Ώρα μηδέν για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Οι αμφίρροπες μάχες και η επόμενη μέρα για τις πολιτικές Τραμπ

Οι πολιτείες στις ΗΠΑ που θα κρίνουν τους συσχετισμούς, με φόντο τη δυσαρέσκεια για οικονομία και πόλεμο. Οι νέες ισορροπίες ανησυχούν τη Δύση

ΗΠΑ, ενδιάμεσες εκλογές 2026, ©EPA/JIM LO SCALZO

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ εξελίσσονται σε κρίσιμη δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς. Η μάχη για το Κογκρέσο, η οικονομική δυσαρέσκεια και οι διεθνείς κρίσεις αναμένεται να επηρεάσουν την αμερικανική πολιτική στο εσωτερικό αλλά και την εξωτερική στρατηγική.

Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να ανατρέψουν τις ισορροπίες στη Γερουσία και τη Βουλή, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια των απλών Αμερικανών για την οικονομία, τον πόλεμο στο Ιράν και τους δασμούς.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε προσωπικό στοίχημα, αλλά τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες της πολιτικής του. Οι ενδιάμεσες κάλπες δεν κρίνουν την προεδρία του, αλλά μπορεί να του στερήσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να μετατρέψουν τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του σε διαρκή σύγκρουση με το Κογκρέσο.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα για την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και ουσιαστικές, αλλά λιγότερο ασφαλείς, πιθανότητες στη Γερουσία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, περισσότεροι από 49 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ψηφίσει, αριθμός ρεκόρ για ενδιάμεσες εκλογές, σύμφωνα με το Election Lab του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.

Το σίγουρο είναι ότι οι κάλπες των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ ανοίγουν σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, με την αναμέτρηση να αποκτά πολύ ευρύτερη σημασία από την απλή ανανέωση των εδρών στο Κογκρέσο, αναφέρουν διεθνείς αναλυτές στους New York Times.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η εκλογική αναμέτρηση αποτελεί ουσιαστικά δημοψήφισμα για τη διακυβέρνησή του, καθώς οι επιλογές του σε κρίσιμα μέτωπα, από τον πόλεμο στο Ιράν και την εμπορική πολιτική μέχρι το κόστος ζωής, έχουν μετατραπεί σε βασικούς παράγοντες της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Για τους Ρεπουμπλικανούς, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η απώλεια της πλειοψηφίας στη Γερουσία ή τη Βουλή των Αντιπροσώπων θα μπορούσε να ανατρέψει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα προώθησης της νομοθετικής ατζέντας του προέδρου και να ανοίξει τον δρόμο για εκτεταμένες κοινοβουλευτικές έρευνες εις βάρος της κυβέρνησης.

Αντίστοιχα, μια νίκη των Δημοκρατικών θα τους έδινε τη δυνατότητα να επηρεάσουν αποφασιστικά ζητήματα όπως η χρηματοδότηση του πολέμου, η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης και η επιβολή δασμών.

ΗΠΑ: Κινδυνεύουν να χαθούν προπύργια των Ρεπουμπλικανών

Το πολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται από μια αξιοσημείωτη μεταστροφή των εκλογικών τάσεων. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις των New York Times και του Πανεπιστημίου Σιένα καταγράφουν προβάδισμα των Δημοκρατικών σε πέντε από τις επτά κρίσιμες πολιτείες που θα καθορίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, ενώ σε μία ακόμη τα ποσοστά εμφανίζονται ισόπαλα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται ανταγωνιστικοί ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών, όπως το Τέξας και το Κάνσας.

Την ίδια στιγμή, η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ, η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και οι επιπτώσεις των εμπορικών και γεωπολιτικών επιλογών του δημιουργούν ένα δυσμενές περιβάλλον για τους υποψηφίους του κόμματός του. Ωστόσο, η έκβαση δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Η εκλογική συμπεριφορά των αναποφάσιστων, οι τελευταίες μετακινήσεις ψηφοφόρων και οι ιδιαιτερότητες κάθε πολιτείας εξακολουθούν να αφήνουν ανοιχτά τα περιθώρια ανατροπών.

Πέρα όμως από την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, οι εκλογές έχουν άμεση διεθνή διάσταση. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει την αμερικανική στάση απέναντι στις πολεμικές συγκρούσεις, την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τις εμπορικές σχέσεις και την παγκόσμια τεχνολογική διακυβέρνηση. Με άλλα λόγια, η επόμενη ημέρα στις ΗΠΑ δεν αφορά μόνο τον έλεγχο του Κογκρέσου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα ασκήσει την ισχύ της σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.

O Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ © EPA/LAURA BRETT

O Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ © EPA/LAURA BRETT

ΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν έδαφος με επίκεντρο την οικονομία

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις των New York Times και του Πανεπιστημίου Σιένα δείχνουν ότι οι υποψήφιοι του Δημοκρατικού κόμματος προηγούνται στο Μίσιγκαν, το Τέξας, το Κάνσας, το Μέιν και το Οχάιο, εμφανίζουν μικρό προβάδισμα στην Αλάσκα και βρίσκονται ουσιαστικά σε ισοπαλία με τους Ρεπουμπλικανούς στην Αϊόβα.

Η εικόνα αυτή διαφοροποιεί αισθητά τα δεδομένα της προεκλογικής περιόδου, καθώς οι Δημοκρατικοί καλούνται να ανατρέψουν μια δύσκολη αριθμητική ισορροπία. Για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία, πρέπει πρώτα να διατηρήσουν όλες τις έδρες που ήδη κατέχουν και στη συνέχεια να κερδίσουν τουλάχιστον τέσσερις από τις έδρες που σήμερα βρίσκονται υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών.

Το εγχείρημα θεωρούνταν εξαρχής δύσκολο, καθώς αρκετές από τις πολιτείες στις οποίες επιχειρούν να επικρατήσουν αποτελούν παραδοσιακά εκλογικά προπύργια των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, οι νέες μετρήσεις δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στον πρόεδρο και η επιδείνωση της εικόνας της κυβέρνησης στην οικονομία έχουν περιορίσει το προβάδισμα των υποψηφίων του.

