Η διαμάχη για τον νέο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκαλεί σοβαρές καθυστερήσεις σε κρίσιμες ευρωπαϊκές πολιτικές, από την παραγωγή μικροτσίπ για την τεχνητή νοημοσύνη έως την αγροτική ανάπτυξη και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας στην Αρκτική. Οι διαπραγματεύσεις για το δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2028-2034 έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα η Κομισιόν να ανακοινώνει φιλόδοξα σχέδια, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί τα απαραίτητα κονδύλια για την υλοποίησή τους.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ολοένα μεγαλύτερη αντίφαση: Ενώ οι Βρυξέλλες θέτουν νέους στρατηγικούς στόχους, η αβεβαιότητα για τη χρηματοδότησή τους εμποδίζει τόσο τη νομοθετική προετοιμασία όσο και την εφαρμογή ήδη εγκεκριμένων πολιτικών.
«Παρατηρείται αύξηση των τομεακών νομοθετικών πρωτοβουλιών που απαιτούν πολυετείς δημοσιονομικές δεσμεύσεις. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό είναι αποκομμένες από τις συζητήσεις για τις πολιτικές», ανέφερε στο Politico πρόσωπο που συμμετέχει στις διαβουλεύσεις.
Οι έξι χώρες που ζητούν μεγαλύτερες περικοπές
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το συνολικό ύψος του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να επιδιώκουν συμφωνία έως το τέλος του 2026.
Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Δανία και Φινλανδία, οι χώρες που παραδοσιακά υποστηρίζουν αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική, ζητούν σημαντικές περικοπές στις ευρωπαϊκές δαπάνες.
Μάλιστα, έχουν καταστήσει σαφές ότι η πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, η οποία προβλέπει μειώσεις ύψους 159 δισ. ευρώ, δεν είναι αρκετά φιλόδοξη.
Η στάση τους δυσκολεύει την εξεύρεση συμβιβασμού, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να χρηματοδοτήσει νέες προτεραιότητες στην άμυνα, την τεχνολογία, την ενεργειακή ασφάλεια και τις υποδομές.
Στον αέρα τα σχέδια για μικροτσίπ και Αρκτική
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ευρωπαϊκό σχέδιο ενίσχυσης της παραγωγής ημιαγωγών, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένες τεχνολογίες και την ανάπτυξη μικροτσίπ που χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Παρότι η Κομισιόν έχει παρουσιάσει τις βασικές κατευθύνσεις της πρωτοβουλίας, παραδέχεται ότι δεν μπορεί να προκαταλάβει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό. Συνεπώς, η χρηματοδότηση των σχεδιαζόμενων έργων θα πρέπει να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Η ασάφεια αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε εθνικά κοινοβούλια. Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), η ιταλική Βουλή και η Γερουσία της Τσεχίας ζήτησαν από την Κομισιόν διευκρινίσεις σχετικά με τους διαθέσιμους πόρους.
Η τσεχική Γερουσία επισήμανε ειδικότερα την αβεβαιότητα γύρω από τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση, ζητώντας οι ευρωπαϊκοί στόχοι να συνοδεύονται από επαρκείς και προβλέψιμους πόρους.
Ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζει και η ευρωπαϊκή στρατηγική για την Αρκτική, σε μια περίοδο αυξανόμενης στρατιωτικής και εμπορικής δραστηριότητας στην περιοχή.
Οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν την ανάπτυξη μεταφορικών δικτύων, έργων αξιοποίησης κρίσιμων πρώτων υλών και ενός κόμβου θαλάσσιας ασφάλειας. Ωστόσο, οι ανακοινώσεις δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένες χρηματοδοτικές δεσμεύσεις.
Ο αρμόδιος επίτροπος Διεθνών Εταιρικών Σχέσεων, Γιόζεφ Σίκελα, αναγνώρισε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν δεσμεύσεις για μελλοντική χρηματοδότηση όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις.
