», ούτε οι περιφερειακές στρατιωτικές συμμαχίες με τη «Συμφωνία της Μέκκας», Τουρκίας-Πακιστάν-Σαουδικής Αραβίας, το αποκαλούμενο «ισλαμικό ΝΑΤΟ», απέτρεψαν τα πλήγματα.

Το πετρέλαιο ασφυκτιά σε Ορμούζ, Ερυθρά Θάλασσα και σαουδαραβικές υποδομές, εκθέτοντας τα όρια της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή της Μέσης Ανατολής που απειλείται με διευρυμένη ανάφλεξη στη σκιά των αποτυχιών στον πόλεμο του Ιράν.

Από τις αρχές Οκτωβρίου, το Ριάντ δέχεται επανειλημμένες επιθέσεις από τους Χούθι, με το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας και εγκαταστάσεις της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Aramco να βρίσκονται στο επίκεντρο. Οι αναστολές πτήσεων, η τηλεργασία και οι ακυρώσεις διεθνών διοργανώσεων επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα και πλήττουν τη διεθνή εικόνα της χώρας. Παράλληλα, η σύνοδος Ευρωπαϊκής Ένωσης – χωρών του Κόλπου, που είχε προγραμματιστεί για τις 24 Οκτωβρίου, αναβλήθηκε.

Η κλιμάκωση επεκτάθηκε και στην Υεμένη, όπου οι Χούθι εξαπέλυσαν πυραυλική επίθεση κατά του προεδρικού μεγάρου στο Άντεν, έδρα της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, τέσσερις άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από δέκα τραυματίστηκαν. Ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβέρνησης βγήκαν ασφαλείς.

Σύμφωνα με το AFP, η επίθεση υπογραμμίζει τη δυσκολία της Σαουδικής Αραβίας να σταθεροποιήσει την κατάσταση στη χώρα, παρά τη στρατιωτική υποστήριξη που παρέχει στις κυβερνητικές δυνάμεις.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από την αστάθεια στα στρατηγικής σημασίας περάσματα του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, με άμεσες συνέπειες για τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή τροφοδοσία. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει συρρίκνωση του σαουδαραβικού ΑΕΠ κατά 3,3% φέτος, εκτίμηση που ενδέχεται να αποδειχθεί αισιόδοξη εάν διευρυνθεί η σύγκρουση.

εκρηξη αεροδρομιο σαουδικη αραβια

Το αεροδρόμιο του Ριάντ στις φλόγες μετά από χτύπημα των Χούθι της Υεμένης© Youtube Printscreen/

Την ίδια ώρα, η στρατιωτική υποστήριξη από συμμάχους παραμένει περιορισμένη, ενώ οι διπλωματικές προσπάθειες δεν έχουν αποδώσει αποτελέσματα. Το Ριάντ καλείται να διαχειριστεί μια δύσκολη ισορροπία: να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί απέναντι στους Χούθι και την Τεχεράνη.

Το διακύβευμα είναι και οικονομικό. Η παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να απομακρύνει επενδυτές από το πρόγραμμα Vision 2030, που επιδιώκει τη διαφοροποίηση της οικονομίας πέρα από το πετρέλαιο. Όπως επισημαίνει στη Les Echos ο αναλυτής Αντουάν Μπασμπούς, το κόστος σε κύρος, επιρροή και επενδυτική εμπιστοσύνη αυξάνεται.

Η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει τόσο τις περιφερειακές ισορροπίες όσο και τις οικονομικές προοπτικές του βασιλείου.

Χούθι: Το κόστος των επιθέσεων και τα όρια της σαουδαραβικής άμυνας

Επί δεκαετίες, η Σαουδική Αραβία έχει επενδύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία μιας σύγχρονης στρατιωτικής μηχανής, κατατάσσοντας το βασίλειο μεταξύ των δέκα χωρών με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες παγκοσμίως. Ωστόσο, η στρατιωτική υπεροχή σε εξοπλισμούς δεν έχει αποδειχθεί αρκετή για να αποτρέψει τις επιθέσεις των Χούθι, του υποστηριζόμενου από το Ιράν ένοπλου κινήματος της Υεμένης, εξηγούν αναλυτές στους New York Times.