Μόλις το 38% των πιθανών ψηφοφόρων στις επτά πολιτείες εγκρίνει συνολικά την προεδρική επίδοση του Τραμπ. Το ποσοστό είναι ιδιαίτερα χαμηλό, εάν ληφθεί υπόψη ότι ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος είχε κερδίσει πέντε από αυτές τις πολιτείες με διψήφια διαφορά μόλις δύο χρόνια νωρίτερα.

Καθοριστικός παράγοντας της μεταστροφής είναι η οικονομία. Το κόστος διαβίωσης αναδεικνύεται στο σημαντικότερο ζήτημα για τους ψηφοφόρους, με τους Δημοκρατικούς να προηγούνται κατά εννέα ποσοστιαίες μονάδες στην αξιολόγηση του κόμματος που μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την ακρίβεια. Το προβάδισμά τους καταγράφεται και στις επτά πολιτείες, στοιχείο που αποκαλύπτει ότι η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ή κοινωνικές ομάδες.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η οικονομία αποτελούσε παραδοσιακά ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά πλεονεκτήματα του Τραμπ. Η αδυναμία των Ρεπουμπλικανών να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι μπορούν να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να βελτιώσουν το διαθέσιμο εισόδημα δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για την εκλογική τους στρατηγική.

Παρά ταύτα, οι μετρήσεις αφήνουν περιθώρια επιφυλακτικότητας. Υπάρχουν ακόμη αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, ενώ όσοι αποφάσισαν την επιλογή τους μέσα στον τελευταίο μήνα εμφανίζονται να προτιμούν τους Ρεπουμπλικανούς με διαφορά εννέα μονάδων. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι η δυναμική των τελευταίων ημερών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

ΗΠΑ: Τέξας και Κάνσας μετατρέπονται σε απρόσμενα πεδία μάχης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναμέτρηση στο Τέξας, όπου ο Δημοκρατικός πολιτειακός βουλευτής Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται με 50% έναντι 43% του Ρεπουμπλικανού γενικού εισαγγελέα Κεν Πάξτον. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη, καθώς το Τέξας δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1988.

Η εικόνα του Πάξτον αποδεικνύεται ιδιαίτερα προβληματική. Το 54% των πιθανών ψηφοφόρων τον αντιμετωπίζει αρνητικά, ενώ μόλις το 33% έχει θετική άποψη για τον ίδιο. Αντίθετα, ο Ταλαρίκο συγκεντρώνει θετική αξιολόγηση από το 49% και αρνητική από το 39%, διατηρώντας πλεονέκτημα δέκα ποσοστιαίων μονάδων στη συνολική δημοφιλία.

Η αρνητική εικόνα του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου συνδέεται και με τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί εις βάρος του, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις που οδήγησαν σε διαδικασία παραπομπής του και οι αναφορές για προβλήματα στην προσωπική του ζωή. Η υπόθεση έχει επηρεάσει ακόμη και παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 62χρονου Ρέι Γκονζάλες από το Χιούστον, ο οποίος δηλώνει ότι είχε ψηφίσει τον Τραμπ το 2016 και το 2020, αλλά σχεδιάζει τώρα να στηρίξει τον Ταλαρίκο αποκλειστικά λόγω της αρνητικής του άποψης για τον Πάξτον.

Ακόμη και μια τέτοια επιλογή, χωρίς ιδιαίτερη πολιτική συμπάθεια προς τον Δημοκρατικό υποψήφιο, αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος για τους Ρεπουμπλικανούς.

Ανάλογη ανατροπή καταγράφεται στο Κάνσας, όπου ο Δημοκρατικός υποψήφιος Άνταμ Χάμιλτον, πάστορας της μεγαλύτερης εκκλησίας της πολιτείας, προηγείται με 49% έναντι 44% του Ρεπουμπλικανού εν ενεργεία γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ. Το Κάνσας αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες πολιτείες για τους Δημοκρατικούς, καθώς ο Τραμπ είχε επικρατήσει εκεί με τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των επτά πολιτειών που περιλαμβάνονται στη δημοσκόπηση. Επιπλέον, η πολιτεία δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1932.

Η μεταστροφή συνδέεται με την απογοήτευση των αγροτικών κοινοτήτων από τις οικονομικές επιλογές της κυβέρνησης. Η αύξηση των τιμών του ντίζελ μετά τον πόλεμο στο Ιράν, σε συνδυασμό με την απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει δασμούς στις εισαγωγές ξένου βοδινού κρέατος, έχει προκαλέσει αντιδράσεις στους παραγωγούς.

Παράλληλα, ο Μάρσαλ έχει δεχθεί κριτική μετά τις αποκαλύψεις ότι είχε προσφύγει δικαστικά εναντίον ασθενών για απλήρωτες ιατρικές οφειλές, υποθέσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν ακόμη και σε συλλήψεις.

Σκληρή κόντρα σε Μέιν, Οχάιο και Αλάσκα – Η ανατροπή με τον Ελ-Σαγέντ στο Μίσιγκαν

Στο Μέιν, ο Δημοκρατικός πρώην πολιτειακός γερουσιαστής Τρόι Τζάκσον προηγείται με 51% έναντι 45% της Ρεπουμπλικανής εν ενεργεία γερουσιαστή Σούζαν Κόλινς. Η Κόλινς είναι η τελευταία Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής στη Νέα Αγγλία, γεγονός που καθιστά την αναμέτρηση ιδιαίτερα συμβολική για το κόμμα της.

Ωστόσο, η ιστορία των δημοσκοπήσεων επιβάλλει προσοχή. Πριν από έξι χρόνια η Κόλινς εμφανιζόταν πίσω σε όλες τις μετρήσεις και τελικά επανεξελέγη με άνεση. Ο Τζάκσον, από την πλευρά του, έχει βελτιώσει την εικόνα του από τον Σεπτέμβριο, αν και εξακολουθεί να συγκεντρώνει περισσότερες αρνητικές παρά θετικές αξιολογήσεις.

