Η εκλογική κατάρρευση του Ντόναλντ Τραμπ και των των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στο εσωτερικό του κόμματος. Η ήττα δεν πυροδότησε απλώς μια αναζήτηση ευθυνών, αλλά άνοιξε ουσιαστικά την προεκλογική μάχη για την επόμενη ημέρα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με ορίζοντα τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη θέση του από τον πρόεδρο, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία για την πολιτική ερμηνεία της εκλογικής συντριβής. Με μια ασυνήθιστα αιχμηρή παρέμβαση στην πλατφόρμα Χ, απέδωσε την ήττα πρωτίστως στον πόλεμο κατά του Ιράν, στην επιδείνωση του κόστους ζωής και στη σχέση της Ουάσιγκτον με το Ισραήλ.
Η παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Βανς θεωρείται μέχρι σήμερα το επικρατέστερο πρόσωπο για να διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2028. Ωστόσο, η πολιτική του διαδρομή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ, γεγονός που καθιστά δύσκολη την προσπάθειά του να εμφανιστεί ως εκφραστής μιας διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης χωρίς να χρεωθεί τις αποτυχίες της σημερινής κυβέρνησης.
Παράλληλα, ο Μάρκο Ρούμπιο φαίνεται να προετοιμάζει την πολιτική του έξοδο από την κυβέρνηση Τραμπ, με το βλέμμα στραμμένο στις προεδρικές εκλογές του 2028. Σύμφωνα με τον Independent, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος εκτελεί παράλληλα καθήκοντα συμβούλου εθνικής ασφάλειας, εξετάζει την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο, προκειμένου να διεκδικήσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών απέναντι στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς.
Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές επιταχύνει τις διεργασίες, καθώς ο Ρούμπιο συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, μεταξύ έως και πέντε υπουργών που εξετάζουν την αποχώρησή τους.
Αναλυτές θεωρούν ότι χρειάζεται να αποστασιοποιηθεί από τον πόλεμο στο Ιράν και να αφήσει στον Τραμπ το πολιτικό κόστος της απόφασης για την εμπλοκή των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η παραμονή στην κυβέρνηση ενδέχεται να αποδειχθεί ασύμβατη με τις φιλοδοξίες για την επόμενη ημέρα: δύσκολα μπορεί κανείς να διεκδικήσει την προεδρία ως διάδοχος, παραμένοντας ταυτόχρονα συνδεδεμένος με τις επιλογές ενός προέδρου που μόλις υπέστη εκλογική ήττα.

Ο Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα © ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΘΔΩΡΗΣ ΜΑΝΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
Ο Τζέι Ντι Βανς απομακρύνεται από τον Τραμπ και δείχνει προς το 2028
Από τη μεριά του ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς στην εκτενή ανάρτησή του, υποστήριξε ότι η εκλογική υποχώρηση δεν οφείλεται τόσο στην αποχή των παραδοσιακών ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών όσο στην απομάκρυνση ενός σημαντικού τμήματος της εκλογικής συμμαχίας που είχε οδηγήσει τον Τραμπ στην εξουσία το 2024.
Επικαλούμενος δημοσκοπικά δεδομένα και τις διαθέσεις δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, παρουσίασε τέσσερις βασικές απαιτήσεις: τον τερματισμό του πολέμου, την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του πληθωρισμού, την επιστροφή στην αρχή «Πρώτα η Αμερική» και την αναθεώρηση της σχέσης των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
Πρόκειται για ζητήματα που βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο της κριτικής από σημαντικούς παράγοντες του κινήματος MAGA, καθώς και από συντηρητικούς σχολιαστές και ακτιβιστές που θεωρούν ότι ο Τραμπ απομακρύνθηκε από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του.
Ο Βανς δεν περιορίστηκε, μάλιστα, σε μια γενική διαπίστωση για τη δυσαρέσκεια της εκλογικής βάσης. Απευθυνόμενος σε όσους είχαν προειδοποιήσει για τις πολιτικές συνέπειες της στρατιωτικής εμπλοκής, αναγνώρισε ότι οι επικριτές του πολέμου είχαν δίκιο. Παράλληλα, έθεσε ανοιχτά το ερώτημα εάν η στρατιωτική επιχείρηση άξιζε το πολιτικό κόστος, επισημαίνοντας ότι, κατά την εκτίμησή του, ενδέχεται να στερήσει από τους Ρεπουμπλικανούς τον έλεγχο της Γερουσίας για τουλάχιστον έξι χρόνια.