Οι πρόσφατες επιθέσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο μια σύγκρουση που ξεκίνησε το 2015, όταν η Σαουδική Αραβία, υπό τον τότε υπουργό Άμυνας και σημερινό de facto ηγέτη του βασιλείου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ανέλαβε στρατιωτική δράση με στόχο την ανατροπή των Χούθι. Η αρχική εκτίμηση ότι η επιχείρηση θα ολοκληρωνόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες διαψεύστηκε. Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε παρατεταμένη σύγκρουση, με εκεχειρία υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών το 2022 και νέα κλιμάκωση αργότερα.

Αντάρτες Χούθι στην Υεμένη

Αντάρτες Χούθι στην Υεμένη ετοιμάζονται για επίθεση σε σαουδαραβικούς στόχους © EPA/YAHYA ARHAB

Το πρόβλημα του Ριάντ δεν αφορά μόνο την ποσότητα ή την ποιότητα των όπλων του. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, το βασίλειο επένδυσε σε μεγάλο βαθμό σε προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη και συστήματα αναχαίτισης υψηλού κόστους, τα οποία προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες, αλλά δεν είναι εξίσου αποτελεσματικά απέναντι σε κάθε είδος απειλής.

Οι Χούθι χρησιμοποιούν μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κρουζ που πετούν σε χαμηλό ύψος, αλλάζουν κατεύθυνση και είναι δύσκολο να εντοπιστούν εγκαίρως. Έτσι, ακόμη και μια χώρα με σημαντική αμυντική δαπάνη μπορεί να δυσκολευτεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τις υποδομές και τον πληθυσμό της.

«Πρόκειται για μια εξαιρετικά αποσταθεροποιητική στιγμή για το Ριάντ, με ταπεινωτικές συνέπειες σε πολλά επίπεδα», σημείωσε η Μπουρτζού Οζτσελίκ, ειδική σε θέματα ασφάλειας της Μέσης Ανατολής στο βρετανικό Royal United Services Institute (RUSI). Όπως επισήμανε, το βασικό ερώτημα αφορά την επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας απέναντι σε μια επίθεση που εξελίσσεται με μεγάλη ταχύτητα.

Οι επιθέσεις σε πετρέλαιο και κρίσιμες υποδομές αυξάνουν την πίεση

Η ένταση των τελευταίων ημερών έφερε στο στόχαστρο ενεργειακές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές θέσεις και κρίσιμες υποδομές βαθιά μέσα στη σαουδαραβική επικράτεια. Μεταξύ των στόχων βρέθηκε η Aramco, ο ενεργειακός κολοσσός της χώρας, όπου επίθεση προκάλεσε πυρκαγιά σε κτίριο στην περιοχή του Νταχράν, στα ανατολικά.

Οι σαουδαραβικές αρχές ανακοίνωσαν επίσης την αναχαίτιση drone στην Ανατολική Επαρχία και πυραύλου κρουζ στην περιοχή της Μεδίνας, αν και οι Χούθι αρνήθηκαν ότι είχαν στοχοποιήσει τη δεύτερη περιοχή. Σε ξεχωριστή επίθεση, πύραυλος κρουζ έπληξε τερματικό σταθμό εγχώριου αεροδρομίου στο Ριάντ, προκαλώντας τουλάχιστον 13 θανάτους και περισσότερους από 300 τραυματισμούς, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Ο στρατιωτικός εκπρόσωπος των Χούθι, Γιαχία Σαρί, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν και θα ενταθούν, έως ότου η Σαουδική Αραβία σταματήσει τις επιθέσεις στην Υεμένη. Παράλληλα, οι Χούθι παρεμποδίζουν τις σαουδαραβικές αποστολές πετρελαίου προς την Ασία μέσω του στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μεταξύ της Υεμένης και της Αφρικής.

