Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ και των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ δεν ανακόπτει την προσπάθεια της ΕΕ να περιορίσει την εξάρτησή της από την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, οι ίδιες οικονομικές πιέσεις που κόστισαν ψήφους στον Τραμπ απειλούν πλέον κυβερνήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στον σχεδιασμό μιας νέας δέσμης πολιτικών για το 2027, με στόχο να θωρακίσει την οικονομία και την ασφάλειά της απέναντι στις διακυμάνσεις της αμερικανικής πολιτικής.
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για τις Βρυξέλλες, την ώρα όμως που η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος απειλούν να μεταφέρουν την πολιτική δυσαρέσκεια και στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Το σχέδιο της ΕΕ για να περιορίσει την εξάρτηση από τον Τραμπ
Ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ και οι σύμμαχοί του στο κίνημα MAGA προσπαθούν να διαχειριστούν το βαρύ εκλογικό πλήγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην παρουσίαση ενός αναλυτικού καταλόγου προτεραιοτήτων για την επόμενη χρονιά. Κεντρικός στόχος είναι να επιταχυνθεί η προσπάθεια της Ευρώπης να αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική και αμυντική αυτονομία, περιορίζοντας την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ.
Στις Βρυξέλλες επιμένουν ότι η στρατηγική αυτή έχει πλέον ενσωματωθεί τόσο βαθιά στον σχεδιασμό της Ένωσης, ώστε δεν πρόκειται να αλλάξει πορεία εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων στην Ουάσιγκτον. Οι διατλαντικές εντάσεις που πυροδότησε η προεδρία Τραμπ λειτούργησαν ως επιταχυντής μιας διαδικασίας που πλέον θεωρείται μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή προτεραιότητα.
Παράλληλα, το πρόγραμμα της ΕΕ για το 2027 επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον συνεχιζόμενο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να διευκολύνει ορισμένες από τις ευρωπαϊκές επιδιώξεις, καθώς οι Δημοκρατικοί νομοθέτες έχουν κατά κανόνα επιδείξει μεγαλύτερη διάθεση στήριξης προς την κυβέρνηση του Κιέβου.
Παρά την ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί σημαντικές εξουσίες στην εξωτερική πολιτική, ενώ η πολιτική αποδυνάμωσή του μπορεί να εντείνει τις συγκρούσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους. Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, έξι μέτωπα ενδέχεται να δοκιμάσουν τις διατλαντικές σχέσεις.
1. Περισσότερη πίεση στην Ευρώπη
Ο Γερμανός διπλωμάτης Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ προειδοποιεί ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να προετοιμαστούν για περισσότερες αντιπαραθέσεις και νέες αμερικανικές απαιτήσεις. Οι Δημοκρατικοί μπορούν να εντείνουν τις έρευνες και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, αλλά ο Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει τις ένοπλες δυνάμεις και να επηρεάζει δασμούς και εμπορικές συμφωνίες. Η εξωτερική πολιτική παραμένει πεδίο στο οποίο διαθέτει σημαντικά περιθώρια μονομερών κινήσεων.
2. Περισσότερη βοήθεια στην Ουκρανία, αλλά με καθυστέρηση
Η ενίσχυση των Δημοκρατικών δημιουργεί προϋποθέσεις για μεγαλύτερη στήριξη του Κιέβου. Ωστόσο, η διευθύντρια του Chatham House, Μπρόνγουεν Μάντοξ, προειδοποιεί ότι η έγκριση νέας στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας μπορεί να απαιτήσει μήνες ή ακόμη και χρόνια. Η Ουκρανία χρειάζεται επειγόντως, μεταξύ άλλων, πυραύλους Patriot για την αντιμετώπιση των ρωσικών βομβαρδισμών.
3. Συμφωνία Τραμπ – Πούτιν χωρίς την Ευρώπη
Ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης Κερτ Βόλκερ θεωρεί πιθανή τη μονομερή χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την επαναφορά αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών στη ρωσική αγορά. Αντίθετα, εκτιμά ότι μια αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ δύσκολα θα εξασφάλιζε υποστήριξη στο Κογκρέσο.