Στο Οχάιο, ο πρώην γερουσιαστής των Δημοκρατικών Σέροντ Μπράουν προηγείται με 49% έναντι 44% του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζον Χάστεντ. Η αναμέτρηση έχει ήδη προσελκύσει διαφημιστικές δαπάνες ύψους μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων, με τους Ρεπουμπλικανούς να έχουν δαπανήσει 80 εκατομμύρια δολάρια περισσότερα από τους αντιπάλους τους, σύμφωνα με την εταιρεία παρακολούθησης πολιτικών διαφημίσεων AdImpact.

Στην Αλάσκα, η πρώην Δημοκρατική βουλευτής Μέρι Πελτόλα διατηρεί μικρό προβάδισμα, με 48% έναντι 46% του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Νταν Σάλιβαν. Ωστόσο, είναι η μόνη Δημοκρατική υποψήφια που έχασε έδαφος σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση των New York Times και του Πανεπιστημίου Σιένα. Η μέτρηση είχε ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό πριν από δημοσίευμα των New York Times σχετικά με πολιτικούς συνεργάτες της που φέρονται να είχαν στρατολογήσει έναν ακόμη υποψήφιο με το ρεπουμπλικανικό ψηφοδέλτιο, προκειμένου να αποσπάσει ψήφους από τον εν ενεργεία γερουσιαστή.

O γιατρός και πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας Αμπντούλ Ελ Σαγέντ

O γιατρός και πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας Αμπντούλ Ελ Σαγέντ εξασφάλισε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στις ΗΠΑ© EPA/DIEU-NALIO CHERY

Στο Μίσιγκαν, τέλος, ο Δημοκρατικός Άμπντουλ Ελ-Σαγέντ προηγείται με έντεκα ποσοστιαίες μονάδες του Ρεπουμπλικανού πρώην βουλευτή Μάικ Ρότζερς. Παρά το προβάδισμά του, η εσωκομματική αντιπαράθεση των Δημοκρατικών έχει δημιουργήσει νέες αβεβαιότητες. Η πρώην αντίπαλός του στις προκριματικές εκλογές, Χέιλι Στίβενς, ανακοίνωσε ότι στηρίζει τον Ρότζερς, προκαλώντας έντονη αναταραχή στο κόμμα.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, πάντως, ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών συνδέεται με την επιστροφή νεότερων ψηφοφόρων και Λατίνων στην εκλογική τους βάση. Ενώ ο Τραμπ είχε καταγράψει σημαντικά κέρδη σε αυτές τις ομάδες το 2024, οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι κερδίζουν φέτος μόλις περίπου το ένα τέταρτο των νεότερων και των Λατίνων ψηφοφόρων.

Παράλληλα, υποχωρεί η στήριξη των Ρεπουμπλικανών στους λευκούς ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οι οποίοι αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της εκλογικής συμμαχίας του Τραμπ. Το 2024 ο πρόεδρος είχε συγκεντρώσει περίπου το 66% των λευκών ψηφοφόρων χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Στις επτά πολιτείες που εξετάζονται, το ποσοστό των Ρεπουμπλικανών έχει πλέον περιοριστεί στο 56%.

Η συγκεκριμένη ομάδα, ωστόσο, είναι διαχρονικά δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια στις δημοσκοπήσεις, καθώς στο παρελθόν έχουν καταγραφεί σημαντικά σφάλματα στις μετρήσεις της. Συνεπώς, η έκβαση της αναμέτρησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν η δημοσκοπική υποχώρηση αντανακλά πραγματική αλλαγή στην εκλογική συμπεριφορά.

ΗΠΑ: Το προσωπικό δημοψήφισμα Τραμπ δυσκολεύει τους Ρεπουμπλικανούς

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η εκλογική αναμέτρηση δεν αποτελεί απλώς μια δοκιμασία για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του κόμματός του. Ο ίδιος έχει επανειλημμένα καλέσει τους Αμερικανούς να αντιμετωπίσουν τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου σαν να βρίσκεται προσωπικά στο ψηφοδέλτιο, επιδιώκοντας να κινητοποιήσει τη βάση του.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, ενδέχεται να λειτουργήσει αντίστροφα, καθώς οι ψηφοφόροι έχουν πλέον τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για την κυβερνητική πολιτική χωρίς να χρειάζεται να αναμετρηθούν απευθείας με τον πρόεδρο.

Οι ενδιάμεσες εκλογές παραδοσιακά λειτουργούν ως αξιολόγηση της κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το κυβερνών κόμμα χάνει έδρες, καθώς οι ψηφοφόροι αξιοποιούν την εκλογική διαδικασία για να επιβραβεύσουν ή να τιμωρήσουν τις επιλογές του προέδρου. Στην περίπτωση του Τραμπ, όμως, η συγκεκριμένη τάση ενισχύεται από μια σειρά αποφάσεων που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των Αμερικανών και καθιστούν δυσκολότερη την προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να αποστασιοποιηθούν από την κυβέρνηση, αναφέρουν αναλυτές στο Associated Press.

Οι δασμοί στις εισαγωγές, η εμπορική σύγκρουση με τον Καναδά, ο πόλεμος στο Ιράν και η αύξηση του κόστους ενέργειας και τροφίμων έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο οι κυβερνητικές επιλογές συνδέονται άμεσα με την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς είναι ότι ο Τραμπ έχει αναλάβει πλήρως την πολιτική ευθύνη για τις συγκεκριμένες αποφάσεις. Δεν μπορούν εύκολα να αποδώσουν τις οικονομικές συνέπειες σε προηγούμενες κυβερνήσεις, καθώς ο πρόεδρος υπερασπίζεται διαρκώς τη στρατηγική του και διαβεβαιώνει ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε καλή κατάσταση.

Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Ντέρικ Βαν Όρντεν από το Ουισκόνσιν, ο οποίος χαρακτήρισε τον πόλεμο στο Ιράν παράγοντα που δυσκολεύει «εκθετικά» την προσπάθεια του κόμματός του να διατηρήσει τον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας. Ο ίδιος ανήκει στους πιο ευάλωτους Ρεπουμπλικανούς βουλευτές και η προειδοποίησή του αποτυπώνει την ανησυχία που επικρατεί στο εσωτερικό της παράταξης.

Δασμοί, πόλεμος και ακρίβεια επιβαρύνουν την εκλογική εικόνα

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για την κυβέρνηση είναι η σύνδεση της εμπορικής πολιτικής με την οικονομική επιβάρυνση συγκεκριμένων παραγωγικών κλάδων. Οι εισαγωγικοί δασμοί έχουν προκαλέσει αναταράξεις στην αγροτική οικονομία και έχουν συμβάλει στην έναρξη εμπορικής αντιπαράθεσης με τον Καναδά. Οι συνέπειες γίνονται αισθητές σε πολιτείες όπως η Αϊόβα, το Μίσιγκαν, το Κάνσας, η Νεμπράσκα, το Οχάιο και το Μέιν, όπου οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι καλούνται να υπερασπιστούν τις επιλογές του προέδρου απέναντι σε ψηφοφόρους που επηρεάζονται άμεσα από τις εμπορικές εξελίξεις.

Εξίσου επιβαρυντικός είναι ο πόλεμος στο Ιράν. Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι η σύγκρουση θα ολοκληρωνόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες, ωστόσο οκτώ μήνες αργότερα εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη, χωρίς να υπάρχει σαφές σχέδιο εξόδου. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του προέδρου ότι οι ΗΠΑ δεν θα εμπλέκονται σε νέες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, η άνοδος των τιμών της βενζίνης και των βασικών αγαθών έχει ενισχύσει την κριτική προς την κυβέρνηση. Ο πρώην πρόεδρος των Δημοκρατικών Μπαράκ Ομπάμα, μιλώντας στο Οχάιο, υποστήριξε ότι οι αυξήσεις στο κόστος ζωής αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει αντιμετωπίσει με περιορισμένη κατανόηση τις ανησυχίες των πολιτών. Έχει χαρακτηρίσει την προβληματική προσιτότητα των αγαθών «απάτη» και σε προεκλογική συγκέντρωση στη Τζόρτζια δήλωσε ότι δεν τον ενδιαφέρει η κριτική για τις τιμές της βενζίνης, την ώρα που πανηγύριζε για τα κέρδη των αμερικανικών πετρελαϊκών και ενεργειακών επιχειρήσεων.

Η αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και στον προσωπικό πλουτισμό του προέδρου έχει επίσης αποκτήσει πολιτική διάσταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο δημοσίευμα, ο Τραμπ έχει αποκομίσει 1,2 δισ. δολάρια από επιχειρηματικές δραστηριότητες στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, ενώ η πλειονότητα των επενδυτών στον συγκεκριμένο τομέα έχει καταγράψει απώλειες.

Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να συνδέσουν αυτή την εικόνα με την ευρύτερη κριτική περί διαφθοράς και σύγκρουσης συμφερόντων. Ο πρώην υπουργός Μεταφορών και πιθανός υποψήφιος για την προεδρία το 2028, Πιτ Μπούτιτζιτζ, υποστηρίζει ότι η διαφθορά που καταλογίζεται στην κυβέρνηση συνδέεται άμεσα με την οικονομική πίεση που βιώνουν οι πολίτες. Κατά την άποψή του, τα δύο ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα.

Στην ίδια κατεύθυνση, οι Δημοκρατικοί έχουν επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε διαφημιστικές εκστρατείες που συνδέουν τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους με τον Τραμπ. Σε διαφήμιση στο Μίσιγκαν, για παράδειγμα, ο Ρεπουμπλικανός Μάικ Ρότζερς παρουσιάζεται ως υποστηρικτής τόσο του πολέμου όσο και του προέδρου, επιχειρώντας να μετατρέψει την πολιτική εγγύτητα με τον Λευκό Οίκο σε εκλογικό μειονέκτημα.

Το κόστος των παρεμβάσεων και οι εσωτερικές αντιφάσεις των Ρεπουμπλικανών

Παρά τις δυσκολίες, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το οποίο αφορά τους οικονομικούς πόρους της προεκλογικής εκστρατείας. Οι πολιτικές οργανώσεις που συνδέονται με τον Τραμπ έχουν δαπανήσει σχεδόν 277 εκατ. δολάρια από τον Σεπτέμβριο για την ενίσχυση των υποψηφίων του κόμματος. Το συνολικό κόστος της φετινής αναμέτρησης κινείται προς επίπεδα που ενδέχεται να την καταστήσουν την ακριβότερη ενδιάμεση εκλογική διαδικασία στην αμερικανική ιστορία.

Η οικονομική υπεροχή, ωστόσο, δεν εγγυάται εκλογική επιτυχία. Η πολιτική δυσαρέσκεια είναι δύσκολο να αντισταθμιστεί μόνο με διαφημιστικές δαπάνες, ιδίως όταν οι υποψήφιοι καλούνται να υπερασπιστούν αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα των ψηφοφόρων.

Παράλληλα, ο Τραμπ έχει παρέμβει ενεργά σε αρκετές εσωκομματικές αναμετρήσεις, προκαλώντας προβληματισμό ακόμη και σε στελέχη του δικού του κόμματος. Στο Τέξας, ο απερχόμενος Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν έχει προειδοποιήσει ότι η επιλογή του προέδρου για το χρίσμα, ο γενικός εισαγγελέας Κεν Πάξτον, αποτελεί αδύναμο αντίπαλο απέναντι στον Δημοκρατικό Τζέιμς Ταλαρίκο.