Η τοποθέτηση αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο αντιπρόεδρος επιχειρεί να προσεγγίσει το τμήμα της βάσης MAGA που αισθάνεται προδομένο από τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, χωρίς, ωστόσο, να αποκηρύξει συνολικά την κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει.
Η στάση του δημιουργεί μια λεπτή πολιτική ισορροπία. Από τη μία πλευρά, πρέπει να πείσει τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους ότι αντιλαμβάνεται την απογοήτευσή τους. Από την άλλη, παραμένει ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της κυβέρνησης που έλαβε τις αποφάσεις για τον πόλεμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι πηγή με γνώση των διεργασιών στον Λευκό Οίκο σχολίασε ότι ο Βανς συμπεριφέρθηκε σαν να επιθυμούσε ήδη να αναλάβει την προεδρία. Άλλοι Ρεπουμπλικανοί εκτιμούν ότι η δημόσια διαφοροποίησή του ήταν αναγκαία, καθώς η συνέχιση της ταύτισής του με τις επιλογές Τραμπ θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσωπικές πολιτικές του φιλοδοξίες.

Ο Τζ. Ντ. Βανς © EPA/Leo Correa
Ο πόλεμος στο Ιράν, η ακρίβεια και η κρίση της κυβέρνησης Τραμπ
Η εκλογική αποδοκιμασία συνδέεται άμεσα με την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στις ΗΠΑ. Ο πόλεμος στο Ιράν επιβάρυνε τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδιαίτερα στις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων, ενώ οι δασμοί που είχε επιβάλει ο Τραμπ από την αρχή της δεύτερης θητείας του είχαν ήδη αυξήσει το κόστος για σειρά καταναλωτικών προϊόντων.
Ενδεικτικά, η τιμή της βενζίνης κατέγραψε αύξηση 34,2% στο δωδεκάμηνο που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες φέρονται να αποκόμισαν περισσότερα από 130 δισ. δολάρια σε κέρδη κατά τη διάρκεια του πολέμου, έναντι 47 δισ. δολαρίων την προηγούμενη χρονιά.
Η αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και στα κέρδη του ενεργειακού τομέα ενίσχυσε την αίσθηση ότι η κυβερνητική πολιτική εξυπηρετεί περισσότερο τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα παρά την κοινωνική πλειονότητα.
Οι δημόσιες δηλώσεις του Τραμπ δεν βοήθησαν στην ανατροπή αυτής της εικόνας. Σε προεκλογική συγκέντρωση στα τέλη του προηγούμενου μήνα, ο πρόεδρος εμφανίστηκε να πανηγυρίζει για τα οικονομικά οφέλη της πετρελαϊκής βιομηχανίας, δηλώνοντας ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου αποκομίζουν τεράστια κέρδη.
Η στάση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αυξημένες τιμές στην καθημερινότητά του. Η δυσαρέσκεια αποτυπώθηκε και σε δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos τον Οκτώβριο, σύμφωνα με την οποία η αποδοχή της οικονομικής πολιτικής του προέδρου περιοριζόταν μόλις στο 28%.
Η πολιτική αντίφαση είναι εμφανής. Ο Τραμπ είχε οικοδομήσει την προεκλογική του εικόνα ως αντισυστημικός υποψήφιος, υποσχόμενος την αποκατάσταση του αμερικανικού ονείρου και την οικονομική ανακούφιση των εργαζομένων. Ωστόσο, η εφαρμογή της πολιτικής του δεν κατάφερε να εκπληρώσει αυτές τις προσδοκίες, ενώ η στρατιωτική εμπλοκή και η επιβάρυνση του κόστους ζωής διεύρυναν την απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και σημαντικά τμήματα της εκλογικής της βάσης.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν και τις συνέπειες της αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι βίαιες συλλήψεις και απελάσεις που πραγματοποιήθηκαν από την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) αποτέλεσαν έναν ακόμη παράγοντα πολιτικής φθοράς, ενισχύοντας την κριτική απέναντι στις πρακτικές της κυβέρνησης.
Η αναζήτηση υπευθύνων και το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του Πιτ Χέγκσεθ
Μέσα σε αυτό το κλίμα, επανήλθε στο προσκήνιο και η συζήτηση για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του υπουργού Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ. Παρότι ο Τραμπ εμφανίστηκε δημόσια να τον στηρίζει, δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων ενημέρωσης ανέφεραν ότι ο πρόεδρος είχε συζητήσει με συνεργάτες του την πιθανότητα αντικατάστασής του, ζητώντας μάλιστα προτάσεις για πιθανούς διαδόχους.
