Η μάχη των δελφίνων για τον Λευκό Οίκο και τα καυτά παγκόσμια μέτωπα της τελευταίας διετίας Τραμπ

Με περιορισμένη πολιτική ισχύ ο Τραμπ εισέρχεται σε δύσκολη 2ετία, ενώ στο εσωτερικό των Δημοκρατικών αρχίζει η μάχη για τη διαδοχή. Τα μέτωπα

Ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς (αριστερά) και ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο (δεξιά) ακούνε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να μιλάει στο Οβάλ Γραφείο, μετά τη συνάντηση με εκπροσώπους του Λιβάνου και του Ισραήλ © EPA/WILL OLIVER

Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών περιορίζει την πολιτική ισχύ του Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγοντας μια δύσκολη διετία για τον Λευκό Οίκο. Την ίδια στιγμή, στο Δημοκρατικό Κόμμα ξεκινά η μάχη για το 2028 και τη νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Έπειτα από μία δεκαετία στην πρώτη γραμμή της αμερικανικής πολιτικής, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα πραγματικότητα: την αποδυνάμωση της πολιτικής του επιρροής και την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου. Με δύο χρόνια να απομένουν μέχρι την ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να διαχειριστεί μια διαφορετική ισορροπία εξουσίας, ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι προετοιμάζονται ήδη για την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.

Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές, με την ανάκτηση της πλειοψηφίας τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, ανατρέπει τα δεδομένα στην Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ εμφανίστηκε αρχικά να απορρίπτει την ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα, επιχειρώντας να αποσυνδέσει την ήττα από την απόφασή του για τον πόλεμο με το Ιράν. Στη συνέχεια αναγνώρισε την εκλογική ετυμηγορία και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους Δημοκρατικούς, υπενθυμίζοντας ωστόσο ότι διατηρεί το δικαίωμα του προεδρικού βέτο.

«Πιθανότατα θα τα πηγαίνω καλά με τους Δημοκρατικούς, εκτός εάν θελήσουν να είναι καταστροφικοί», δήλωσε χαρακτηριστικά, σε μια πρώτη προσπάθεια να περιγράψει τη στάση του απέναντι στη νέα κοινοβουλευτική πραγματικότητα.

Παρά τις διακηρύξεις περί συνεννόησης, παραμένει αβέβαιο εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιλέξει μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, εκτιμούν αναλυτές στους New York Times. Συνεργάτες του περιγράφουν ένα κλίμα αμηχανίας μετά την εκλογική συντριβή, ενώ όσοι γνωρίζουν τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του εκτιμούν ότι η επόμενη διετία μπορεί να χαρακτηρίζεται από έντονες πολιτικές συγκρούσεις.

Η εμπειρία του 2020, όταν η ήττα του στις προεδρικές εκλογές τον οδήγησε στο Μαρ-α-Λάγκο και στη συνέχεια σε μια επιθετική πολιτική επιστροφής, αποτελεί ενδεικτικό προηγούμενο. Αυτή τη φορά, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική: ο Τραμπ βρίσκεται ήδη στον Λευκό Οίκο, αλλά απέναντί του διαμορφώνεται μια ισχυρότερη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.

Τραμπ: Εξεταστικές Επιτροπές, βέτο και συγκρούσεις με το Κογκρέσο

Η νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών προαναγγέλλει εκτεταμένο έλεγχο της κυβέρνησηςσε Εξεταστικές Επιτροπές, με έμφαση σε καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας, πιθανή διαφθορά συνεργατών του προέδρου και τις πρακτικές της υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE).

Στο επίκεντρο των σχεδιαζόμενων ερευνών αναμένεται να βρεθούν κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης που συμμετέχουν στη χάραξη της μεταναστευτικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ, ο αρμόδιος για τα σύνορα Τομ Χόμαν και ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλιν.

Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, Δημοκρατικός βουλευτής από την Καλιφόρνια που προορίζεται να αναλάβει την ηγεσία της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής, έστειλε ήδη ένα σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση, καλώντας τα στελέχη της να προετοιμαστούν νομικά για τις εξελίξεις.