Βλαντίμιρ Πούτιν και Ντόναλντ Τραμπ στην ιστορική συνάντηση στην Αλάσκα © EPA/SERGEY BOBYLEV/SPUTNIK/KREMLIN POOL / POOL
4. Ιράν και ενεργειακό κόστος
Με το Brent κοντά στα 108 δολάρια το βαρέλι και τα Στενά του Ορμούζ υπό περιορισμούς, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εκτεθειμένη. Χωρίς συμφωνία Ουάσιγκτον – Τεχεράνης, το ενεργειακό κόστος μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω. Ο επικεφαλής της Ryanair, Μάικλ Ο’Λίρι, προειδοποιεί για σοβαρή κρίση στις αερομεταφορές έως τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο.
5. Εσωτερική πολιτική παράλυση στις ΗΠΑ
Οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν εντατικότερο έλεγχο της κυβέρνησης, χωρίς ενιαία γραμμή για την παραπομπή Τραμπ. Η Κάμαλα Χάρις εμφανίζεται επιφυλακτική, ενώ ο Ραμ Εμάνουελ ζητά προτεραιότητα στο κόστος ζωής, τους μισθούς και τη δεοντολογία. Η εσωτερική αντιπαράθεση μπορεί να περιορίσει την προσοχή της Ουάσιγκτον στις διεθνείς κρίσεις.
6. Νέα σύγκρουση για Big Tech και τεχνητή νοημοσύνη
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – ΕΕ για τη ρύθμιση των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί ένα ακόμη πιθανό μέτωπο. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τις ψηφιακές πλατφόρμες και την AI συγκρούονται με τις αμερικανικές πιέσεις για περιορισμό των ρυθμιστικών εμποδίων στις Big Tech.
Η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή αυτής της στάσης, καθώς η προστασία των αμερικανικών τεχνολογικών επιχειρήσεων αποτελεί ευρύτερη πολιτική προτεραιότητα στην Ουάσιγκτον.
Για την Ευρώπη η αλλαγή ισορροπιών στο Κογκρέσο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη εξομάλυνση των σχέσεων, αλλά ενδεχομένως μια δυσκολότερη περίοδο διαπραγματεύσεων σε έξι κρίσιμα μέτωπα.

Συνάντηση Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν με Ντόναλντ Τραμπ © LinkedIn
Ο Τραμπ και η ΕΕ για ενέργεια, βιομηχανία και απλούστευση των κανόνων
Ο Τραμπ, πάντως, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες στη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής, μεταξύ άλλων μέσω του δικαιώματος αρνησικυρίας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ και στο εμπορικό πεδίο.
Με την προστατευτική ατζέντα του Αμερικανού προέδρου να δέχεται πλέον μεγαλύτερη εσωτερική πολιτική πίεση, οι Βρυξέλλες ενδέχεται να αποκτήσουν μεγαλύτερο περιθώριο διεκδίκησης ευνοϊκότερων όρων στις εμπορικές σχέσεις.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου, Μάρος Σέφτσοβιτς, δήλωσε ότι θα συνεχίσει τις τακτικές επαφές με τους Αμερικανούς ομολόγους του, επισημαίνοντας ότι θα πιέσει «πολύ έντονα» για περαιτέρω πρόοδο στο ζήτημα των παράγωγων προϊόντων χάλυβα, στα οποία επιβάλλονται δασμοί που φθάνουν ακόμη και το 50%.
Η ατζέντα της Κομισιόν για το 2027 προβλέπει έναν νέο γύρο απλούστευσης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, με παρεμβάσεις στους τομείς των τραπεζών, της ενέργειας, των μεταφορών, της στέγασης και της ψηφιακής ρύθμισης. Πρόκειται για μια προσπάθεια να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να περιοριστούν τα εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Ο Σέφτσοβιτς υπογράμμισε ότι οι πρωτοβουλίες αυτές χαράσσουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη, ώστε να διατηρήσει την ικανότητα να καθορίζει αυτόνομα την πορεία της. Ως βασικές προτεραιότητες ανέδειξε την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και το ενεργειακό κόστος.
Η ανάγκη παρέμβασης γίνεται ακόμη πιο επιτακτική εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων που έχει προκαλέσει ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει, ωστόσο, να αντιμετωπίσει και τα επίμονα υψηλά κόστη που επιβαρύνουν τους Ευρωπαίους κατασκευαστές, πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις της σύγκρουσης.
