Η επόμενη μέρα για Τραμπ στα καυτά παγκόσμια μέτωπα, το Ιράν, η Ουκρανία και η Κίνα

Το νέο Κογκρέσο περιορίζει τα περιθώρια του Λευκού Οίκου στο εσωτερικό, αλλά ο Τραμπ διατηρεί ισχυρές εξουσίες για πόλεμο και δασμούς

Aντιαμερικανική αφίσα σε πλατεία της Τεχεράνης © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τους πολέμους στο Ιράν και την Ουκρανία, τις σχέσεις με την Κίνα και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει ο πρόεδρος μετά το ισχυρό εκλογικό μήνυμα αποδοκιμασίας που δέχθηκε στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, καθώς οι Δημοκρατικοί επικράτησαν και εξασφάλισαν τον έλεγχο του Κογκρέσου, μεταβάλλοντας τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον.

Η ήττα του προέδρου, ο οποίος είχε μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση σε δημοψήφισμα για την ίδια την πολιτική του, δημιουργεί προσδοκίες ότι η μέχρι σήμερα ιδιαίτερα συγκεντρωτική και απρόβλεπτη άσκηση της εξουσίας του θα αντιμετωπίσει πλέον ισχυρότερους θεσμικούς περιορισμούς.

Η επόμενη ημέρα για τον Τραμπ και την αμερικανική εξωτερική πολιτική

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο ο Τραμπ θα επιλέξει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα ή εάν θα αντιδράσει επιθετικότερα, επιχειρώντας να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία μέσα από την εξωτερική πολιτική. Οι εκτιμήσεις διίστανται.

Ένα ενδεχόμενο είναι να εμφανιστεί περισσότερο διαλλακτικός, αναζητώντας συμφωνίες με τους Δημοκρατικούς και περιθώρια συνεννόησης με το νέο Κογκρέσο. Ένα άλλο είναι να υιοθετήσει τη στάση που ο ίδιος έχει περιγράψει ως «κύριος Βέτο», μπλοκάροντας τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της αντιπολίτευσης και εντείνοντας τη σύγκρουση με το Κογκρέσο.

Για τις διεθνείς εξελίξεις, η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η εκλογική ήττα περιορίζει την πολιτική επιρροή του προέδρου στο εσωτερικό, δεν του αφαιρεί όμως τις εκτεταμένες εξουσίες που διαθέτει στην εξωτερική πολιτική. Όπως επισημαίνει στο CNBC η Λόρελ Ραπ, διευθύντρια του προγράμματος ΗΠΑ και Βόρειας Αμερικής του Chatham House, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει αυξημένο έλεγχο και περισσότερες έρευνες από το Κογκρέσο, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά περιθώρια αυτονομίας στις διεθνείς υποθέσεις.

Αυτό σημαίνει ότι η εκλογική ανατροπή δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει μια περίοδο μεγαλύτερης αβεβαιότητας, καθώς ο Λευκός Οίκος θα πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα την πολιτική πίεση στο εσωτερικό και τις ανοιχτές στρατιωτικές και διπλωματικές κρίσεις στο εξωτερικό.

Η δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων είχε σαφή οικονομική διάσταση. Το αυξημένο κόστος διαβίωσης, οι τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, ο πληθωρισμός, ο πόλεμος με το Ιράν και οι δασμοί αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες της εκλογικής αποδοκιμασίας. Το αποτέλεσμα έστειλε μήνυμα ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις οικονομικές συνέπειες που επωμίζονται τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Αυτή ακριβώς η σύνδεση αναμένεται να επηρεάσει τις επόμενες κινήσεις του προέδρου, με το Ιράν να αποτελεί την πρώτη και πιο άμεση δοκιμασία.

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ ΗΠΑ ΙΡΑΝ

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ© EPA/JIM LO SCALZO

Τραμπ και Ιράν: Κλιμάκωση ή διέξοδος από τον πόλεμο

Η σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί το σημαντικότερο άμεσο τεστ για τον Τραμπ μετά την εκλογική ήττα. Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται μπροστά σε δύο βασικές επιλογές: να συνεχίσει τη στρατιωτική κλιμάκωση, όπως υποστηρίζει έντονα ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, ή να αναζητήσει μια διπλωματική διέξοδο που θα μπορούσε να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, ιδίως στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.