Η απειλή αποκτά ευρύτερη οικονομική σημασία, καθώς η ασφάλεια των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των θαλάσσιων διαδρομών επηρεάζει την ομαλή μεταφορά πετρελαίου προς τις διεθνείς αγορές. Ακόμη και όταν οι επιθέσεις δεν προκαλούν εκτεταμένες ζημιές στην παραγωγή, αυξάνουν τις απαιτήσεις προστασίας των εγκαταστάσεων και ενισχύουν την αβεβαιότητα γύρω από τις μεταφορές.

Η Σαουδική Αραβία προειδοποίησε ότι θα απαντήσει. «Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων είναι σοβαρά. Η απάντησή μας πρέπει να είναι εξίσου σοβαρή», δήλωσε ο υπουργός Ενέργειας, πρίγκιπας Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν, σε διεθνές συνέδριο στο Ριάντ, λίγο μετά την επίθεση στο αεροδρόμιο.

Ωστόσο, η ενίσχυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν εγγυάται ότι θα περιοριστούν οι επιθέσεις, σύμφωνα με αναλυτές στους New York Times. Αντίθετα, η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι Χούθι έχουν αναπτύξει μεγαλύτερο και πιο διαφοροποιημένο οπλοστάσιο, ενώ έχουν αποκτήσει τη δυνατότητα να κατασκευάζουν ορισμένα όπλα και να διαφοροποιούν τις πηγές προμήθειάς τους, περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Drone των Χούθι έτοιμο για εκτόξευση κατά σαουδαραβικών στόχων © EPA/YAHYA ARHAB

Το ακριβό οπλοστάσιο απέναντι στα φθηνά drones των Χούθι

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τη σαουδαραβική άμυνα είναι η αναντιστοιχία μεταξύ του κόστους των επιθετικών μέσων και εκείνου των συστημάτων αναχαίτισης. Η χώρα διαθέτει πυραύλους Patriot, αμερικανικής κατασκευής, οι οποίοι συνδυάζουν προηγμένα ραντάρ με πυραύλους αναχαίτισης και έχουν σχεδιαστεί κυρίως για την αντιμετώπιση βαλλιστικών απειλών.

Από το 2020, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πουλήσει στη Σαουδική Αραβία τουλάχιστον 730 πυραύλους αναχαίτισης Patriot, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών. Το βασίλειο έχει επίσης προμηθευτεί συστήματα THAAD, σχεδιασμένα για την αναχαίτιση πυραύλων σε ακόμη μεγαλύτερα ύψη.

Ωστόσο, οι βαλλιστικοί πύραυλοι ακολουθούν συνήθως προβλέψιμη τροχιά, γεγονός που διευκολύνει τον εντοπισμό και την αναχαίτισή τους. Αντίθετα, τα drones και οι πύραυλοι κρουζ που χρησιμοποιούν οι Χούθι μπορούν να πετούν χαμηλά, να μεταβάλλουν την πορεία τους και να προσεγγίζουν τους στόχους ακολουθώντας πιο δύσκολες διαδρομές.

Η οικονομική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Ένας πύραυλος Patriot, με κόστος άνω των 3 εκατ. δολαρίων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναχαίτιση ενός drone που κοστίζει μόλις 15.000 έως 25.000 δολάρια. Η συγκεκριμένη αναλογία δημιουργεί μια δυσμενή εξίσωση για τον αμυνόμενο, ο οποίος μπορεί να αναγκάζεται να καταναλώνει πανάκριβα πυρομαχικά για την αντιμετώπιση σχετικά φθηνών απειλών.