ΗΠΑ εκλογές

Ο γενικός εισαγγελέας του Τέξας, Κεν Πάξτον, εκφωνεί ομιλία κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης για την εκστρατεία του ως υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για τη Γερουσία, στο Κόρπους Κρίστι του Τέξας © EPA/LAURA BRETT

Ο Κόρνιν έχει επισημάνει ότι ακόμη και σε πολιτείες με σαφή συντηρητικό προσανατολισμό υπάρχουν υποψήφιοι με σημαντικές αδυναμίες, οι οποίες μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές. Η περίπτωση του Τέξας δείχνει ότι η προσωπική παρέμβαση του προέδρου στις εσωκομματικές διαδικασίες δεν εξασφαλίζει απαραίτητα την επιλογή των υποψηφίων με τις μεγαλύτερες πιθανότητες επικράτησης.

Επιπλέον, η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ περιορίζει τη δυνατότητα των Ρεπουμπλικανών να διατηρήσουν αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με έρευνα του Associated Press και του NORC Center for Public Affairs Research, περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων στις ΗΠΑ εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα.

Το ποσοστό είναι χαμηλότερο από την αντίστοιχη δημοτικότητα του Τζο Μπάιντεν λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές επί της δικής του προεδρίας, αλλά και από την επίδοση του ίδιου του Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία, όταν η αποδοχή του βρισκόταν κοντά στο 40% πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Για λόγους σύγκρισης, τον Οκτώβριο του 2006 περίπου το 37% των Αμερικανών ενέκρινε την επίδοση του τότε προέδρου Τζορτζ Μπους, ενώ λίγο πριν από τις εκλογές του 2010 περίπου το 45% ενέκρινε την επίδοση του Μπαράκ Ομπάμα, σύμφωνα με τις μετρήσεις της Gallup. Οι συγκεκριμένες έρευνες χρησιμοποιούσαν διαφορετική μεθοδολογία από εκείνη του Associated Press και του NORC, επομένως τα ποσοστά δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα.

Η διαφορά στην πολιτική συμπεριφορά των προηγούμενων προέδρων είναι επίσης σημαντική. Όταν η δημοτικότητά τους υποχωρούσε, ο Μπους και ο Ομπάμα άφηναν μεγαλύτερο περιθώριο στους υποψηφίους του κόμματός τους να διαφοροποιούνται από τον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ, αντίθετα, απαιτεί σταθερά δημόσια πίστη και δεν φαίνεται διατεθειμένος να παραχωρήσει αντίστοιχο πολιτικό χώρο.

Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι υιοθετούν πιο διακριτικές τακτικές, όπως η αφαίρεση αναφορών στον πρόεδρο από τις προσωπικές προεκλογικές ιστοσελίδες τους. Η βουλευτής Άσλεϊ Χίνσον, υποψήφια των Ρεπουμπλικανών για τη Γερουσία στην Αϊόβα, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κομματική πίστη και στην ανάγκη να εμφανιστεί ανεξάρτητη.

Σε τηλεοπτική συζήτηση δήλωσε ότι θα αποτελεί σύμμαχο του Τραμπ όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Αϊόβα, αλλά θα αντιδρά όταν διαφωνεί με τις επιλογές του. Λίγες ημέρες αργότερα, επισκέφθηκε εγκατάσταση παραγωγής αιθανόλης στην πολιτεία μαζί με τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος, Λι Ζέλντιν, επιδιώκοντας να αναδείξει τη στήριξή της σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της περιοχής.

Ωστόσο, η επίσκεψη εξελίχθηκε σε δοκιμασία όταν δέχθηκε ερωτήσεις για τη συμφωνία του Τραμπ με τη Ρωσία σχετικά με τη μείωση των τιμών του ντίζελ. Η Χίνσον επανέλαβε ότι η αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων παραμένει προτεραιότητά της, αλλά πρόσθεσε ότι αισθάνεται ανησυχία κάθε φορά που τίθεται ζήτημα χαλάρωσης των κυρώσεων κατά της Μόσχας.

Η στάση αυτή αποτυπώνει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν αρκετοί Ρεπουμπλικανοί. Πρέπει να διατηρήσουν τη στήριξη της βάσης του Τραμπ, χωρίς να αποξενωθούν από ανεξάρτητους ψηφοφόρους και μετριοπαθείς πολίτες που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με την κυβερνητική πολιτική.

Οι Δημοκρατικοί βλέπουν ευκαιρία, αλλά δεν έχουν εξασφαλίσει την επόμενη ημέρα

Παρά τα προβλήματα των Ρεπουμπλικανών, οι Δημοκρατικοί δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη την πολιτική τους ανάκαμψη. Η δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση.

Ο κυβερνήτης του Μέριλαντ, Γουές Μουρ, έχει προειδοποιήσει ότι η οργή απέναντι στον πρόεδρο μπορεί σταδιακά να υποχωρήσει και ότι το κόμμα του θα πρέπει να αποδείξει στην πράξη ότι διαθέτει αποτελεσματικές πολιτικές προτάσεις. Η τοποθέτησή του αντανακλά τον προβληματισμό μιας μερίδας των Δημοκρατικών, η οποία φοβάται ότι η αντιπολιτευτική δυναμική δεν αρκεί για να δημιουργήσει μια σταθερή εκλογική συμμαχία.

Η γερουσιαστής Ελίσα Σλότκιν από το Μίσιγκαν έχει αναζητήσει πολιτικά διδάγματα από την Ουγγαρία, όπου μελέτησε τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι απέρριψαν τον πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν και τις αυταρχικές πολιτικές του. Σε ομιλία της αναφέρθηκε σε ένα πιθανό «σημείο καμπής», κατά το οποίο η κοινωνία αρνείται πλέον να αποδεχθεί ένα επίπεδο διαφθοράς που θεωρεί υπερβολικό.

Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε εάν οι ΗΠΑ βρίσκονται κοντά σε ένα τέτοιο σημείο, απάντησε ότι αυτό αποτελεί το μεγάλο ερώτημα, προειδοποιώντας παράλληλα ότι οι ψηφοφόροι δεν έχουν αναπτύξει απαραίτητα θετικά αισθήματα για τους Δημοκρατικούς.