Η κοινοβουλευτική πίεση ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του Λευκού Οίκου. Οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να ζητούν έγγραφα, να καλούν κυβερνητικούς αξιωματούχους σε ακροάσεις και να διερευνούν αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Παράλληλα, η δημοσιονομική αρμοδιότητα του Κογκρέσου τούς προσφέρει σημαντικά εργαλεία για να επηρεάσουν τις προτεραιότητες της κυβέρνησης.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα παρέμβασης στις αμυντικές δαπάνες, καθώς η νέα πλειοψηφία έχει εκφράσει επιφυλάξεις απέναντι στην πρόταση Τραμπ για αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων. Η ενίσχυση των εσωτερικών δαπανών αποτελεί βασική προτεραιότητα των Δημοκρατικών, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει νέες αντιπαραθέσεις για τη χρηματοδότηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος εξετάζει το ενδεχόμενο αξιοποίησης των εκτελεστικών του αρμοδιοτήτων για την προώθηση της ατζέντας του, χωρίς να εξαρτάται από την έγκριση του Κογκρέσου. Σύμφωνα με πληροφορίες από τον Λευκό Οίκο, κορυφαίοι συνεργάτες του, μεταξύ των οποίων ο Στίβεν Μίλερ και ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού Ράσελ Βόουτ, έχουν ήδη επεξεργαστεί εναλλακτικές επιλογές για την επόμενη περίοδο.

Το ενδεχόμενο αυξημένων αποχωρήσεων κυβερνητικών στελεχών αποτελεί επίσης πηγή ανησυχίας. Η πολιτική αβεβαιότητα ενισχύει τα ερωτήματα για το μέλλον της προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, αλλά και για τη συνοχή της κυβερνητικής ομάδας.

Τζέι Ντι Βανς

Ο Τζέι Ντι Βανς © EPA/SHAWN THEW

Οι δελφίνοι του 2028 και η μάχη για την πολιτική κληρονομιά

Πέρα από τη διαχείριση των άμεσων πολιτικών συνεπειών, ο Τραμπ καλείται να αντιμετωπίσει και το ζήτημα της διαδοχής του. Η προεδρική αναμέτρηση του 2028 βρίσκεται ήδη στο προσκήνιο, χωρίς ο ίδιος να εμφανίζεται διατεθειμένος να αναδείξει κάποιον συγκεκριμένο διάδοχο.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς θεωρείται ένα από τα πρόσωπα με τις μεγαλύτερες πιθανότητες να διεκδικήσουν το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, μετά την εκλογική ήττα, επιχείρησε να διαφοροποιηθεί από τον πρόεδρο, αποδίδοντας τις απώλειες του κόμματος στην απόφαση για τον πόλεμο με το Ιράν.

Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως προσπάθεια πολιτικής αυτονομίας ενόψει της επόμενης αναμέτρησης. Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η πολιτική του πορεία είναι στενά συνδεδεμένη με τη δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ.

Η προσπάθεια να εμφανιστεί ως υποψήφιος με διαφορετική πολιτική προσέγγιση συνοδεύεται από το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να αποστασιοποιηθεί από τις επιλογές της σημερινής κυβέρνησης.

Παρ’ όλα αυτά, συνεργάτες του Τραμπ εκτιμούν ότι ο πρόεδρος δεν πρόκειται να στηρίξει σύντομα τον Βανς ή οποιονδήποτε άλλο υποψήφιο. Αντίθετα, αναμένεται να διατηρήσει τον έλεγχο των εξελίξεων και να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.

Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φέρεται να εξετάζει την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, προκειμένου να προετοιμάσει τη δική του διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος, αν και το διέψευσε. Σύμφωνα με τον Independent, συγκαταλέγεται μεταξύ έως και πέντε υπουργών που εξετάζουν την έξοδό τους από τον Λευκό Οίκο μετά την εκλογική ανατροπή.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Ρούμπιο χρειάζεται να διαμορφώσει μεγαλύτερη απόσταση από την απόφαση για τον πόλεμο στο Ιράν, αφήνοντας στον Τραμπ την πολιτική ευθύνη για τις συνέπειές της. Η παραμονή στην κυβέρνηση ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια πολιτικής διαφοροποίησής του, καθώς η διεκδίκηση της διαδοχής προϋποθέτει σαφέστερο προσωπικό στίγμα. Έτσι, η επόμενη διετία διαμορφώνεται σε περίοδο εσωκομματικών διεργασιών, με τη σχέση των δύο διεκδικητών με τον Τραμπ να αποτελεί κεντρικό ζήτημα.