Η συζήτηση θυμίζει την απόφαση του Τζορτζ Μπους το 2006 να απομακρύνει τον υπουργό Άμυνάς του, Ντόναλντ Ράμσφελντ, μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράκ.
Σύμφωνα με πρώην ανώτερο αξιωματούχο του Πενταγώνου, ο πόλεμος στο Ιράν αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό επιχείρηση υπό την ευθύνη του υπουργείου Πολέμου, καθώς η στρατιωτική δράση επιλέχθηκε ως μέσο αντιμετώπισης ενός ζητήματος εξωτερικής πολιτικής.
Ρεπουμπλικανός με στενές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο υποστήριξε, μιλώντας στο CNN, ότι εφόσον ο πρόεδρος επιθυμεί πραγματικά να αποδοθούν ευθύνες, ο Χέγκσεθ δεν μπορεί να εξαιρεθεί. Όπως ανέφερε, είτε παρουσίασε ανακριβή εικόνα είτε δεν ήταν ειλικρινής σχετικά με τα χρονοδιαγράμματα, τους στόχους και τις επιδιώξεις της στρατιωτικής επιχείρησης.
Παράλληλα, οι επικρίσεις δεν περιορίζονται στην ηγεσία του υπουργείου. Η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ της αντιπαρεμβατικής πτέρυγας του MAGA και των φιλοϊσραηλινών γερακιών αποκαλύπτει μια βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση για τον ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή.
Ο Βανς είχε εκφράσει ιδιωτικά επιφυλάξεις για τους στόχους και τη διάρκεια του πολέμου, ενώ δημόσια υπερασπίστηκε τη στρατιωτική εκστρατεία και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση με το Ιράν. Με τη νέα παρέμβασή του επιχειρεί να μετακινηθεί σαφέστερα προς την αντιπαρεμβατική πλευρά, διεκδικώντας πολιτικό χώρο απέναντι σε ενδεχόμενους ανταγωνιστές του.

Ο Πιτ Χέγκσεθ, υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ ©ΑΠΕ
Ο Τραμπ και η επόμενη ημέρα των Ρεπουμπλικανών
Ο αντιπρόεδρος, ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός που επιχειρεί να αξιοποιήσει την εκλογική κρίση. Ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, ο οποίος είχε βρεθεί απέναντι στον Τραμπ στις προκριματικές εκλογές του 2024, αξιοποίησε τις σχετικά καλύτερες επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στην πολιτεία του για να προβάλει τη δική του πολιτική πρόταση.
Χαρακτήρισε το εκλογικό αποτέλεσμα σχεδόν υπαρξιακή απειλή για το κόμμα, υποστηρίζοντας ότι σε πολλές περιοχές της χώρας οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κρίση πρωτοφανών διαστάσεων. Επισήμανε, μάλιστα, ότι μετά την αποχώρηση κυβερνητών λόγω ορίων θητειών ή εκλογικής ήττας, η Φλόριντα ενδέχεται να είναι η μοναδική από τις δέκα μεγαλύτερες πολιτείες που θα διατηρεί Ρεπουμπλικανική διοίκηση.
Ο ΝτεΣάντις επιχείρησε επίσης να συνδέσει την εκλογική αποδοκιμασία με την οικονομία και τη διαφάνεια. Με αφορμή δημοσκοπήσεις που κατέγραψαν την ανησυχία των ψηφοφόρων για τη διαφθορά, ζήτησε την απαγόρευση της χρηματιστηριακής δραστηριότητας για τα μέλη του Κογκρέσου, επεκτείνοντας την πρόταση και στα στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας.
Η παρέμβαση θεωρήθηκε έμμεση αιχμή κατά του Τραμπ, καθώς δημοσιοποιημένα οικονομικά στοιχεία αναφέρουν ότι ο πρόεδρος πραγματοποίησε δεκάδες χιλιάδες συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους κατά τον πρώτο χρόνο της θητείας του. Ο Λευκός Οίκος έχει υποστηρίξει ότι οι επενδύσεις του διαχειρίζονται ανεξάρτητα και δεν δημιουργούν σύγκρουση συμφερόντων.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο γερουσιαστής του Τέξας Τεντ Κρουζ, ο οποίος θεωρείται επίσης πιθανός διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος το 2028, απέδωσε την ήττα στην αντίδραση των ψηφοφόρων απέναντι στους δασμούς, στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και στην ανεξέλεγκτη επέκταση των κατασκευών κέντρων δεδομένων.