Η Σλότκιν υπογράμμισε ότι οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν συνήθως αντίδραση στο κόμμα που κυβερνά. Εφόσον οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, η πραγματική δοκιμασία θα αρχίσει από την 1η Ιανουαρίου, όταν θα πρέπει να αποδείξουν στους ανεξάρτητους και στους αναποφάσιστους ψηφοφόρους ότι μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά την κοινοβουλευτική τους δύναμη.

Σόου έξω από το συνεδριακό κέντρο στο Ντάλας © EPA/JIM LO SCALZO

Γιατί οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ενδιαφέρουν ολόκληρο τον κόσμο

Η διεθνής σημασία της εκλογικής αναμέτρησης είναι πολύ μεγαλύτερη από την τύχη των κοινοβουλευτικών εδρών. Ο Ντόναλντ Τραμπ θα παραμείνει πρόεδρος για ακόμη δύο χρόνια και έντεκα εβδομάδες μετά τις εκλογές, εφόσον δεν υπάρξει κάποιο απρόοπτο. Ωστόσο, το αποτέλεσμα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί κατά το υπόλοιπο της θητείας του, επηρεάζοντας τις αποφάσεις του για την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, το εμπόριο και τις διεθνείς συμμαχίες.

Η πιθανή επικράτηση των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιόριζε σημαντικά την ελευθερία κινήσεων του Λευκού Οίκου. Παράλληλα, θα έδινε στην αντιπολίτευση τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τις κοινοβουλευτικές επιτροπές, να ξεκινήσει έρευνες για τις δραστηριότητες της κυβέρνησης και να επηρεάσει τη χρηματοδότηση σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών πρωτοβουλιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρόεδρος θα χάσει τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένος να αξιοποιήσει στο έπακρο τις συνταγματικές εξουσίες του, διατηρώντας σημαντικό περιθώριο πρωτοβουλιών στις διεθνείς σχέσεις. Το ενδεχόμενο, όμως, να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο αντιπαράθεσης, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και τη συμπεριφορά του στο διεθνές πεδίο.

Διπλωμάτες από κυβερνήσεις με πιο φιλελεύθερο πολιτικό προσανατολισμό εκφράζουν ανησυχία ότι ένας πολιτικά περιορισμένος Τραμπ ενδέχεται να επιδιώξει να επιδείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο εξωτερικό, προκειμένου να αντισταθμίσει τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίζει στο εσωτερικό.

Ιράν και Ουκρανία στο επίκεντρο των νέων ισορροπιών στο Κογκρέσο

Ένα από τα πρώτα διεθνή μέτωπα που θα μπορούσαν να επηρεαστούν είναι ο πόλεμος στο Ιράν. Σύμφωνα με το Politico, μια ευρεία νίκη των Δημοκρατικών θα μπορούσε να προκαλέσει άμεσες εξελίξεις τόσο για τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ όσο και για τη διαχείριση της σύγκρουσης.

Το ιστορικό προηγούμενο είναι χαρακτηριστικό. Το 2006, όταν ο τότε Ρεπουμπλικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους υπέστη βαριά ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές, προχώρησε αμέσως στην απομάκρυνση του υπουργού Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ, καθώς ο πόλεμος στο Ιράκ είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην αμερικανική κοινωνία.

Σήμερα, ένα αντίστοιχο πολιτικό πλήγμα θα μπορούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ευθύνης για τη στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν. Οι Δημοκρατικοί έχουν ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να κινηθούν προς τη διαδικασία παραπομπής του Χέγκσεθ, με μια ενδεχόμενη κοινοβουλευτική έρευνα να μετατρέπεται σε ευρύτερη αξιολόγηση της στρατηγικής του πολέμου.

Μια τέτοια εξέλιξη θα απορροφούσε σημαντικό μέρος της πολιτικής και επικοινωνιακής ενέργειας του προέδρου, την ώρα που θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα επιδιώξει την επανέναρξη των εχθροπραξιών ή εάν θα κινηθεί προς μια συμφωνία ειρήνης τους επόμενους μήνες.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα της χρηματοδότησης. Ο έλεγχος του Κογκρέσου δίνει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις δημόσιες δαπάνες, καθώς η νομοθετική εξουσία έχει τον συνταγματικό έλεγχο των ομοσπονδιακών πιστώσεων. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση όχι μόνο για τον τρόπο χρηματοδότησης του πολέμου στο Ιράν, αλλά και για το σύνολο των στρατιωτικών δαπανών και της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας.

Η ιστορία των ΗΠΑ έχει δείξει ότι η διακοπή ή ο περιορισμός της χρηματοδότησης από το Κογκρέσο μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τον τερματισμό στρατιωτικών επιχειρήσεων. Επομένως, μια αλλαγή στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να δημιουργήσει ουσιαστικούς περιορισμούς στη δυνατότητα του Τραμπ να συνεχίσει μια πολεμική επιχείρηση χωρίς πολιτικό και δημοσιονομικό έλεγχο.

Ανάλογες επιπτώσεις ενδέχεται να υπάρξουν και για την Ουκρανία. Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να αυξήσουν σημαντικά την αμερικανική οικονομική υποστήριξη προς το Κίεβο.

Αναλυτές για θέματα διεθνούς ασφάλειας εκτιμούν στο Politico ότι μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να επιδιώξει ακόμη και τον διπλασιασμό ή τον τριπλασιασμό της χρηματοδότησης προς την Ουκρανία, εφόσον υπήρχε η απαραίτητη πολιτική υποστήριξη.

Το βασικό εμπόδιο, ωστόσο, θα ήταν το προεδρικό δικαίωμα αρνησικυρίας. Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να μην εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες ψήφους για να υπερβούν ένα βέτο, ενώ θα χρειαστεί να συνεργαστούν με Ρεπουμπλικανούς που εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη συνέχιση της βοήθειας προς το Κίεβο.

Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να προκύψουν πολιτικοί συμβιβασμοί με τον Τραμπ, μέσω μιας συμφωνίας που θα συνδέει τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας με κονδύλια για αμερικανικά αμυντικά προγράμματα.