Ο πρώην κυβερνήτης του Νιου Τζέρσεϊ Κρις Κρίστι, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο νέας υποψηφιότητας το 2028, εκτιμά ότι η απώλεια της πολιτικής πρωτοβουλίας μπορεί να οδηγήσει τον Τραμπ σε ακόμη πιο έντονες δημόσιες παρεμβάσεις, προκειμένου να διατηρήσει την προσοχή της κοινής γνώμης.

Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ανταγωνιστικής εσωκομματικής διαδικασίας για την επιλογή του επόμενου υποψηφίου. Ωστόσο, δεν έχει παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο για τον ρόλο που επιθυμεί να διαδραματίσει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετά την ολοκλήρωση της θητείας του.

Η αβεβαιότητα αποτυπώθηκε και στην πρώτη δημόσια εμφάνισή του μετά τις εκλογές. Αντί να αναφερθεί στην πολιτική ήττα ή στις προτεραιότητες του κόμματός του, επέλεξε να μιλήσει για τα έργα ανακαίνισης του Λευκού Οίκου και την κατασκευή της νέας αίθουσας χορού. Παράλληλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι μια ενδεχόμενη διαδικασία καθαίρεσής του θα είχε σοβαρές πολιτικές συνέπειες για τους Δημοκρατικούς.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν ο Τραμπ θα επιδιώξει συμβιβασμούς σε ζητήματα όπως το δημόσιο χρέος και η μεταναστευτική πολιτική ή εάν θα επιλέξει τη στρατηγική της διαρκούς αντιπαράθεσης.

Μάρκο Ρούμπιο Πνύκα

Ο Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα © ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΘΔΩΡΗΣ ΜΑΝΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η μάχη για το μέλλον της δημοκρατικής εξωτερικής πολιτικής

Παράλληλα με τις διεργασίες στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, οι Δημοκρατικοί καλούνται να διαμορφώσουν τη δική τους στρατηγική ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Η εκλογική αναμέτρηση σηματοδοτεί ουσιαστικά την έναρξη μιας ευρύτερης συζήτησης για την επόμενη ημέρα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, μετά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ και τις ανατροπές που αυτή έχει προκαλέσει στις διεθνείς ισορροπίες.

Στο εσωτερικό του κόμματος διαμορφώνονται δύο βασικές τάσεις. Από τη μία πλευρά, οι κεντρώοι υποστηρίζουν την ενίσχυση της αμερικανικής ισχύος, την αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων και την εμβάθυνση των συμμαχιών με την Ευρώπη και τους εταίρους στον Ινδοειρηνικό. Από την άλλη, οι προοδευτικοί προκρίνουν μια περισσότερο συνεργατική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στη διπλωματία, στις διεθνείς συμφωνίες και στην αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων, όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη.

Κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η αξιολόγηση της διεθνούς τάξης που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κεντρώοι θεωρούν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους και να ενισχύσουν τον ρόλο τους στους διεθνείς θεσμούς. Οι προοδευτικοί, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος, λόγω της επιλεκτικής εφαρμογής των κανόνων και της υπερβολικής προσφυγής στη στρατιωτική ισχύ.

Ισραήλ, Κίνα και τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο

Η πολιτική απέναντι στο Ισραήλ αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα για τους Δημοκρατικούς. Πολλά στελέχη του κόμματος θεωρούν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν άσκησε επαρκή πίεση στην ισραηλινή κυβέρνηση για τον πόλεμο στη Γάζα. Στους κόλπους των κεντρώων ενισχύεται η άποψη ότι η στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη προς το Ισραήλ θα πρέπει να συνδέεται περισσότερο με τη συμμόρφωσή του προς το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.

Οι προοδευτικοί ζητούν ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή πολιτικής, με ορισμένους να υποστηρίζουν την άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους και άλλους να αμφισβητούν ευρύτερα τη στρατηγική σχέση Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ. Παράλληλα, αρκετά στελέχη τάσσονται υπέρ της μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή.