Ο Κρουζ κάλεσε το κόμμα να ακούσει τα μηνύματα της κοινωνίας και να προωθήσει οικονομικές πολιτικές που θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή των εργαζομένων, προειδοποιώντας ότι οι Ρεπουμπλικανοί οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους. Η χαρακτηριστική αναφορά του ότι «το Τέξας είναι μπλε» αποτύπωσε την ανησυχία του για τη μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών ακόμη και σε παραδοσιακά συντηρητικές περιοχές.
Την ίδια στιγμή, παλαιότερα στελέχη του κόμματος δεν έκρυψαν την κριτική τους. Ο γερουσιαστής του Τέξας Τζον Κόρνιν έκανε λόγο για μια σειρά πολιτικών λαθών, ενώ ο πρώην υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία το 2012, Μιτ Ρόμνεϊ, επέκρινε τους δασμούς, την πολεμική πολιτική και τα φαινόμενα διαφθοράς. «Κακή πολιτική και κακός χαρακτήρας οδηγούν σε κακή πολιτική έκβαση», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμά του.
Η κρίση αποτυπώθηκε και στους συσχετισμούς του Κογκρέσου. Οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν βαριές απώλειες στη Γερουσία, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν τουλάχιστον 54 έδρες, ενώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων προβλέπεται να αποκτήσουν σημαντική πλειοψηφία. Παράλληλα, ο πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον φέρεται να προετοιμάζεται να αποχωρήσει από τη θέση του την επόμενη χρονιά, εξέλιξη που αναμένεται να πυροδοτήσει νέα εσωκομματική αναμέτρηση.
Για τον Βανς, το αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο προβληματικό, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν τόσο την κυβερνητική αναμέτρηση στο Οχάιο όσο και μια ειδική εκλογή για τη Γερουσία, παρά την έντονη προσωπική του εκστρατεία στην πολιτεία. Επιπλέον, η υποστήριξή του στον υποψήφιο κυβερνήτη Βιβέκ Ραμασουάμι και σε μια αμφιλεγόμενη προεκλογική διαφήμιση που αφορούσε την οικογένεια της Δημοκρατικής υποψήφιας Έιμι Άκτον προκάλεσε αντιδράσεις. Η ήττα της τελευταίας, η οποία έγινε η πρώτη Δημοκρατική που κερδίζει την εκλογή κυβερνήτη στο Οχάιο εδώ και δύο δεκαετίες, επιβάρυνε περαιτέρω την εικόνα του αντιπροέδρου.

Οι ψηφοφόροι συμπληρώνουν τα ψηφοδέλτιά τους για να ψηφίσουν στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ©EPA, SARAH YENESEL
Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης, ο Βανς δύσκολα μπορεί να αποσυνδέσει την πολιτική του πορεία από τον Τραμπ. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η κυβέρνηση είναι ενιαία στα μάτια των ψηφοφόρων και η αποδοκιμασία των οικονομικών και πολιτικών επιλογών της αφορά εξίσου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του.
Ο ίδιος ο Τραμπ, πάντως, επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σημασία της εκλογικής ήττας. Την Τετάρτη, από το εργοτάξιο της νέας αίθουσας χορού του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με την τοποθέτηση του Βανς για τον πόλεμο και το Ισραήλ, ενώ αρνήθηκε ότι εξετάζει την απομάκρυνση του Χέγκσεθ, υποστηρίζοντας ότι κάνει καλή δουλειά.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ο αντιπρόεδρος να μη διεκδικήσει καν την προεδρία το 2028, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει ποιοι θα είναι οι υποψήφιοι. Η αναφορά αυτή ερμηνεύτηκε ως υπενθύμιση ότι ο Τραμπ δεν έχει ακόμη ανακηρύξει τον Βανς διάδοχό του και εξακολουθεί να επιθυμεί να διατηρεί τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων.
Άλλωστε, ο πρόεδρος έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε αρκετές από τις εκλογικές επιλογές που αποδείχθηκαν προβληματικές. Στήριξε τον Κεν Πάξτον απέναντι στον Τζον Κόρνιν στο Τέξας, προώθησε την υποψηφιότητα της Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα και υποστήριξε τον σύμμαχό του Μάικλ Γουάτλι στη Βόρεια Καρολίνα. Και στις τρεις περιπτώσεις οι Ρεπουμπλικανοί υπέστησαν ήττες.