Για τον σκοπό αυτό σχεδιάζει να παρουσιάσει μέσα στο επόμενο έτος ένα πακέτο απλούστευσης για την ενέργεια, καθώς και να επανεξετάσει τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων για τους κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις πιέσεις.
Παράλληλα, η Κομισιόν θέλει να άρει τα εμπόδια που εξακολουθούν να εμποδίζουν τα 27 κράτη-μέλη να λειτουργούν ως μία πραγματικά ενιαία οικονομία. Στο επίκεντρο βρίσκεται και η αντιμετώπιση των περιορισμών στην εδαφική διάθεση προϊόντων, δηλαδή πρακτικών που εμποδίζουν τους λιανεμπόρους να προμηθεύονται αγαθά από άλλες χώρες της ΕΕ, ακόμη και όταν μπορούν να τα εξασφαλίσουν σε χαμηλότερες τιμές.
Οι πρακτικές αυτές έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών αρχών ανταγωνισμού, με μεγάλες εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων, όπως η Mondelez, η παραγωγός των μπισκότων Oreo, να βρίσκονται αντιμέτωπες με τον έλεγχο των ρυθμιστικών αρχών.
Το πολιτικό πλήγμα που υπέστη ο Τραμπ στις κάλπες μπορεί να περιορίζει προσωρινά την ισχύ του, δεν αναιρεί όμως τις αλλαγές που προκάλεσε η προεδρία του στην ευρωπαϊκή στρατηγική. Η βασική επιδίωξη των Βρυξελλών παραμένει η δημιουργία μιας οικονομίας λιγότερο εξαρτημένης από την Ουάσιγκτον, ανεξάρτητα από τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ.

Διαδηλωτές συμμετέχουν σε πορεία ζητώντας από τις αρχές να αντιμετωπίσουν τα συνεχιζόμενα προβλήματα στέγασης, στη Μαδρίτη της Ισπανίας, στις 3 Οκτωβρίου 2026 ©ΑΠΕ
Η ακρίβεια απειλεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όπως τον Τραμπ
Η ικανοποίηση που εξέφρασαν Ευρωπαίοι ηγέτες για την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι είναι προστατευμένοι από τις πολιτικές πιέσεις που οδήγησαν σε αυτήν. Αντίθετα, η εκτίναξη του κόστους ζωής και οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν πλέον κοινό πρόβλημα και για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων να πλησιάζουν.
Έπειτα από δύο χρόνια κατά τα οποία οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τις παρεμβάσεις και τις πιέσεις του Τραμπ, αρκετοί δεν έκρυψαν την ικανοποίησή τους για τη συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε το αποτέλεσμα ψήφο κατά του «μίσους», του «σεξισμού» και των «ελίτ».
Ο Πολωνός υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι επέκρινε τον Έλον Μασκ, ο οποίος είχε στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ η πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου Σοφί Βιλμές εξέφρασε την ελπίδα ότι η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει σε μια πιο ήρεμη και εποικοδομητική σχέση με την Ευρώπη.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν οι ίδιοι πολιτικοί θα έχουν λόγους να πανηγυρίζουν και την επόμενη χρονιά. Οι παράγοντες που αναδιαμορφώνουν την αμερικανική πολιτική δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ. Στις εκλογές που θα πραγματοποιηθούν στην Ισπανία αυτόν τον μήνα, αλλά και στη Γαλλία, την Ιταλία, την Πολωνία και την Ελλάδα την επόμενη χρονιά, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ίδια εκρηκτική συνθήκη: την ακρίβεια, την αύξηση του κόστους διαβίωσης και τις υψηλές τιμές ενέργειας.
Η εικόνα στην Πορτογαλία είναι ενδεικτική. Στη Λισαβόνα, διαδηλωτές της Αριστεράς έχουν κατασκηνώσει στο κέντρο της πόλης, διαμαρτυρόμενοι για την κρίση στέγασης και τη μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για τις μισθώσεις που προωθεί η κεντροδεξιά κυβέρνηση. Η αλλαγή προβλέπει ταχύτερες διαδικασίες εξώσεων, προκαλώντας αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι επιδεινώνει την ήδη δύσκολη κατάσταση στην αγορά κατοικίας.