Αντίστοιχα σύνθετη είναι η συζήτηση για την Κίνα. Οι κεντρώοι αντιμετωπίζουν το Πεκίνο ως τη σημαντικότερη στρατηγική και οικονομική πρόκληση για τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας την ενίσχυση της αποτροπής, των συμμαχιών και των περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένης τεχνολογίας. Οι προοδευτικοί προειδοποιούν ότι η υπερβολική έμφαση στον ανταγωνισμό μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και προκρίνουν μεγαλύτερη διπλωματική και οικονομική συνεργασία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η τεχνητή νοημοσύνη. Σημαντική μερίδα των κεντρώων υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να διατηρήσουν την τεχνολογική υπεροχή τους έναντι της Κίνας, χωρίς να παραμερίσουν την ασφάλεια των νέων συστημάτων. Στον αντίποδα, προοδευτικά στελέχη ζητούν αυστηρότερη εποπτεία των τεχνολογικών εταιρειών, περιορισμούς στην ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων και διεθνείς συμφωνίες για την αποτροπή επικίνδυνων εφαρμογών.

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για το κόμμα θα είναι να διαμορφώσει κοινή γραμμή και στην οικονομική πολιτική. Οι διαφωνίες αφορούν τους δασμούς του Τραμπ, τη βιομηχανική παραγωγή, την ενεργειακή μετάβαση και τον βαθμό οικονομικής αντιπαράθεσης με την Κίνα.

Το ζητούμενο είναι οι Δημοκρατικοί να καταλήξουν σε ένα συνεκτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής πριν από το 2028. Διαφορετικά, η επόμενη κυβέρνηση, ο νέος ή η νέα πρόεδρος, ενδέχεται να αναλάβει την εξουσία χωρίς σαφείς προτεραιότητες, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς κρίσεις, οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και η αβεβαιότητα στις σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ θα απαιτούν άμεσες αποφάσεις.

Εάν οι Δημοκρατικοί δεν βρουν τη ρότα τους, κινδυνεύουν, εφόσον επικρατήσουν, να αναλώσουν τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής τους σε εσωτερικές διαφωνίες, αντί να παρουσιάσουν μια σαφή κατεύθυνση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ©EPA, SARAH YENESEL

Τα πρόσωπα που διεκδικούν το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών το 2028

Με τον Ντόναλντ Τραμπ να μην έχει τη συνταγματική δυνατότητα να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: θα επιλέξει να διατηρήσει την πολιτική κληρονομιά του κινήματος MAGA ή θα αναζητήσει μια διαφορετική συντηρητική κατεύθυνση;

Επικρατέστερος υποψήφιος εμφανίζεται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος διαθέτει ισχυρή υποστήριξη στη βάση του κόμματος, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων συντηρητικών ψηφοφόρων. Η πολιτική του ταυτότητα συνδέεται με τη λαϊκιστική και λιγότερο παρεμβατική πτέρυγα του MAGA, ενώ διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με επενδυτές της τεχνολογίας και οικονομικούς παράγοντες.

Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση, ωστόσο, ενδέχεται να αποτελέσει μειονέκτημα. Ο πόλεμος με το Ιράν και η επιβάρυνση του κόστους ζωής έχουν δημιουργήσει πολιτικές πιέσεις, από τις οποίες ο Βανς θα χρειαστεί να αποστασιοποιηθεί χωρίς να έρθει σε ρήξη με τον πρόεδρο.

Ισχυρός ανταγωνιστής του θεωρείται ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος διατηρεί σχέσεις τόσο με την παραδοσιακή συντηρητική πτέρυγα όσο και με το περιβάλλον Τραμπ. Η παρουσία του στον πυρήνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τού προσφέρει αναγνωρισιμότητα, αλλά και σημαντική κυβερνητική εμπειρία. Εφόσον αποφασίσει να διεκδικήσει το χρίσμα, ενδέχεται να αποχωρήσει από την κυβέρνηση για να επικεντρωθεί στην προεκλογική εκστρατεία.