Η εκλογική αποτυχία, επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον πόλεμο ή σε μεμονωμένα κυβερνητικά στελέχη. Αποτελεί συνολική αμφισβήτηση της πολιτικής κατεύθυνσης που έχει επιβάλει ο Τραμπ στο κόμμα την τελευταία δεκαετία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι Ρεπουμπλικανοί θα επιλέξουν να διορθώσουν την πορεία τους διατηρώντας τον πυρήνα της πολιτικής του MAGA ή εάν θα επιχειρήσουν μια ευρύτερη αναθεώρηση, με διαφορετικές προτεραιότητες στην οικονομία, στη μετανάστευση και στην εξωτερική πολιτική.
Σε κάθε περίπτωση, η μάχη για το 2028 έχει ήδη αρχίσει. Ο Βανς επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο εκφραστής μιας πιο αντιπαρεμβατικής εκδοχής του κινήματος, ο ΝτεΣάντις προβάλλει τη δική του κυβερνητική εμπειρία και ο Κρουζ επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια για την οικονομική και εξωτερική πολιτική.
Το εάν κάποιος από αυτούς θα καταφέρει να αναδειχθεί σε πραγματικό διάδοχο του Τραμπ παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που έχει ήδη αλλάξει είναι ότι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η ηγεμονία του προέδρου στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη.
Τα ονόματα που διεκδικούν το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών
Με τον Ντόναλντ Τραμπ να μην έχει τη συνταγματική δυνατότητα να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία, οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις καλούνται να διαμορφώσουν τις στρατηγικές τους και να αναζητήσουν τους υποψηφίους που θα ηγηθούν της επόμενης εκλογικής μάχης.
Η διαδικασία αυτή αναμένεται να ξεκινήσει πολύ πριν από την επίσημη έναρξη των προκριματικών εκλογών. Η αμερικανική πολιτική εμπειρία δείχνει ότι οι προεδρικές υποψηφιότητες συχνά αρχίζουν να διαμορφώνονται αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Η εκστρατεία του Τραμπ για την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2022 από το Μαρ-α-Λάγκο, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα είχε ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για τις εκλογές του 2008 τον Φεβρουάριο του 2007.
Στο προσεχές διάστημα, επομένως, αρκετά πολιτικά πρόσωπα αναμένεται να αρχίσουν τις πρώτες διερευνητικές επαφές με χρηματοδότες, να επισκεφθούν πολιτείες με καθοριστικό ρόλο στις προκριματικές διαδικασίες και να αναζητήσουν τη γνώμη δημοσκόπων και πολιτικών συμβούλων για τις πιθανότητες επικράτησής τους, σύμφωνα με τους Financial Times.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στους Δημοκρατικούς, όπου η μάχη για το χρίσμα παραμένει ανοιχτή, αλλά και στους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: θα συνεχίσουν να επενδύουν στην πολιτική κληρονομιά του Τραμπ ή θα επιχειρήσουν να αποστασιοποιηθούν από αυτήν;
Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τις δύο πλευρές. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την εκλογική τους επιτυχία, αφήνοντας πίσω την απογοητευτική εμπειρία του 2024, όταν ο Τζο Μπάιντεν αποσύρθηκε από την προεδρική κούρσα μόλις τέσσερις μήνες πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Αντίθετα, οι Ρεπουμπλικανοί καλούνται να αξιολογήσουν το πολιτικό κόστος της διακυβέρνησης Τραμπ, χωρίς να υποτιμούν την επιρροή που εξακολουθεί να ασκεί ο πρόεδρος στη βάση του κόμματος. Μια ενδεχόμενη υποστήριξή του θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική για την ανάδειξη του διαδόχου του.
- Τζέι Ντι Βανς
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, 42 ετών, εμφανίζεται ως το επικρατέστερο πρόσωπο για τη διεκδίκηση του ρεπουμπλικανικού χρίσματος. Προερχόμενος από την πιο λαϊκιστική και μη παρεμβατική πτέρυγα του κινήματος MAGA, διαθέτει σημαντική απήχηση στους νεότερους συντηρητικούς ψηφοφόρους, ενώ έχει εξασφαλίσει την υποστήριξη ισχυρών επενδυτών της τεχνολογίας και άλλων οικονομικών παραγόντων.