Ανησυχία για τις αγροτικές επιδοτήσεις και την περιφερειακή ανάπτυξη
Η αβεβαιότητα επεκτείνεται και στους δύο παραδοσιακά μεγαλύτερους αποδέκτες ευρωπαϊκών κονδυλίων: τους αγρότες και τις περιφέρειες.
Η σημαντικότερη αλλαγή που προωθεί η Επιτροπή αφορά την παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στις εθνικές κυβερνήσεις, ώστε να μπορούν να μεταφέρουν χρηματοδοτικούς πόρους μεταξύ διαφορετικών προτεραιοτήτων.
Σήμερα, περισσότερο από το 90% των διαθέσιμων κονδυλίων έχει προκαθορισμένο προορισμό από την αρχή της δημοσιονομικής περιόδου. Σύμφωνα με την Κομισιόν, αυτή η ακαμψία δυσχέρανε την αντιμετώπιση απρόβλεπτων κρίσεων, όπως η πανδημία, οι ενεργειακές αναταράξεις και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη ευελιξία συνεπάγεται μικρότερη προβλεψιμότητα για τους τελικούς δικαιούχους.
Η Γαλλίδα υπουργός Γεωργίας, Ανί Ζενεβάρ, δήλωσε στο Politico ότι η ιδανική λύση θα ήταν η αύξηση των εγγυημένων κονδυλίων για τους αγρότες, τα οποία στη σημερινή πρόταση ανέρχονται σε 297 δισ. ευρώ για την περίοδο 2028-2034.
Όπως υποστήριξε, μια τέτοια επιλογή θα προσέφερε στους παραγωγούς μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, σταθερότητα και δυνατότητα προγραμματισμού.
Την ίδια στιγμή, για τις φτωχότερες περιφέρειες έχουν προβλεφθεί 217 δισ. ευρώ, ενώ οι κυβερνήσεις θα διαθέτουν σημαντικά περιθώρια αποφάσεων για τη χρηματοδότηση των πλουσιότερων περιοχών.
Η νέα αρχιτεκτονική δημιουργεί ουσιαστικά ανταγωνισμό μεταξύ αγροτικών και περιφερειακών προγραμμάτων για την εξασφάλιση πόρων από κοινές χρηματοδοτικές δεξαμενές.
Προβλήματα και στην προστασία του περιβάλλοντος
Οι συνέπειες του δημοσιονομικού αδιεξόδου είναι ήδη ορατές και στην εφαρμογή περιβαλλοντικών πολιτικών.
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κανονισμού για την αποκατάσταση της φύσης, τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να καταρτίσουν σχέδια για την προστασία και αποκατάσταση οικοσυστημάτων, όπως λίμνες, δάση και τυρφώνες.
Αρκετές κυβερνήσεις, ωστόσο, προειδοποιούν ότι δεν μπορούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικά τις παρεμβάσεις χωρίς να γνωρίζουν το ύψος της διαθέσιμης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Ο Ολλανδός υπουργός Γεωργίας, Τζέιμι φαν Έσεν, επισήμανε ότι οι υφιστάμενοι εθνικοί πόροι δεν θα επαρκέσουν για την επίτευξη των στόχων έως το 2050.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση του Γάλλου διπλωμάτη Σιρίλ Πικεμάλ σε πρόσφατη συνεδρίαση των υπουργών Περιβάλλοντος στο Λουξεμβούργο: «Δεν μπορούμε να υιοθετούμε περισσότερους κανόνες χωρίς να παρέχουμε τα μέσα για την εφαρμογή τους».
Το αδιέξοδο στον προϋπολογισμό αναδεικνύεται έτσι σε ευρύτερο πρόβλημα για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προσπάθεια συνδυασμού νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων με περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες απειλεί να καθυστερήσει σημαντικές επενδύσεις, ενώ η τελική κατανομή των πόρων παραμένει αντικείμενο σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών-μελών.