Στη συζήτηση βρίσκεται και ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο οποίος θα μπορούσε να εκπροσωπήσει την οικογενειακή συνέχεια του κινήματος MAGA. Ωστόσο, η αναγνωρισιμότητά του δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη εκλογική απήχηση.

Ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις παραμένει επίσης πιθανός διεκδικητής, εφόσον το κόμμα αναζητήσει εναλλακτική απέναντι στον τραμπισμό. Η προηγούμενη αποτυχημένη προσπάθειά του, όμως, ανέδειξε τη δυσκολία μετατροπής της περιφερειακής δημοφιλίας σε εθνική δυναμική.

Στα πιθανά ονόματα περιλαμβάνεται και ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο οποίος θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη μεγαλύτερη πολιτική απόσταση που έχει διατηρήσει από τον Τραμπ. Παράλληλα, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ αποτελούν πρόσωπα που ενδέχεται να απασχολήσουν τις εσωκομματικές διεργασίες.

Στο Δημοκρατικό Κόμμα η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη, καθώς δεν υπάρχει ακόμη ένα πρόσωπο που να συγκεντρώνει ευρεία αποδοχή. Η εκλογική ενίσχυση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την αναζήτηση νέας ηγεσίας, μετά την ήττα της Κάμαλα Χάρις το 2024.

Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ συγκαταλέγεται στους πλέον προβεβλημένους πιθανούς υποψηφίους. Έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο επιθετικούς επικριτές του Τραμπ, αξιοποιώντας συστηματικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το βασικό εμπόδιο για την υποψηφιότητά του είναι η εικόνα του φιλελεύθερου πολιτικού της δυτικής ακτής, η οποία ενδέχεται να περιορίσει την απήχησή του σε μετριοπαθείς ψηφοφόρους.

Ο γερουσιαστής Τζον Όσοφ, μετά την επανεκλογή του στη στρατηγικής σημασίας Τζόρτζια, εμφανίζεται ως ένα από τα ανερχόμενα πρόσωπα του κόμματος. Η επικοινωνιακή του προσέγγιση θυμίζει σε αρκετά σημεία τον Μπαράκ Ομπάμα, ενώ η εκλογική του αποτελεσματικότητα ενισχύει τις προοπτικές του.

Η Κάμαλα Χάρις εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά ερείσματα, παρά την ήττα της από τον Τραμπ. Μια νέα υποψηφιότητα, ωστόσο, θα απαιτούσε να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες που αναδείχθηκαν το 2024, ιδιαίτερα σε ζητήματα οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής.

Από την προοδευτική πτέρυγα ξεχωρίζει η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η οποία έχει διευρύνει την πολιτική της παρουσία και θα μπορούσε να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο, ιδιαίτερα εάν ο Μπέρνι Σάντερς αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή. Δεν αποκλείεται, πάντως, να επιλέξει αρχικά τη διεκδίκηση μιας έδρας στη Γερουσία.

Στην κεντρώα πτέρυγα, ο κυβερνήτης της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο διαθέτει ισχυρή εκλογική βάση, αν και οι φιλοϊσραηλινές θέσεις του ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις στους προοδευτικούς. Παράλληλα, ο Τζέιμς Ταλαρίκο και ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ εκπροσωπούν μια νεότερη γενιά προοδευτικών πολιτικών, με έμφαση στην κοινωνική πολιτική και την ανανέωση της κομματικής φυσιογνωμίας.

Στην ευρύτερη συζήτηση περιλαμβάνονται επίσης ο πρώην δήμαρχος του Σικάγου Ραμ Εμανουέλ και ο πρώην υπουργός Μεταφορών Πιτ Μπούτιτζετζ.

Σε δύο χρόνια, η αναμέτρηση του 2028 δεν θα αφορά μόνο την επιλογή προσώπων, αλλά και τον πολιτικό προσανατολισμό των δύο παρατάξεων. Οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να διατηρήσουν την εκλογική δυναμική του τραμπισμού χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ στην κάλπη. Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, θα αναζητήσουν έναν υποψήφιο ικανό να συνδυάσει την εσωκομματική ενότητα με ευρύτερη κοινωνική και εκλογική απήχηση.