Ωστόσο, η πολιτική του προοπτική δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά, ιδιαίτερα μετά την πολεμική εμπλοκή με το Ιράν και την αδυναμία της κυβέρνησης να περιορίσει τον πληθωρισμό. Την επομένη των ενδιάμεσων εκλογών, ο ίδιος απέδωσε σημαντικό μέρος της εκλογικής ήττας στον πόλεμο, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειές του για τους Ρεπουμπλικανούς δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Παράλληλα, ο Βανς δεν διαθέτει πάντοτε την επικοινωνιακή άνεση που απαιτεί μια προεδρική εκστρατεία, ενώ έχει ήδη καταγράψει αμήχανες δημόσιες στιγμές. Επιπλέον, η ιστορική εμπειρία δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική για τους εν ενεργεία αντιπροέδρους που διεκδικούν την προεδρία. Παρ’ όλα αυτά, η αναγνωρισιμότητα, οι δυνατότητες συγκέντρωσης χρηματοδότησης και η θεσμική του θέση συνιστούν σημαντικά πλεονεκτήματα.
- Μάρκο Ρούμπιο
Ο Μάρκο Ρούμπιο αποτελεί ίσως την πιο αξιόλογη εναλλακτική απέναντι στον Βανς. Έχει καταφέρει να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με τη βάση του MAGA, χάρη στην αφοσίωσή του στον Τραμπ, χωρίς ωστόσο να έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές αρχές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Αυτό του προσφέρει τη δυνατότητα να απευθυνθεί τόσο στους υποστηρικτές του προέδρου όσο και σε μεγαλύτερης ηλικίας συντηρητικούς ψηφοφόρους και εκπροσώπους του κομματικού κατεστημένου.
Η σχέση του με τον Τραμπ έχει μεταβληθεί εντυπωσιακά. Το 2016 ο τελευταίος τον αντιμετώπιζε ως βασικό αντίπαλο, χρησιμοποιώντας ειρωνικούς χαρακτηρισμούς εναντίον του. Σήμερα, όμως, ο Ρούμπιο έχει αναλάβει κρίσιμους κυβερνητικούς ρόλους, ως υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, συμμετέχοντας στον πυρήνα των σημαντικότερων αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής.
Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα πλεονέκτημα και μειονέκτημα. Εφόσον αποφασίσει να διεκδικήσει το χρίσμα, θα έχει τη δυνατότητα να αποχωρήσει από την κυβερνητική θέση του και να επικεντρωθεί στην προεκλογική του εκστρατεία.
- Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ
Εάν ο Τραμπ επιθυμήσει να διατηρήσει την πολιτική επιρροή του MAGA εντός της οικογένειάς του, ο μεγαλύτερος γιος του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, θα μπορούσε να αποτελέσει μια προφανή επιλογή. Στα 48 του χρόνια έχει αναπτύξει εκτεταμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες και διεθνείς επαφές, ενώ κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024 είχε ενεργότερη παρουσία από τα υπόλοιπα παιδιά του προέδρου.
Οι δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν ήδη σε ανταγωνιστική θέση, κοντά στην τρίτη θέση, πίσω από τον Ρούμπιο. Η αναγνωρισιμότητά του αποτελεί δεδομένο πλεονέκτημα, ωστόσο η πολιτική του απήχηση δεν θεωρείται αντίστοιχη με εκείνη του πατέρα του. Το ενδεχόμενο μιας οικογενειακής συνέχειας του τραμπισμού θα μπορούσε, μάλιστα, να αποδειχθεί δύσκολο εγχείρημα σε μια περίοδο κατά την οποία ένα μέρος του εκλογικού σώματος εμφανίζει σημάδια κόπωσης από την πολιτική παρουσία του προέδρου.
- Ρον ΝτεΣάντις
Ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, είχε αναδειχθεί σε βασική ελπίδα των Ρεπουμπλικανών που επιθυμούσαν μια εναλλακτική απέναντι στον Τραμπ, κατά την προεκλογική περίοδο του 2024. Καθώς πλησιάζει η ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας του, θα μπορούσε να επανέλθει στο προσκήνιο εάν η κομματική βάση αποφασίσει να απομακρυνθεί από το MAGA και να αναζητήσει μια πιο παραδοσιακή συντηρητική πολιτική κατεύθυνση.
Πρόσφατες επικρίσεις του προς την κυβέρνηση Τραμπ, με αιχμή την αντιμετώπιση της πολιτικής διαφθοράς, δείχνουν ότι διατηρεί περιθώρια διαφοροποίησης. Το βασικό του πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει η αδυναμία μετατροπής της δημοφιλίας του στη Φλόριντα σε ευρύτερη εθνική αποδοχή, ένα εμπόδιο που είχε αποδειχθεί καθοριστικό και στην προηγούμενη προσπάθειά του.