Η δεύτερη επιλογή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα υπό το φως του εκλογικού αποτελέσματος. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων και η επιβάρυνση του κόστους διαβίωσης συγκαταλέγονται στις βασικές αιτίες της δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων. Επομένως, η συνέχιση ενός πολέμου που επιβαρύνει την ενεργειακή αγορά ενδέχεται να εντείνει την πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο, τη στιγμή που οι Δημοκρατικοί ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν τις νέες κοινοβουλευτικές τους δυνατότητες.

Η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, με κοινά πλήγματα των δύο χωρών. Έκτοτε, η σύγκρουση έχει αναδειχθεί σε κεντρικό παράγοντα αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, αλλά και σε σημαντική πηγή οικονομικής αβεβαιότητας για χώρες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές προμήθειες της περιοχής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων κατά του Ιράν. Σύμφωνα με αναλύσεις που επικαλείται το CNBC, ο Τραμπ είχε αναστείλει τα σχέδια για πρόσθετα στρατιωτικά πλήγματα όσο πλησίαζαν οι εκλογές. Μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας, όμως, οι περιορισμοί που σχετίζονταν με την ανάγκη αποφυγής περαιτέρω πολιτικού κόστους πριν από τις κάλπες έχουν πλέον διαφορετική βαρύτητα.

Αναλυτές εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται ένας ακόμη γύρος βομβαρδισμών πριν από την αναζήτηση συμφωνίας. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, Χόλγκερ Σμίντινγκ, προβλέπει στο CNBC ότι ο Τραμπ ενδέχεται να προχωρήσει σε μια τελική στρατιωτική επιχείρηση και στη συνέχεια να επιδιώξει συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ έως το 2027. Πρόκειται για μια εκτίμηση που συνδέει άμεσα τη στρατιωτική στρατηγική με την ανάγκη αποκλιμάκωσης των ενεργειακών πιέσεων.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο πέρασμα για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο. Η παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας στην περιοχή επηρεάζει τις προμήθειες, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα για οικονομίες με μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας, ιδιαίτερα στην Ασία.

Η πολιτική διάσταση του πολέμου αποτυπώνεται και στη στάση του Κογκρέσου. Οι Δημοκρατικοί αναμένεται να επιχειρήσουν να περιορίσουν τις εξουσίες της κυβέρνησης ως προς τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ζητώντας ψηφοφορίες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία για τις πολεμικές αρμοδιότητες του προέδρου.

Ο Τραμπ και το επιτελείο του παρακολουθούν τους βομβαρδισμούς στο Ιράν © EPA/WHITE HOUSE / HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALESHANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES

Ο Τραμπ και το επιτελείο του παρακολουθούν τους βομβαρδισμούς στο Ιράν © EPA/WHITE HOUSE / HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALESHANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES

Ένα από τα βασικά εργαλεία τους είναι η εξουσία του Κογκρέσου να εγκρίνει ή να περιορίζει τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, ακόμη και εάν περάσει νομοθετική πρωτοβουλία που θα απαιτεί τον τερματισμό της αμερικανικής εμπλοκής, ο Τραμπ θα μπορούσε να ασκήσει βέτο. Για την ανατροπή του θα απαιτούνταν πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο νομοθετικά σώματα, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επιβολή μιας τέτοιας απόφασης στον Λευκό Οίκο.

Ο Τζέι Σι Λίντζενιτς, επισκέπτης ανώτερος ερευνητής του German Marshall Fund, υπογραμμίζει στο CNBC ακριβώς αυτή τη διάσταση: οι εκλογές άλλαξαν τη σύνθεση του Κογκρέσου, όχι τον πρόεδρο. Η εξωτερική πολιτική εξακολουθεί να εφαρμόζεται από τον ίδιο και τους αξιωματούχους που έχει διορίσει.