Ακόμη και χωρίς να καταφέρουν να μεταβάλουν ουσιαστικά την εξωτερική πολιτική του προέδρου, οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ενεργειών του. Θα μπορούσαν να διερευνήσουν την καθυστέρηση στην παράδοση οπλικών συστημάτων προς την Ουκρανία, τις επαφές της κυβέρνησης με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τη συνολική διαχείριση της αμερικανικής υποστήριξης.

Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Η αμερικανική χρηματοδότηση, η στρατιωτική βοήθεια και η πολιτική δέσμευση της Ουάσιγκτον παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για την ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ενίσχυση της κοινοβουλευτικής πίεσης για μεγαλύτερη στήριξη προς την Ουκρανία θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι ο Τραμπ θα εγκαταλείψει τη δική του στρατηγική προσέγγιση.

Το American Airlines Center στο Ντάλας, όπου διεξάγεται το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών

Το American Airlines Center στο Ντάλας, όπου διεξάγεται το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών © EPA/JIM LO SCALZO

Τεχνητή νοημοσύνη και δασμοί διαμορφώνουν τη νέα αμερικανική ατζέντα

Πέρα από τις πολεμικές συγκρούσεις, οι ενδιάμεσες εκλογές θα επηρεάσουν δύο ακόμη πεδία με παγκόσμιες οικονομικές και τεχνολογικές προεκτάσεις: τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης και την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ.

Η επόμενη σύνθεση του Κογκρέσου θα κληθεί να διαμορφώσει το πλαίσιο εποπτείας και ασφάλειας για τα πλέον προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία αναμένεται να επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία, τις επιχειρήσεις και την καθημερινότητα των πολιτών τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Politico, οι ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να αποτελέσουν αφετηρία για τον καθορισμό της μελλοντικής παγκόσμιας διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο οι νέοι νομοθέτες θα μπορέσουν να διαμορφώσουν κανόνες που θα εξασφαλίζουν την ασφάλεια των προηγμένων μοντέλων, χωρίς να περιορίζουν υπερβολικά την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται σαφώς περισσότερο πρόθυμοι να υποστηρίξουν αυστηρότερες ρυθμίσεις για την τεχνητή νοημοσύνη, αν και υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις στο εσωτερικό και των δύο κομμάτων. Οι Ρεπουμπλικανοί, σε γενικές γραμμές, εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην ενίσχυση της ομοσπονδιακής εποπτείας.

Ακόμη και εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, όμως, θα πρέπει να συνυπολογίσουν το προεδρικό βέτο. Για την υπέρβασή του απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία, ένα όριο που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε «Mr. Βέτο» εάν οι Δημοκρατικοί αναλάβουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων. Παράλληλα, όμως, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συμφωνιών.

Ένα πιθανό πεδίο συμβιβασμού θα ήταν η θέσπιση ορισμένων κανόνων ασφαλείας για την τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με την αποτροπή της δυνατότητας των πολιτειών να θεσπίζουν διαφορετικές και ενδεχομένως αυστηρότερες ρυθμίσεις. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την επιθυμία της κυβέρνησης για ενιαίο εθνικό πλαίσιο, ενώ θα ικανοποιούσε εν μέρει τις απαιτήσεις των Δημοκρατικών για μεγαλύτερη εποπτεία.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει ήδη αναπτύξει ένα εκτενές ρυθμιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διεθνή σύγκλιση ή απόκλιση των κανόνων, τις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ αμερικανικών και ευρωπαϊκών εταιρειών και τη λειτουργία των παγκόσμιων τεχνολογικών αγορών.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα των data centers, καθώς στις ίδιες εκλογές θα αναδειχθούν 36 κυβερνήτες πολιτειών. Οι τοπικές και πολιτειακές κυβερνήσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αδειοδότηση, τη χωροθέτηση και την ανάπτυξη των μεγάλων εγκαταστάσεων υπολογιστικής ισχύος που απαιτούνται για την τεχνητή νοημοσύνη.

Τα data centers έχουν εξελιχθεί σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς οι τοπικές κοινωνίες εκφράζουν αυξανόμενες ανησυχίες για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τις υποδομές και τις επιπτώσεις των μεγάλων επενδύσεων στο περιβάλλον και στις τιμές των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

Μια σημαντική νίκη των Δημοκρατικών στις κυβερνητικές εκλογές των πολιτειών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερη αξιολόγηση νέων επενδυτικών σχεδίων και, ενδεχομένως, σε επιβράδυνση της ανάπτυξης των συγκεκριμένων υποδομών. Αυτό θα είχε επιπτώσεις όχι μόνο στην αμερικανική αγορά, αλλά και στον ρυθμό επέκτασης της παγκόσμιας βιομηχανίας τεχνητής νοημοσύνης.

Στο εμπορικό πεδίο, μια Δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να επιχειρήσει να περιορίσει την εξουσία του προέδρου στην επιβολή εισαγωγικών δασμών. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ αναθέτει στο Κογκρέσο την εξουσία επιβολής φόρων στις εισαγωγές, επομένως οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις κοινοβουλευτικές τους αρμοδιότητες, την εποπτεία και τις νομοθετικές διαδικασίες για να αμφισβητήσουν την εμπορική στρατηγική του Λευκού Οίκου.

Οικονομικοί αναλυτές μιλώντας στο Politico εκτιμούν ότι θα υπάρξει αυξημένη αντίδραση στην πολιτική δασμών του Τραμπ, εφόσον οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Ωστόσο, η πλήρης ανατροπή της συγκεκριμένης στρατηγικής θεωρείται δύσκολη, καθώς οι Δημοκρατικοί είναι απίθανο να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες πλειοψηφίες.