O Ρον ΝτεΣάντις © EPA/CRISTOBAL HERRERA-ULASHKEVICH
- Τεντ Κρουζ
Ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ ενδέχεται να επιχειρήσει μια νέα διεκδίκηση της προεδρίας, δέκα και πλέον χρόνια μετά την αποτυχία του να επικρατήσει απέναντι στον Τραμπ το 2016. Σε αντίθεση με τον Βανς, έχει διατηρήσει μεγαλύτερη απόσταση από τον πρόεδρο, γεγονός που θα μπορούσε να του επιτρέψει να ασκήσει πιο εύκολα κριτική στην κυβέρνηση, εφόσον η δημοτικότητά της συνεχίσει να υποχωρεί.
Ωστόσο, η πολιτική του απήχηση στους νεότερους ψηφοφόρους της ρεπουμπλικανικής βάσης δεν θεωρείται αντίστοιχη με εκείνη του αντιπροέδρου. Αυτό ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητά του να διεκδικήσει με αξιώσεις το χρίσμα.
Στα υπόλοιπα ονόματα που ενδέχεται να απασχολήσουν τη συζήτηση περιλαμβάνονται ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο υποψηφιότητας, αλλά και ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, με επιρροή στην πτέρυγα MAHA (Make America Healthy Again – Να Κάνουμε την Αμερική Ξανά Υγιή). Και οι δύο, πάντως, αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου πολιτικούς περιορισμούς.
- Γκάβιν Νιούσομ
Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο έντονους πολιτικούς αντιπάλους του Τραμπ. Κατά την πρώτη περίοδο της δεύτερης προεδρικής θητείας του, αξιοποίησε συστηματικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να επιτεθεί στον πρόεδρο, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως κεντρική φυσιογνωμία της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
Δεν έχει κρύψει τις προεδρικές φιλοδοξίες του και θεωρείται πιθανό να κινηθεί νωρίς για την εξασφάλιση πολιτικών και οικονομικών στηριγμάτων. Παρά την προβολή του, ωστόσο, δεν έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε αδιαμφισβήτητο φαβορί. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να υπερβεί την εικόνα του φιλελεύθερου πολιτικού της δυτικής ακτής, η οποία ενδέχεται να περιορίσει την απήχησή του σε πιο μετριοπαθείς ψηφοφόρους, όπως συνέβη με την Κάμαλα Χάρις το 2024.
- Τζον Όσοφ
Ο Τζον Όσοφ των Δημοκρατικών συγκαταλέγεται στις πολιτικές προσωπικότητες που ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους κατά τις ενδιάμεσες εκλογές. Η άνετη επανεκλογή του στη στρατηγικής σημασίας πολιτεία της Τζόρτζια επιβεβαίωσε την εκλογική του δυναμική. Με πολιτικό λόγο που παραπέμπει σε μεγάλο βαθμό στην επικοινωνιακή προσέγγιση του Μπαράκ Ομπάμα, άσκησε κριτική στον Τραμπ για την οικονομική πολιτική, τον πληθωρισμό και τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν.
Παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις του ότι δεν ενδιαφέρεται για την προεδρική υποψηφιότητα, οι στοιχηματικές αγορές τον εμφανίζουν ως ένα από τα ισχυρότερα ονόματα για το δημοκρατικό χρίσμα. Η δυναμική του στηρίζεται κυρίως στην εκλογική του αποτελεσματικότητα και στην ικανότητά του να απευθύνεται σε κρίσιμες πολιτείες.

Καμάλα Χάρις ©EPA
- Κάμαλα Χάρις
Η Κάμαλα Χάρις εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική υποστήριξη στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, παρά την ήττα της από τον Τραμπ στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Η υποψηφιότητά της το 2024 διαμορφώθηκε υπό εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες, μετά την αποχώρηση του Μπάιντεν, γεγονός που περιόρισε τον χρόνο για την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης πολιτικής στρατηγικής.
Μια νέα υποψηφιότητα, ωστόσο, θα την έφερνε αντιμέτωπη με τις ίδιες αδυναμίες που είχαν επηρεάσει την προηγούμενη προσπάθειά της: τη δυσκολία να πείσει τους ψηφοφόρους για τις θέσεις της στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική, αλλά και να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κληρονομιά της προεδρίας Μπάιντεν. Επιπλέον, η αποτυχία της να αποκτήσει δυναμική ήδη από τις προκριματικές εκλογές του 2020 αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που θα συνεκτιμηθεί.
- Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ
Η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών. Από την εκλογή της στη Βουλή των Αντιπροσώπων το 2018, έχει αναπτύξει ευρύτερη πολιτική παρουσία και θα μπορούσε να διεκδικήσει τον ρόλο της βασικής εκπροσώπου της αριστερής τάσης του κόμματος, εφόσον ο Μπέρνι Σάντερς αποσυρθεί σταδιακά από την πρώτη γραμμή.
Το τελευταίο διάστημα έχει επιχειρήσει να διευρύνει την απήχησή της, προσαρμόζοντας ορισμένες από τις θέσεις της και στηρίζοντας προοδευτικούς υποψηφίους σε άλλες πολιτείες. Στα 37 της χρόνια διαθέτει σημαντικό χρονικό περιθώριο για την πολιτική της εξέλιξη. Δεν αποκλείεται, πάντως, να επιλέξει πρώτα μια υποψηφιότητα για τη Γερουσία της Νέας Υόρκης, εφόσον δημιουργηθεί η σχετική ευκαιρία με ενδεχόμενη αποχώρηση του Τσακ Σούμερ.

Η Οκάσιο-Κορτέζ © EPA/SARAH YENESEL
- Τζος Σαπίρο
Ο Τζος Σαπίρο αποτελεί μία από τις ισχυρότερες φωνές της κεντρώας πτέρυγας των Δημοκρατικών. Η επανεκλογή του στην κρίσιμη πολιτικά Πενσιλβάνια ενίσχυσε τη θέση του και τον καθιστά υποψήφιο με σημαντικά εκλογικά ερείσματα. Η πιθανή προεδρική του υποψηφιότητα, ωστόσο, θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στο προοδευτικό τμήμα του κόμματος. Οι διαφωνίες ενδέχεται να αφορούν τόσο την οικονομική και ρυθμιστική πολιτική όσο και την εξωτερική πολιτική, καθώς ο Σαπίρο είναι γνωστός για τις φιλοϊσραηλινές θέσεις του.
- Τζέιμς Ταλαρίκο
Ο 37χρονος Τζέιμς Ταλαρίκο, πρώην εκπαιδευτικός, εξελίσσεται σε ανερχόμενο πρόσωπο της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών. Με την εκλογή του στη Γερουσία του Τέξας, θα γίνει ο νεότερος εν ενεργεία γερουσιαστής των ΗΠΑ. Αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός χριστιανός και επιδιώκει να διευρύνει την πολιτική του απήχηση πέρα από τα παραδοσιακά κομματικά όρια.
- Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ – Μίσιγκαν
Ο 42χρονος Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, γιατρός και γιος Αιγύπτιων μεταναστών, εκπροσωπεί την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών. Άσκησε έντονη κριτική στο Ισραήλ για τη Γάζα και την στάση των ΗΠΑ.Προωθεί την καθολική υγειονομική κάλυψη και την αυξημένη φορολόγηση των μεγάλων περιουσιών. Η εκλογική του επιτυχία στο Μίσιγκαν ενισχύει τη συζήτηση για την ανανέωση της κομματικής ηγεσίας και την ενδυνάμωση των προοδευτικών δυνάμεων.
Στο ευρύτερο πεδίο των πιθανών υποψηφιοτήτων περιλαμβάνονται επίσης ο πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρώην προσωπάρχης του Λευκού Οίκου επί Ομπάμα, Ραμ Εμανουέλ, ο οποίος έχει εντείνει τη δημόσια παρουσία του, καθώς και ο πρώην υπουργός Μεταφορών Πιτ Μπούτιτζετζ, που έχει εξελιχθεί σε ενεργό παράγοντα των δημοκρατικών προεκλογικών εκστρατειών.
Η προεδρική αναμέτρηση του 2028 παραμένει, συνεπώς, μια ανοιχτή πολιτική εξίσωση. Για τους Ρεπουμπλικανούς, το κρίσιμο ζήτημα θα είναι εάν μπορούν να διατηρήσουν τη δυναμική του τραμπισμού χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ στην κάλπη. Για τους Δημοκρατικούς, η πρόκληση είναι να διαμορφώσουν μια νέα ηγεσία που θα συνδυάζει την ενότητα του κόμματος με ευρύτερη εκλογική απήχηση.
Το γεγονός ότι οι διεργασίες ξεκινούν τόσο νωρίς δείχνει πως η επόμενη μάχη για τον Λευκό Οίκο δεν θα κριθεί μόνο από τα πρόσωπα, αλλά και από την ικανότητα των δύο παρατάξεων να διαβάσουν εγκαίρως τις μεταβολές στην αμερικανική κοινωνία.