Η πρόκληση εντείνεται από την παγκόσμια έλλειψη πυραύλων αναχαίτισης, καθώς οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τη ζήτηση για αμυντικά συστήματα και πυρομαχικά. Συνεπώς, η δυνατότητα αναπλήρωσης των αποθεμάτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της αμυντικής ετοιμότητας.

Παράλληλα, τα κενά στην κάλυψη των ραντάρ δυσχεραίνουν την έγκαιρη προειδοποίηση. Η Σαουδική Αραβία έχει συγκεντρώσει τα πιο εξελιγμένα συστήματα αεράμυνας στην Ανατολική Επαρχία, όπου βρίσκονται οι σημαντικότερες πετρελαϊκές υποδομές της, κατά μήκος του Περσικού Κόλπου. Η επιλογή αυτή αντανακλά τη μακροχρόνια ανησυχία για απειλές που προέρχονται από το Ιράν ή το Ιράκ, αφήνοντας όμως μεγαλύτερες προκλήσεις στην αντιμετώπιση επιθέσεων από τη νοτιοδυτική κατεύθυνση, δηλαδή από την Υεμένη.

Τα επίγεια ραντάρ δεν μπορούν πάντοτε να εντοπίσουν εγκαίρως βλήματα που κινούνται σε χαμηλό ύψος πάνω από το ορεινό ανάγλυφο της Υεμένης. Όταν αυτά εμφανίζονται στα συστήματα επιτήρησης, μπορεί να βρίσκονται ήδη πάνω από τη σαουδαραβική επικράτεια, περιορίζοντας τον διαθέσιμο χρόνο αντίδρασης. Ο Κένεθ Πόλακ, συγγραφέας του βιβλίου «Armies of Sand», υπογραμμίζει τη σημασία της επαρκούς κάλυψης από ραντάρ για τον έγκαιρο εντοπισμό τέτοιων απειλών.

Η ενίσχυση των εναέριων συστημάτων επιτήρησης θα μπορούσε να συμβάλει στον εντοπισμό των στόχων νωρίτερα. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει εκατοντάδες μαχητικά αεροσκάφη, κυρίως F-15 αμερικανικής κατασκευής και Eurofighter Typhoon, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εναντίον drones ή πυραύλων. Για να είναι, όμως, αποτελεσματικά, χρειάζονται έγκαιρη προειδοποίηση και ακριβή στοιχεία για την πορεία των απειλών.

Nέο χτύπημα των Χούθι σε σαουδαραβικά διυλιστήρια

Nέο χτύπημα των Χούθι σε σαουδαραβικά διυλιστήρια και φορτηγά μεταφοράς καυσίμων © ΕPA/POOL/AΠΕ

Τα δομικά προβλήματα και το δύσκολο επόμενο βήμα

Πέρα από την τεχνολογία, η σαουδαραβική στρατιωτική μηχανή αντιμετωπίζει προβλήματα οργάνωσης και διοίκησης. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), ο ετήσιος στρατιωτικός προϋπολογισμός της χώρας υπερβαίνει τα 82 δισ. δολάρια. Παρ’ όλα αυτά, οι ένοπλες δυνάμεις παραμένουν χωρισμένες σε δύο διακριτούς μηχανισμούς.

Ο τακτικός στρατός αριθμεί περίπου 250.000 στρατιώτες, ενώ η Εθνική Φρουρά της Σαουδικής Αραβίας διαθέτει περίπου 125.000 μέλη. Η δεύτερη δύναμη στρατολογεί παραδοσιακά από φυλές που διατηρούν δεσμούς με τη δυναστεία των Σαούντ και έχει εκπαιδευτεί, μεταξύ άλλων, για την αντιμετώπιση εσωτερικών εξεγέρσεων.

