Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να αλλάξουν τις πολιτικές ισορροπίες στο Κογκρέσο, όχι όμως και τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Η Ευρώπη ανησυχεί για τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ σε Ουκρανία, ΝΑΤΟ, Μέση Ανατολή και εμπόριο, καθώς οι διατλαντικές σχέσεις εισέρχονται σε περίοδο νέων αβεβαιοτήτων.
Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες σε μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να περιορίσει τον έλεγχο του Ντόναλντ Τραμπ στο Κογκρέσο και να αποτελέσει ισχυρό μήνυμα αμφισβήτησης της πολιτικής του.
Ωστόσο, ακόμη και μια σημαντική επικράτηση των Δημοκρατικών δεν θεωρείται ικανή να μεταβάλει ουσιαστικά τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τις εμπορικές αντιπαραθέσεις ή τη μελλοντική συμμετοχή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, εξηγούν αναλυτές στο Politico.
Τραμπ: Οι εκτελεστικές εξουσίες και τα περιθώρια κινήσεων
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Φιλ Γκόρντον, πρώην σύμβουλο εθνικής ασφάλειας της πρώην αντιπροέδρου Καμάλα Χάρις και πρώην υφυπουργό Εξωτερικών για ευρωπαϊκές και ευρασιατικές υποθέσεις επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, μια ιδιαίτερα αρνητική εκλογική επίδοση των Ρεπουμπλικανών μπορεί να οδηγήσει τον Τραμπ σε ακόμη μεγαλύτερη απομάκρυνση από την Ευρώπη.
Όπως εκτιμά ο Γκόρντον, ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να επικεντρωθεί σε τομείς όπου διαθέτει ευρύτερες εκτελεστικές εξουσίες και δεν κινδυνεύει να συναντήσει κοινοβουλευτικά εμπόδια. «Ακόμη και στο καλύτερο δυνατό σενάριο, δεν πιστεύω ότι πρέπει να αναμένουμε σημαντικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική», σημειώνει.
Ο Γκόρντον επισημαίνει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική, καθώς έχει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, διαθέτει ευρείες εξουσίες στους δασμούς και στις εμπορικές συμφωνίες, ενώ μπορεί να ασκεί βέτο σε νομοσχέδια ακόμη και εάν οι Δημοκρατικοί εξασφαλίσουν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Ο Τραμπ, η Ουκρανία, η Ρωσία και το Ιράν: Νέα μέτωπα αβεβαιότητας
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η στάση του απέναντι στην Ουκρανία. Η επιλογή αγοράς ντίζελ από τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως κίνηση που μπορεί να συμβάλει στη μείωση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ ενόψει των εκλογών. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση ενδέχεται να αποτελέσει σταθερό χαρακτηριστικό της πολιτικής του και όχι μια προσωρινή εξαίρεση.
«Οι Ευρωπαίοι ήθελαν από την πρώτη ημέρα να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θα άλλαζε στάση απέναντι στην Ουκρανία. Όμως, η υπόθεση του ντίζελ δεν αποτελεί προσωρινή εξαίρεση στην πολιτική του. Είναι η ίδια η πολιτική», υπογραμμίζει ο Γκόρντον, προσθέτοντας ότι η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του Αμερικανού προέδρου δεν πρόκειται να διευκολύνει την κατάσταση.
Την ίδια ώρα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποιεί ότι η Ρωσία προετοιμάζει μια «μαζική επίθεση» κατά της Ουκρανίας, επιχειρώντας να αξιοποιήσει την πολιτική και επικοινωνιακή προσοχή που είναι στραμμένη στις αμερικανικές εκλογές. Παράλληλα, Αμερικανοί διαμεσολαβητές ανακοίνωσαν ότι σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν συνομιλίες με εκπροσώπους της Ουκρανίας και της Ρωσίας την επόμενη εβδομάδα, στο πλαίσιο νέας προσπάθειας για την επίτευξη συμφωνίας.
Αβεβαιότητα επικρατεί και στο μέτωπο του Ιράν. Ο Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανάληψης των πληγμάτων κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων μετά τις εκλογές. Ο Γκόρντον χαρακτηρίζει το ενδεχόμενο υπαρκτό, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι αποτελεί προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.
Οι δασμοί Τραμπ, το εμπόριο και η ευκαιρία για επαναπροσέγγιση με το Κογκρέσο
Ένα περιορισμένο περιθώριο αισιοδοξίας για την Ευρώπη εντοπίζεται στο πεδίο των εμπορικών σχέσεων. Το αυξημένο κόστος ζωής και ο πληθωρισμός αποτέλεσαν κεντρικά ζητήματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ, με τους επικριτές της κυβέρνησης να συνδέουν τις οικονομικές πιέσεις τόσο με τους δασμούς του Τραμπ όσο και με τον πόλεμο κατά του Ιράν.