Επιπλέον, η κυβέρνηση έχει ήδη αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να αξιοποιεί με ευρύ τρόπο τις προεδρικές εξουσίες. Σύμφωνα με το Reuters, στενοί συνεργάτες του Τραμπ, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της πολιτικής του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ, εξετάζουν τρόπους αξιοποίησης των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του προέδρου ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα επιβολής δασμών παρά τις πιθανές κοινοβουλευτικές αντιδράσεις.

Για τις διεθνείς αγορές, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η εμπορική αβεβαιότητα μπορεί να παραμείνει υψηλή ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Οι εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη, την Κίνα, τον Καναδά και άλλους βασικούς εταίρους θα εξακολουθήσουν να επηρεάζονται από τη σύγκρουση ανάμεσα στις προεδρικές πρωτοβουλίες και στους περιορισμούς που θα επιχειρήσει να επιβάλει το Κογκρέσο.

MAGA

MAGA © Χ.com

ΗΠΑ: Η εκκίνηση της μάχης για το 2028 και το ρήγμα στους Δημοκρατικούς

Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν θα καθορίσουν μόνο την πορεία της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ. Θα αποτελέσουν ταυτόχρονα την επίσημη αφετηρία για τη διαμόρφωση των πολιτικών συμμαχιών ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, οι διαφωνίες ανάμεσα στην προοδευτική και τη μετριοπαθή πτέρυγα αναμένεται να ενταθούν, καθώς κάθε εκλογική επιτυχία ή αποτυχία θα αξιολογηθεί και με βάση τις προοπτικές ανάδειξης του επόμενου προεδρικού υποψηφίου.

Το Μίσιγκαν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εσωκομματικής σύγκρουσης. Ο Άμπντουλ Ελ-Σαγέντ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία και βασικός εκπρόσωπος της προοδευτικής πτέρυγας, έχει εξελιχθεί σε σημαντικό σημείο αναφοράς για τους πιο αριστερόστροφους ψηφοφόρους του κόμματος.

Μια ισχυρή εκλογική επίδοση θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση αυτής της πτέρυγας και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την προώθηση ενός περισσότερο προοδευτικού υποψηφίου στις προεδρικές εκλογές του 2028.

Η εσωκομματική αναμέτρηση στο Μίσιγκαν είχε ήδη χαρακτηριστεί ιδιαίτερα σκληρή. Ο Ελ-Σαγέντ είχε αντιμετωπίσει δύο πιο μετριοπαθείς αντιπάλους στις προκριματικές εκλογές, τη βουλευτή Χέιλι Στίβενς και την πολιτειακή γερουσιαστή Μάλορι ΜακΜόροου. Οι διαφωνίες δεν περιορίστηκαν στην πολιτική αντιπαράθεση, αλλά εξελίχθηκαν σε προσωπική σύγκρουση.

Η ένταση κορυφώθηκε λίγο πριν από τις εκλογές, όταν η Στίβενς ανακοίνωσε δημοσίως ότι στηρίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, τον οποίο στο παρελθόν είχε χαρακτηρίσει «MAGA Mike Rogers». Η ίδια υποστήριξε ότι ο Ελ-Σαγέντ τής είχε ζητήσει να μην εμφανίζεται στις προεκλογικές του εκδηλώσεις και ότι η απόφασή της να στηρίξει τον αντίπαλό του αποτελεί συνέπεια αυτής της αντιπαράθεσης.

Η παρέμβαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των Δημοκρατικών. Στελέχη που συνεργάζονταν επί χρόνια με τη Στίβενς παραιτήθηκαν μαζικά, ενώ ορισμένοι βουλευτές συζήτησαν ακόμη και το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της από την κοινοβουλευτική ομάδα.

Αντίθετα, οι Ρεπουμπλικανοί αξιοποίησαν αμέσως την εξέλιξη. Ο ίδιος ο Τραμπ έσπευσε να συγχαρεί τη Στίβενς μέσω του Truth Social, χαρακτηρίζοντας την απόφασή της σημαντική πολιτική κίνηση.

Το κατά πόσο η συγκεκριμένη παρέμβαση θα επηρεάσει πραγματικά το αποτέλεσμα στο Μίσιγκαν παραμένει αβέβαιο. Το προβάδισμα του Ελ-Σαγέντ και οι ευρύτερες πολιτικές συνθήκες εξακολουθούν να δημιουργούν δυσκολίες για τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, η σύγκρουση αποτελεί σαφή ένδειξη του βάθους των διαφωνιών που θα απασχολήσουν το Δημοκρατικό Κόμμα στην πορεία προς το 2028.

Για τους Δημοκρατικούς, επομένως, η πιθανή εκλογική νίκη δεν θα αποτελέσει το τέλος της πολιτικής δοκιμασίας. Θα σηματοδοτήσει την έναρξη μιας νέας περιόδου, κατά την οποία θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα επενδύσουν σε μια περισσότερο προοδευτική πολιτική ταυτότητα ή εάν θα επιδιώξουν να προσελκύσουν ευρύτερα στρώματα ανεξάρτητων και μετριοπαθών ψηφοφόρων.

Το παζλ είναι πολύπλοκο κοιτώντας μετά τις κάλπες. Συνολικά οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ δεν αποτελούν απλώς μια μέτρηση της δημοτικότητας του Τραμπ. Συνιστούν μια κρίσιμη δοκιμασία για την αντοχή της πολιτικής του συμμαχίας, τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια σε διαρκή πολιτική επιρροή και την ικανότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μέσα σε συνθήκες έντονης εσωτερικής πόλωσης και εντεινόμενης γεωοικονομικής αστάθειας και αβεβαιότητας.

Μια αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών μπορεί να επηρεάσει την πορεία του πολέμου στο Ιράν και την Ουκρανία, την εμπορική πολιτική με τις απειλές και τους δασμούς, την ανάπτυξη και τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Πάνω απ’ όλα, όμως, θα στείλει ένα μήνυμα για τα όρια της πολιτικής ισχύος του Τραμπ και θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της μάχης για το 2028. Για την Ευρώπη και τις διεθνείς αγορές, το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά πώς θα αλλάξει η αμερικανική πολιτική την επόμενη ημέρα.