Παράλληλα, η εκλογική ήττα ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλαγές στο κυβερνητικό επιτελείο. Ο Μίτσελ Ράις, συνεργάτης του βρετανικού ινστιτούτου αμυντικών και στρατηγικών μελετών RUSI, εκτιμά στο CNBC ότι ο Τραμπ μπορεί να αντικαταστήσει τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Ως προηγούμενο αναφέρει την απόφαση του Τζορτζ Μπους του νεότερου να απομακρύνει τον Ντόναλντ Ράμσφελντ από το υπουργείο Άμυνας μετά τις εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές.

Η πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης παραμένει, συνεπώς, ανοιχτή. Ο Σμίντινγκ προειδοποιεί ότι, παρά τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για μια δαπανηρή στρατιωτική εκστρατεία, ο Τραμπ ενδέχεται να γίνει ακόμη πιο πρόθυμος να αναλάβει επικίνδυνες γεωπολιτικές πρωτοβουλίες. Η απουσία μιας σταθερής μακροπρόθεσμης στρατηγικής, σε συνδυασμό με την ανάγκη του να διατηρεί την πολιτική και επικοινωνιακή πρωτοβουλία, ενισχύει την αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις του.

Ιράν ©EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Ιράν ©EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Ουκρανία: Η πίεση στον Ζελένσκι και το ενδεχόμενο συμφωνίας με τη Ρωσία

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο στο οποίο η εκλογική ήττα του Τραμπ μπορεί να έχει καθοριστικές συνέπειες είναι η Ουκρανία. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Μόσχα και στο Κίεβο παραμένει ανοιχτό ζήτημα, με το αποτέλεσμα των εκλογών να δημιουργεί νέα δεδομένα τόσο για τις δυνατότητες του προέδρου να προωθήσει μια ειρηνευτική συμφωνία όσο και για την πολιτική στήριξη που θα μπορούσε να εξασφαλίσει από το Κογκρέσο.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε προειδοποιήσει, την ώρα που οι Αμερικανοί προσέρχονταν στις κάλπες, ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα επηρέαζαν το μέλλον. Μιλώντας στο Βερολίνο, υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί τις εξελίξεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η αβεβαιότητα παραμένει μεγάλη και οι προσδοκίες για μια διπλωματική διευθέτηση κινδυνεύουν να διαψευστούν.

Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο εξέφρασε την ελπίδα ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα επηρεάσει τις προσπάθειες του Τραμπ να μεσολαβήσει για τον τερματισμό του πολέμου. Η δήλωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Μόσχα έχει λόγους να επιθυμεί τη διατήρηση της αμερικανικής διπλωματικής πρωτοβουλίας, ιδίως εφόσον αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συμφωνία με ευνοϊκούς όρους για τη Ρωσία.

Η εκλογική ανατροπή, πάντως, ενδέχεται να δυσκολέψει τον Τραμπ στην εξασφάλιση κοινοβουλευτικής στήριξης και χρηματοδότησης για οποιαδήποτε συμφωνία. Δεν του στερεί, όμως, τη δυνατότητα να ασκήσει διπλωματική πίεση στο Κίεβο. Αυτό είναι και το βασικό σημείο ανησυχίας για τους αναλυτές: ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να επιχειρήσει να οδηγήσει την Ουκρανία σε έναν συμβιβασμό που θα εξυπηρετεί περισσότερο τις ρωσικές επιδιώξεις.

Ο Χόλγκερ Σμίντινγκ θεωρεί ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποτελεί έναν υπαρκτό, αλλά όχι το πιθανότερο κίνδυνο. Εκτιμά, μάλιστα, ότι η αποδυνάμωση της πολιτικής επιρροής του Τραμπ στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά σε μια προσπάθεια επιβολής μιας απαράδεκτης συμφωνίας στο Κίεβο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση ενδέχεται να διαδραματίσουν στελέχη των Ρεπουμπλικανών που εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικά απέναντι στον Βλαντίμιρ Πούτιν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Εάν η εκλογική ήττα περιορίσει την ικανότητα του Τραμπ να επιβάλλει τη γραμμή του στο κόμμα, οι συγκεκριμένες φωνές θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της αμερικανικής στάσης.