Την ίδια στιγμή, οι αφίσες του ακροδεξιού κόμματος Chega, το οποίο βρίσκεται στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων, και του κεντροαριστερού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που προηγείται, κυριαρχούν στους δρόμους. Η κυβερνώσα Δημοκρατική Συμμαχία βρίσκεται στην τρίτη θέση.
Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στη στέγαση. Ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, είχε επισημάνει σε πρόσφατη σύνοδο ότι οι πολίτες σε όλες τις χώρες περιμένουν από τις κυβερνήσεις να παρουσιάσουν λύσεις, καθώς δεν διακρίνουν διέξοδο από την κρίση. Όπως ανέφερε, οι ηγέτες αισθάνονται πίεση να λάβουν πρόσθετα μέτρα για να στηρίξουν τους πολίτες τους.

Διαδηλωτές μαθητές-φοιτητές στη Γαλλία, στην πλατεία της Βαστίλης στο Παρίσι ©ΑΠΕ
Η Γαλλία στο επίκεντρο της πολιτικής αναταραχής
Στη Γαλλία, ο επικεφαλής της Εθνικής Συσπείρωσης, Ζορντάν Μπαρντελά, απέδωσε τα προβλήματα του Τραμπ στις οικονομικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι το κόμμα του εξακολουθεί να προηγείται με σημαντική διαφορά στις δημοσκοπήσεις, έχοντας θέσει το κόστος διαβίωσης στο επίκεντρο της πολιτικής του επιχειρηματολογίας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Εθνική Συσπείρωση αποτελεί πλέον εναλλακτική λύση για εκατομμύρια Γάλλους που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό πλεονέκτημα για τα κόμματα της ακροδεξιάς, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με διαφορετικές εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις.
Η Γαλλία, άλλωστε, βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα κοινωνικών αντιδράσεων. Συνδικάτα και διαδηλωτές ετοιμάζονται για νέες απεργίες και κινητοποιήσεις, αντιδρώντας στο σχέδιο του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνύ για περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων συνολικού ύψους περίπου 43 δισ. ευρώ την επόμενη χρονιά.
Οι διαδηλωτές ζητούν από την κυβέρνηση να αποσύρει ή να περιορίσει τα μέτρα, την ώρα που τα νεότερα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η γαλλική οικονομία παραμένει στάσιμη. Η δημοσιονομική πίεση εντείνεται, καθώς γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επιτευχθεί ο κυβερνητικός στόχος για μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.
Η δημοσιονομική κρίση απειλεί να πυροδοτήσει νέες συγκρούσεις
Η κυβέρνηση εξετάζει ήδη πρόσθετες περικοπές, όπως παραδέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο υπουργός Προϋπολογισμού Νταβίντ Αμιέλ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική ένταση, καθώς οι πολίτες καλούνται να επωμιστούν το βάρος μιας αυστηρότερης δημοσιονομικής προσαρμογής.
Την Τετάρτη, ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει τον στόχο για το έλλειμμα. Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την έγκριση του προϋπολογισμού. Η κυβέρνηση Λεκορνύ δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης απορρίπτουν την πρότασή της, περιορίζοντας σχεδόν στο μηδέν τις πιθανότητες συμφωνίας.
Έτσι, ο πρωθυπουργός ενδέχεται να αναγκαστεί να παρακάμψει την κοινοβουλευτική ψηφοφορία, αξιοποιώντας ειδικές συνταγματικές εξουσίες ή προχωρώντας με κυβερνητικές αποφάσεις. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες προτάσεις μομφής και να επιδεινώσει την πολιτική αστάθεια.
«Είναι πραγματικά τρομερό», δήλωσε υπουργός στο Politico, αναφερόμενος στην άρνηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης να συνεργαστούν. Όπως προειδοποίησε, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και οι επενδυτές παρακολουθούν τη Γαλλία και αναρωτιούνται εάν η χώρα θα λάβει επιτέλους σοβαρά μέτρα για τον περιορισμό του χρέους της.
Η γαλλική περίπτωση συμπυκνώνει την ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος ζωής, να στηρίξουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και ταυτόχρονα να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η πολιτική ανατροπή στις ΗΠΑ έδειξε πόσο γρήγορα η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε εκλογική τιμωρία. Το ερώτημα είναι εάν οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα καταφέρουν να αποτρέψουν μια αντίστοιχη εξέλιξη στις δικές τους χώρες.