Η δομή αυτή δημιουργήθηκε εν μέρει για να αποτρέψει στρατιωτικά πραξικοπήματα, τα οποία είχαν αποτελέσει σημαντική απειλή σε άλλες αραβικές χώρες. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η συγκεντρωτική λήψη αποφάσεων και η περιορισμένη πρωτοβουλία στο πεδίο δυσχεραίνουν την ταχεία αντίδραση σε σύνθετες απειλές.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες στο πλαίσιο του προγράμματος Vision 2030, απομακρύνοντας το 2018 ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές και δημιουργώντας κοινό επιχειρησιακό κέντρο στο Ριάντ. Οι αλλαγές, ωστόσο, θεωρούνται αργές, ενώ η συντήρηση προηγμένων οπλικών συστημάτων εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από δυτικούς εργολάβους.

Μια χερσαία εισβολή στην Υεμένη δεν θεωρείται πιθανή επιλογή, καθώς θα απαιτούσε μια παρατεταμένη και αιματηρή επιχείρηση σε ορεινές περιοχές όπου οι Χούθι διατηρούν ισχυρές θέσεις. Την ίδια στιγμή, οι δυνάμεις που αντιτίθενται στους Χούθι στο εσωτερικό της Υεμένης παραμένουν κατακερματισμένες και ανοργάνωτες.

Οι διπλωματικές επιλογές του Ριάντ είναι επίσης περιορισμένες. Με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να μην ανταποκρίνεται στα πρόσφατα αιτήματα της Σαουδικής Αραβίας για βοήθεια, το βασίλειο επικαλέστηκε το σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας που υπέγραψε με το Πακιστάν και την Τουρκία τον περασμένο Αύγουστο. Η συνδρομή των δύο χωρών αναμένεται να αφορά τομείς όπως οι πληροφορίες και οι επικοινωνίες.

Στρατιώτης των Χούθι ετοιμάζεται να ρίξει αντιαρματική ρουκέτα RPG-7

Στρατιώτης των Χούθι ετοιμάζεται να ρίξει αντιαρματική ρουκέτα RPG-7 εναντίον σαουδαραβικού στόχου © EPA/YAHYA ARHAB

Μια νέα αεροπορική εκστρατεία από μόνη της δύσκολα θα εξασφάλιζε την ήττα των Χούθι. Ο Ζαν-Λουπ Σαμάν, ειδικός στη Μέση Ανατολή στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης, σημειώνει ότι η Σαουδική Αραβία έχει ήδη δοκιμάσει πολλές από τις διαθέσιμες στρατιωτικές επιλογές, χωρίς να εξασφαλίσει αποφασιστικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, δεν έχει αναδειχθεί στο εσωτερικό της Υεμένης μια βιώσιμη εναλλακτική δύναμη που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους Χούθι.

Η σύγκρουση με το Ιράν περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς η Τεχεράνη έχει κίνητρο να αξιοποιήσει τους Χούθι για να αυξήσει το κόστος του πολέμου για την Ουάσιγκτον και το Ριάντ. Το κίνημα της Υεμένης ενισχύει έτσι τη θέση του μεταξύ των οργανώσεων που συνδέονται με τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης».

Το στρατηγικό δίλημμα για τη Σαουδική Αραβία παραμένει: η στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να αυξήσει το κόστος για τους Χούθι, αλλά δεν εγγυάται την εξουδετέρωσή τους. Όπως προειδοποίησε ο Ισραηλινός στρατιωτικός αναλυτής Ντάνι Τσιτρίνοβιτς, μια νίκη των Χούθι ή μια πολιτική συμφωνία που θα επιβληθεί στο Ριάντ υπό στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό στρατηγικό κέρδος για το Ιράν και τους συμμάχους του.

Για το βασίλειο, η πρόκληση δεν είναι πλέον μόνο η αγορά περισσότερων όπλων. Είναι η προσαρμογή της άμυνας σε έναν πόλεμο χαμηλού κόστους για τον επιτιθέμενο, αλλά δυνητικά υψηλού οικονομικού και στρατηγικού κόστους για τον αμυνόμενο.