Βολοντίμιρ Ζελένσκι και Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα

Βολοντίμιρ Ζελένσκι και Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα © ΕPA

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας. Ένα πιο ενεργό Κογκρέσο θα μπορούσε να ασκήσει αυστηρότερο έλεγχο στην εφαρμογή των ήδη θεσμοθετημένων υποχρεώσεων χρηματοδότησης προς το Κίεβο, περιορίζοντας τη δυνατότητα της κυβέρνησης να παρακάμπτει τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Ωστόσο, η ενίσχυση της κοινοβουλευτικής εποπτείας δεν ισοδυναμεί με αυτόματη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να έχει σημαντικές αρμοδιότητες στις διεθνείς σχέσεις, ενώ η στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη προς την Ουκρανία αποτελεί πεδίο στο οποίο η εκτελεστική εξουσία διατηρεί κρίσιμο ρόλο.

Η πιθανότητα να δεχθεί το Κίεβο μεγαλύτερη πίεση για συμβιβασμό δημιουργεί, παράλληλα, ένα δύσκολο δίλημμα για τους υπόλοιπους συμμάχους του. Ο Σμίντινγκ εκτιμά ότι σε περίπτωση που ο Τραμπ επιχειρήσει να επιβάλει δυσμενείς όρους στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αυξήσουν τη βοήθειά τους. Δεν θα ήταν, ωστόσο, σε θέση να υποκαταστήσουν πλήρως τις κρίσιμες αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες και τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Η διάσταση αυτή καθιστά σαφές ότι η έκβαση της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον δεν αφορά μόνο τη χρηματοδότηση του πολέμου, αλλά και την ισορροπία ισχύος στο πεδίο. Μια σημαντική μεταβολή στην αμερικανική υποστήριξη θα μπορούσε να επηρεάσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της Ουκρανίας και τους υπολογισμούς της Ρωσίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει την εξωτερική πολιτική ως πεδίο επίδειξης ισχύος, επιχειρώντας να αποδείξει ότι παραμένει ο βασικός παράγοντας λήψης αποφάσεων παρά την απώλεια κοινοβουλευτικής στήριξης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ουκρανία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με πρόσθετες πιέσεις, ενώ η Μόσχα θα παρακολουθεί εάν οι νέοι συσχετισμοί στην αμερικανική πολιτική σκηνή δημιουργούν περιθώρια για την προώθηση των δικών της όρων.

Κίνα: Το μήνυμα από την ήττα Τραμπ και η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης

Το Πεκίνο αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό αποδέκτη των μηνυμάτων που προέκυψαν από τις αμερικανικές εκλογές. Η ήττα των Ρεπουμπλικανών προκάλεσε εμφανείς αντιδράσεις στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το hashtag «Ο Τραμπ υπέστη ολοκληρωτική ήττα» να βρίσκεται στις δημοφιλέστερες αναζητήσεις του Weibo, της μεγαλύτερης πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης της χώρας.

Η αντίδραση αυτή αντανακλά το ενδιαφέρον της Κίνας για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, καθώς η αντιπαράθεση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου επηρεάζεται άμεσα από τις επιλογές του Λευκού Οίκου. Το εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Πεκίνο θα γίνει αυτομάτως ηπιότερη. Αντιθέτως, η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών μπορεί να δημιουργήσει νέα κίνητρα για τον Τραμπ να εντείνει την πίεση σε ζητήματα εμπορίου και οικονομικού ανταγωνισμού.

Ένα από τα βασικά εργαλεία της πολιτικής του παραμένουν οι δασμοί. Εδώ και μήνες, οι αμερικανικές εμπορικές αρχές διερευνούν περισσότερες από δώδεκα χώρες για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και υπερπαραγωγή προϊόντων, από χημικά έως αυτοκίνητα. Η διαδικασία αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε νέους εμπορικούς περιορισμούς, με την Κίνα, την Ιαπωνία και το Βιετνάμ να συγκαταλέγονται στις χώρες που βρίσκονται στο στόχαστρο.

