Σε αναζήτηση πρόσθετων πόρων για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία σχεδιάζει να ζητήσει από τον Καναδά και τη Βρετανία να αυξήσουν την οικονομική τους συνεισφορά, προκειμένου να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό των 70 δισ. ευρώ που αντιμετωπίζει το Κίεβο το 2027. Με τις ανάγκες της ουκρανικής οικονομίας να διογκώνονται εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου και την αμερικανική βοήθεια να παραμένει αβέβαιη, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν ευρύτερη κατανομή του οικονομικού βάρους μεταξύ των δυτικών συμμάχων.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, που επικαλείται πέντε Ευρωπαίους αξιωματούχους, εκ των οποίων δύο στελέχη της Κομισιόν, και δύο Ευρωπαίους διπλωμάτες, οι επικείμενες σύνοδοι κορυφής ΕΕ – Καναδά, στις 29 και 30 Οκτωβρίου, και ΕΕ – Βρετανίας, στις 20 Νοεμβρίου, αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμες ευκαιρίες για την αναζήτηση πρόσθετης χρηματοδότησης σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπογράμμισε την Παρασκευή ότι η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της καλύπτουν ήδη το 80% της εξωτερικής βοήθειας προς την Ουκρανία, τονίζοντας ότι είναι επείγουσα η ανάγκη να αυξήσουν τη συνεισφορά τους και άλλοι διεθνείς εταίροι.
Οι Βρυξέλλες έχουν δεσμευτεί για τη χορήγηση δανείου 90 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2027, το οποίο προορίζεται να καλύψει περίπου τα δύο τρίτα των ουκρανικών αναγκών. Παράλληλα, υπολόγιζαν ότι χώρες όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και η Νορβηγία θα συνεισέφεραν επιπλέον 45 δισ. ευρώ. Ωστόσο, σημαντικό μέρος αυτής της χρηματοδότησης καθυστερεί, καθώς αρκετές κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη οριστικοποιήσει τις δεσμεύσεις τους ή εκταμιεύσει τα αναμενόμενα ποσά.
Οι πιέσεις για μεγαλύτερη διεθνή συμμετοχή
Το κόστος στήριξης της Ουκρανίας αυξάνεται καθώς η Ρωσία εντείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν επιβαρύνει περαιτέρω τις οικονομικές συνθήκες. Την ίδια στιγμή, η μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής προς θέσεις ευνοϊκότερες για τη Μόσχα δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του Κιέβου.
Η ΕΕ έχει ήδη θέσει το ζήτημα στις συναντήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της G7 και της G20, καθώς και σε επαφές με χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, δήλωσε στο Politico ότι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για το 2027 αποτέλεσε βασικό θέμα των συναντήσεών του στην Μπανγκόκ, στο πλαίσιο των συνεδριάσεων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Όπως εξήγησε, ζήτησε ευρύτερο επιμερισμό των οικονομικών υποχρεώσεων, επισημαίνοντας ότι κάθε διεθνής εταίρος οφείλει να αναλάβει το μερίδιο που του αναλογεί όσο συνεχίζεται η ρωσική επιθετικότητα.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διευκρινίζουν ότι η πρωτοβουλία δεν αποτελεί κριτική προς τον Καναδά ή τη Βρετανία, δύο χώρες που έχουν προσφέρει σημαντική βοήθεια. Αντίθετα, αντανακλά τη συνεχή αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών.
Το Λονδίνο έχει δεσμεύσει συνολικά 25 δισ. στερλίνες (29,8 δισ. ευρώ) για την Ουκρανία, ενώ η Οτάβα έχει υποσχεθεί στρατιωτική βοήθεια ισοδύναμη με 5,4 δισ. ευρώ και άμεση οικονομική στήριξη 8,2 δισ. ευρώ.
Από την πλευρά τους, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη υποστηρίζουν ότι η συνολική συνεισφορά τους από τη ρωσική εισβολή έχει ξεπεράσει τα 231 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βοήθειας, της δημοσιονομικής στήριξης, της φιλοξενίας Ουκρανών προσφύγων και των εσόδων από δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Οι σύνοδοι με Καναδά και Βρετανία
Η προσπάθεια εξασφάλισης πρόσθετων πόρων συμπίπτει με τις διαπραγματεύσεις της ΕΕ για στενότερες οικονομικές και αμυντικές σχέσεις με την Οτάβα και το Λονδίνο.