Σύμφωνα με τον Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ένα δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα για τον Τραμπ μπορεί να τον κάνει πιο επιφυλακτικό απέναντι στην επιβολή νέων δασμών σε εμπορικούς εταίρους, μεταξύ των οποίων και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, ο Λάνγκε προειδοποιεί ότι ένας πρόεδρος με περιορισμένη πλέον πολιτική ισχύ μπορεί να μετατραπεί σε έναν ακόμη πιο οξύθυμο και συγκρουσιακό ηγέτη. Η εκλογική αποδυνάμωση, με άλλα λόγια, δεν συνεπάγεται απαραίτητα μετριοπάθεια.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, Μπράντο Μπενιφέι, βλέπει μια ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών ως ευκαιρία για στενότερη συνεργασία με το αμερικανικό Κογκρέσο.
Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για τη μετατροπή του υφιστάμενου διαλόγου μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αμερικανικού Κογκρέσου, ο οποίος περιορίζεται σήμερα σε ορισμένες συναντήσεις ετησίως, σε μια μόνιμη θεσμική δομή με δική της ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία.
Αν και αντίστοιχες νομοθετικές πρωτοβουλίες υπό την ηγεσία των Δημοκρατικών είχαν αποτύχει στο παρελθόν, μια νέα πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων μορεί να επαναφέρει το σχέδιο.
Τραμπ: Η πολιτική αποδυνάμωση και οι ευρωπαϊκές ανησυχίες
«Θα ήταν λάθος οι Ευρωπαίοι να περιμένουν θερμότερες διατλαντικές σχέσεις», προειδοποιεί ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, έμπειρος Γερμανός διπλωμάτης και απερχόμενος πρόεδρος της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Όπως εκτιμά, μια νίκη των Δημοκρατικών ενδέχεται να επιδεινώσει τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Πρόσφατη πανευρωπαϊκή δημοσκόπηση έδειξε ότι το 58% των ερωτηθέντων υποστηρίζει τους Δημοκρατικούς, έναντι μόλις 18% που τάσσεται υπέρ των Ρεπουμπλικανών του Τραμπ. Ο Ίσινγκερ, ωστόσο, συμβουλεύει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποφύγουν τους πανηγυρισμούς, ώστε να μη δώσουν στον Λευκό Οίκο πρόσθετες αφορμές αντιπαράθεσης.
Η Ναταλί Τοτσί, πρώην σύμβουλος δύο επικεφαλής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική: θεωρεί ότι ο Τραμπ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες αφορμές για να στραφεί εναντίον της Ευρώπης.
Ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ εκτιμά ότι ένας πρόεδρος εγκλωβισμένος σε κοινοβουλευτικές έρευνες και διαδικασίες παραπομπής μπορεί να επικεντρωθεί στους τομείς όπου το Κογκρέσο διαθέτει περιορισμένη επιρροή: την εξωτερική πολιτική και το εμπόριο.
Το ΝΑΤΟ και οι νέες προκλήσεις
Την ίδια άποψη συμμερίζεται ο Κερτ Βόλκερ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου. Επισημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί μπορεί να στηρίζουν περισσότερο την Ουκρανία και τη Συμμαχία, αλλά δεν μπορούν να υποχρεώσουν τον Τραμπ να εφαρμόσει τις επιλογές τους.
Παράλληλα, προβλέπει εντονότερη χρήση της αμφιλεγόμενης πρακτικής της ανάκλησης εγκεκριμένων κονδυλίων από τον πρόεδρο. Για τη στάση του απέναντι στο Ιράν και τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη, ο Βόλκερ θεωρεί ότι οι επιλογές παραμένουν αβέβαιες.
Η Μπρόνγουεν Μάντοξ, επικεφαλής του βρετανικού ινστιτούτου Chatham House, χαρακτηρίζει τον Τραμπ εξαιρετικά απρόβλεπτο, ενώ προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αντιληφθεί το βάθος της πολιτικής αλλαγής στις ΗΠΑ.
Η Ναταλί Τοτσί εκτιμά ότι μια ήττα του κινήματος MAGA θα ενισχύσει το ηθικό των φιλελεύθερων και κεντρώων δυνάμεων, παρά την ισχυρή παρουσία πολιτικών όπως η Μαρίν Λεπέν, ο Βίκτορ Όρμπαν και ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς.
Η Μάντοξ καταλήγει ότι η Αμερική δεν βλέπει πλέον την Ευρώπη όπως στο παρελθόν, υπογραμμίζοντας ότι η εσωστρέφεια των Αμερικανών ψηφοφόρων αποτελεί πλέον καθοριστικό στοιχείο της πολιτικής πραγματικότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών θα αποτελέσει σημαντική ένδειξη για τις πολιτικές διαθέσεις της αμερικανικής κοινωνίας και το κατά πόσο οι ψηφοφόροι απομακρύνονται από τον τραμπισμό.
Για την Ευρώπη, όμως, οι ενδιάμεσες εκλογές δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις. Οι διατλαντικές σχέσεις θα εξακολουθήσουν να δοκιμάζονται από τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε ζητήματα ασφάλειας, εμπορίου και διεθνούς πολιτικής, ανεξάρτητα από τους νέους συσχετισμούς στο Κογκρέσο.