Οι νέες επιβαρύνσεις θα μπορούσαν να προστεθούν στους ήδη υφιστάμενους δασμούς, επαναφέροντας τα επίπεδα προστατευτισμού κοντά σε εκείνα που ίσχυαν πριν από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, με την οποία ακυρώθηκαν προηγούμενοι δασμοί.

Η πολιτική αυτή δημιουργεί μια σύνθετη κατάσταση. Από τη μία πλευρά, η ήττα του Τραμπ δείχνει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις των εμπορικών συγκρούσεων μπορούν να μετατραπούν σε σημαντικό πολιτικό κόστος. Από την άλλη, ο πρόεδρος μπορεί να επιδιώξει να εμφανιστεί αποφασιστικός απέναντι στην Κίνα, παρουσιάζοντας την επιβολή δασμών ως μέσο προστασίας της αμερικανικής βιομηχανίας και ενίσχυσης της εθνικής οικονομικής ασφάλειας.

tramp-putin

Σι Τζινπίνγκ, Πούτιν και Τραμπ © Χ.com

Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης, Τζάι-Ιαν Τσονγκ, επισημαίνει στους New York Times ότι η απάντηση του Τραμπ σε ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να περιλαμβάνει την αναζήτηση αντιπερισπασμών σε άλλα πεδία, μεταξύ των οποίων οι δασμοί και η χρήση στρατιωτικής ισχύος. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνει έναν ευρύτερο προβληματισμό: η εσωτερική πολιτική αποδυνάμωση δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε περιορισμό της διεθνούς δραστηριότητας του προέδρου.

Ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, σημειώνουν αναλυτές στους New York Times. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας ως έναν στρατηγικό αγώνα δρόμου με την Κίνα, στηρίζοντας την ταχεία επέκταση των αμερικανικών επενδύσεων και των υποδομών που απαιτούνται για την ανάπτυξή της.

Ωστόσο, οι εκλογές ανέδειξαν και μια αυξανόμενη αντίδραση απέναντι στην ανεξέλεγκτη επέκταση των τεχνολογικών κολοσσών και των κέντρων δεδομένων. Οι τοπικές αντιδράσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες στο Τέξας, πολιτεία με στενούς δεσμούς με τον Έλον Μασκ, ενώ στο Οχάιο ηττήθηκε ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος που υποστήριζε τη δημιουργία του μεγαλύτερου κέντρου τεχνητής νοημοσύνης στον κόσμο.

Το αποτέλεσμα στέλνει μήνυμα ότι η τεχνολογική πρωτοκαθεδρία δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή πολιτική νομιμοποίηση για κάθε επενδυτικό σχέδιο. Οι ψηφοφόροι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στην ισχύ των μεγάλων εταιρειών και στις συνέπειες της επέκτασης των ενεργοβόρων υποδομών, ακόμη και όταν αυτές παρουσιάζονται ως απαραίτητες για τον ανταγωνισμό με την Κίνα.

Για το Πεκίνο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η αμερικανική τεχνολογική στρατηγική μπορεί να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες εσωτερικές αντιστάσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα εγκαταλειφθεί ο στόχος διατήρησης του προβαδίσματος έναντι της Κίνας. Αντίθετα, η αντιπαράθεση αναμένεται να συνεχιστεί σε ένα περιβάλλον όπου οι εμπορικοί περιορισμοί, οι επενδύσεις σε υποδομές και η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες συνδέονται όλο και περισσότερο με τη γεωπολιτική ισχύ.

Η πολιτική αποδυνάμωση και ο κίνδυνος μιας πιο απρόβλεπτης εξωτερικής πολιτικής

Πέρα από τα τρία βασικά γεωπολιτικά μέτωπα, η εκλογική ήττα δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για την ίδια την άσκηση της αμερικανικής εξουσίας. Οι Δημοκρατικοί αποκτούν μεγαλύτερες δυνατότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου, τόσο μέσω των αρμόδιων επιτροπών όσο και μέσω της νομοθετικής και δημοσιονομικής διαδικασίας. Αυτό σημαίνει περισσότερες έρευνες για τις αποφάσεις του προέδρου, την οικογένειά του, τις εμπορικές του αρμοδιότητες, τις σχέσεις με τη Ρωσία και τη διαχείριση των διεθνών συμμαχιών.