Ωστόσο, σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, οι Βρυξέλλες δεν προτίθενται να συνδέσουν ευθέως την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ή την αμυντική συνεργασία με συγκεκριμένες οικονομικές δεσμεύσεις υπέρ της Ουκρανίας.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico, η ΕΕ δεν σκοπεύει να ακολουθήσει την τακτική του Ντόναλντ Τραμπ, θέτοντας ως προϋπόθεση για ευνοϊκή μεταχείριση την παροχή πρόσθετης βοήθειας.
Στην περίπτωση του Καναδά, η επικείμενη σύνοδος κορυφής στο Μόντρεαλ θα μπορούσε να προωθήσει την πρόταση της Φον ντερ Λάιεν να καταστεί η χώρα ο πρώτος «συνδεδεμένος εταίρος» της ΕΕ.
Η Οτάβα πρόκειται επίσης να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, που χρηματοδοτεί κοινές αμυντικές προμήθειες, επιτρέποντας στις καναδικές επιχειρήσεις προνομιακή πρόσβαση σε σχετικά συμβόλαια.
Εκπρόσωπος της καναδικής κυβέρνησης υπογράμμισε ότι η χώρα παραμένει σταθερός υποστηρικτής της Ουκρανίας, έχοντας δεσμεύσει σχεδόν 26 δισ. καναδικά δολάρια σε στρατιωτική, οικονομική, αναπτυξιακή και ανθρωπιστική βοήθεια.
Για τη Βρετανία, η σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου αναμένεται να σηματοδοτήσει περαιτέρω προσέγγιση με την ΕΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής επαναπροσέγγισης που προωθεί ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ.
Στην ατζέντα βρίσκονται συμφωνίες για την κινητικότητα των νέων, το εμπόριο τροφίμων και το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών.
Παράλληλα, το Λονδίνο επιδιώκει οι βρετανικές επιχειρήσεις να αντιμετωπίζονται ως ευρωπαϊκές στο πλαίσιο του προτεινόμενου Industrial Accelerator Act, ώστε να μην αποκλειστούν από δημόσιες συμβάσεις και προγράμματα βιομηχανικής στήριξης.
Βρετανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι δεν έχουν λάβει αίτημα για πρόσθετη χρηματοδότηση της Ουκρανίας ως αντάλλαγμα για ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των βρετανικών εταιρειών.
Στο μικροσκόπιο και η Ιαπωνία, έχει δώσει 20 δισ. στην Ουκρανία
Η ΕΕ επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη συνεισφορά από την Ιαπωνία, με ανώτερο Ευρωπαίο αξιωματούχο να εκτιμά ότι το Τόκιο υπολείπεται των προσδοκιών για το 2026.
Ωστόσο, πηγή με γνώση των ιαπωνικών θέσεων αντέτεινε ότι η χώρα έχει ήδη προσφέρει περίπου 20 δισ. δολάρια στην Ουκρανία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετης βοήθειας εφόσον ζητηθεί από το Κίεβο.
Παράλληλα, η Ιαπωνία επιδιώκει διαβεβαιώσεις ότι οι επιχειρήσεις της δεν θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση εξαιτίας των ευρωπαϊκών προτιμήσεων για προϊόντα «Made in Europe».
Η Αυστραλία, από την πλευρά της, δηλώνει ότι δεν έχει λάβει ακόμη νέο αίτημα χρηματοδότησης για το 2027, έχοντας ήδη ανακοινώσει πρόσθετη βοήθεια και συμφωνία ασφάλειας με την Ουκρανία.
Η αναζήτηση νέων χρηματοδοτικών πόρων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων του 2027 σε ευρωπαϊκές χώρες, που ενδέχεται να επηρεάσουν τις πολιτικές ισορροπίες γύρω από τη στήριξη του Κιέβου.
Με την αμερικανική στάση να παραμένει απρόβλεπτη, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η κάλυψη των αυξανόμενων ουκρανικών αναγκών δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Όπως σημείωσε ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico, η ΕΕ θα πρέπει πλέον να αναζητήσει λύσεις και πέρα από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς χρηματοδότησης.