Παράλληλα, αναμένεται να ενταθεί η πολιτική αντιπαράθεση για τις στρατιωτικές δαπάνες, την υγειονομική περίθαλψη και τους δασμούς, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Politico. Η δυνατότητα των Δημοκρατικών να μπλοκάρουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες ενδέχεται να οδηγήσει σε νομοθετικό αδιέξοδο, συγκρούσεις για τον προϋπολογισμό και επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι θα χρησιμοποιήσει το δικαίωμα αρνησικυρίας του εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων. Έχει αφήσει, ωστόσο, ανοιχτό και το ενδεχόμενο συμφωνιών με την ηγεσία τους. Επομένως, η νέα περίοδος δεν προμηνύει αποκλειστικά θεσμική σύγκρουση, αλλά και παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, καθώς καμία πλευρά δεν μπορεί να αγνοήσει πλήρως την ανάγκη εξεύρεσης συμβιβασμών.

Βανς Ρούμπιο ΗΠΑ Τραμπ

Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς (αριστερά) και ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο (δεξιά) ακούνε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να μιλάει στο Οβάλ Γραφείο, μετά τη συνάντηση με εκπροσώπους του Λιβάνου και του Ισραήλ © EPA/WILL OLIVER

Την ίδια στιγμή, η ήττα ανοίγει ουσιαστικά την πολιτική συζήτηση για τη διαδοχή του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2028. Στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αναμένεται να ξεκινήσει μια εσωτερική αντιπαράθεση για το μέλλον του κινήματος MAGA και τον ρόλο στελεχών όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο Μάρκο Ρούμπιο και ο Τεντ Κρουζ. Στο Δημοκρατικό Κόμμα, αντίστοιχα, θα αναζωπυρωθεί η αντιπαράθεση μεταξύ προοδευτικών και μετριοπαθών για το ποια στρατηγική μπορεί να αποτελέσει τη βάση της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Αυτή η εσωτερική αναμέτρηση θα επηρεάσει αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ θα διαχειριστεί την τελευταία διετία της θητείας του. Ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν ότι ένας πρόεδρος που αισθάνεται πολιτικά αποδυναμωμένος μπορεί να αναζητήσει διεθνείς κρίσεις για να μεταφέρει την προσοχή μακριά από τα εσωτερικά προβλήματα. Άλλοι εκτιμούν ότι η αυξημένη εποπτεία του Κογκρέσου θα λειτουργήσει ως ουσιαστικό ανάχωμα απέναντι σε τέτοιες πρωτοβουλίες.

Σε κάθε περίπτωση, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν ισοδυναμεί με το τέλος της πολιτικής επιρροής του Τραμπ ούτε με αυτόματη ανατροπή των επιλογών του στο εξωτερικό. Αντίθετα, δημιουργεί μια περίοδο κατά την οποία η προσωπική του στρατηγική, οι θεσμικοί περιορισμοί και οι διεθνείς κρίσεις θα αλληλεπιδρούν με τρόπους που είναι δύσκολο να προβλεφθούν.

Το σίγουρο είναι πως για τη διεθνή κοινότητα η αμερικανική πολιτική θα παραμείνει καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη των συγκρούσεων και των ανταγωνισμών. Το Ιράν, η Ουκρανία και η Κίνα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας νέας περιόδου αβεβαιότητας, στην οποία η αποδυνάμωση του Τραμπ στο εσωτερικό μπορεί να συνυπάρξει με τη διατήρηση σημαντικών περιθωρίων δράσης στο εξωτερικό.

Το εάν θα επιλέξει τη διπλωματική αποκλιμάκωση ή μια πιο επιθετική προσέγγιση θα αποτελέσει το βασικό ερώτημα των επόμενων δύο ετών.