Το γεωπολιτικό παράδοξο: Γιατί οι ΗΠΑ χρειάζονται το πετρέλαιο της Βενεζουέλας

Γιατί τα αμερικανικά διυλιστήρια χρειάζονται το βαρύ πετρέλαιο της Βενεζουέλας παρά την αφθονία εγχώριας παραγωγής μαύρου χρυσού

Kοιτάσματα πετρελαίου, Βενεζουέλα © EPA/MIGUEL GUTIERREZ

Η έννοια της ενεργειακής αυτάρκειας μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να έχει κατακτηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με την εγχώρια παραγωγή να κινείται σε ιστορικά υψηλά και με το αμερικανικό αργό να κατευθύνεται πλέον μαζικά προς τις διεθνείς αγορές, η εικόνα μιας χώρας που «κολυμπάει» στο πετρέλαιο δείχνει παγιωμένη. Κι όμως, όσο ο χρόνος κυλά στην «πίσω αυλή» της Ουάσιγκτον και οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό που θυμίζει πολιτικό ντόμινο, ένα φαινομενικά παράδοξο δεδομένο παραμένει σταθερό: τα αμερικανικά διυλιστήρια εξακολουθούν να χρειάζονται βαριά φορτία αργού από το εξωτερικό.

Η αντίφαση δεν είναι συγκυριακή ούτε προϊόν γεωπολιτικών τακτικισμών. Είναι δομική. Και έχει τις ρίζες της όχι στην ποσότητα του πετρελαίου που παράγουν οι ΗΠΑ, αλλά στο είδος του πετρελαίου, που μπορούν και δεν μπορούν, να αξιοποιήσουν οι ίδιες τους οι βιομηχανικές υποδομές. Τα περισσότερα μεγάλα διυλιστήρια των Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως εκείνα του Κόλπου του Μεξικού και των Μεσοδυτικών Πολιτειών, κατασκευάστηκαν ή αναβαθμίστηκαν πριν από δύο και τρεις δεκαετίες, σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη πρόβλεψη ήταν ότι τα ελαφρά κοιτάσματα θα εξαντληθούν και ότι η παγκόσμια αγορά θα στηριχθεί σε βαρύ, φθηνό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, το Μεξικό και τον Καναδά.

Με βάση αυτή την παραδοχή, οι αμερικανικοί όμιλοι επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε μονάδες βαθιάς μετατροπής και cokers, σχεδιασμένες για να «σπάνε» βαριά φορτία και να τα μετατρέπουν σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το ντίζελ και η άσφαλτος. Όταν, μετά το 2010, η επανάσταση του shale oil πλημμύρισε την αγορά με ελαφρύ πετρέλαιο, το σύστημα βρέθηκε μπροστά σε μια απροσδόκητη ανατροπή. Τα διυλιστήρια αυτά δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποδοτικά αποκλειστικά με ελαφρύ αργό. Χρειάζονται τα βαριά μόρια για να γεμίσουν τις μονάδες μετατροπής τους, να αξιοποιήσουν τις επενδύσεις τους και να διατηρήσουν τα περιθώρια κερδοφορίας τους. Έτσι, η αφθονία του αμερικανικού shale δεν μετουσιώθηκε σε πλήρη ενεργειακή αυτάρκεια, αλλά σε μια ιδιότυπη ανταλλαγή ποιοτήτων.

Σύμφωνα με το American Petroleum Institute (API), οι ΗΠΑ εξάγουν το πλεόνασμα του ελαφρού πετρελαίου τους προς την Ευρώπη και την Ασία και, την ίδια στιγμή, εισάγουν βαρύ αργό κυρίως καναδικό WCS, για να τροφοδοτήσουν τα ίδια τους τα διυλιστήρια. Πρόκειται για έναν μηχανισμό ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού τομέα διύλισης και όχι για ένδειξη ενεργειακής αδυναμίας.

Γιατί η Βενεζουέλα βρίσκεται στο επίκεντρο των ΗΠΑ

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το ενεργειακό παράδοξο αρχίζει να συναντά τη γεωπολιτική. Το βενεζουελάνικο αργό είναι βαρύ/υψηλού θείου, «δύσκολο» πετρέλαιο, που ταιριάζει ακριβώς στις ανάγκες των σύνθετων αμερικανικών διυλιστηρίων, ιδιαίτερα στον Κόλπο του Μεξικού. Τις τελευταίες ημέρες οι εξελίξεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη με ρυθμό καταιγιστικό, ενθαρρύνοντας, δια του παραδείγματος τάσεις που δεν είναι βέβαιο ότι θα περιοριστούν γεωγραφικά στην περιοχή της Καραϊβικής.

Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε εντυπωσιακά την πίεση προς το Καράκας: διπλασίασε το ποσό της αμοιβής για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ξεκίνησε επιχειρήσεις βύθισης πλοίων που είχαν αποπλεύσει από τη Βενεζουέλα στην Καραϊβική, προχώρησε σε πλήγματα κατά χερσαίων στόχων επί βενεζουελανικού εδάφους και, τελικά, στην απαγωγή του ίδιου του Βενεζουελάνου ηγέτη, ο οποίος πλέον αναμένεται να δικαστεί με την κατηγορία του «ναρκοτρομοκράτη».

Το βαρύ βενεζουελάνικο αργό, παρά τις τεχνικές δυσκολίες και το πολιτικό κόστος, παραμένει κρίσιμο κομμάτι μιας εξίσωσης που καθορίζεται πρώτα από τη χημεία του πετρελαίου και τη δομή της διύλισης και έπειτα από τη ρητορική της εξωτερικής πολιτικής. Εκεί ακριβώς εδράζεται το γεωπολιτικό παράδοξο: μια υπερδύναμη που παράγει άφθονο πετρέλαιο, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται και να διεκδικεί με κάθε μέσο ένα άλλο είδος πετρελαίου.

Σύμφωνα με το Reuters, τα αποδεδειγμένα αποθέματα της χώρας εκτιμώνται περίπου στα 303 δισ. βαρέλια, δηλαδή κοντά στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, μέγεθος που από μόνο του εξηγεί γιατί η Βενεζουελάνικη «δεξαμενή» επιστρέφει διαρκώς στις αμερικανικές εξισώσεις ισχύος. Όμως η παραγωγική κατάρρευση ήταν τέτοια, ώστε η «υπόσχεση» των αποθεμάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βαρέλια. Η παραγωγή μειώθηκε δραματικά μετά το 2013, σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από υποεπενδύσεις, κακοδιαχείριση και διεθνή απομόνωση, και σήμερα κινείται γύρω στα 800.000 βαρέλια ημερησίως — ένα κλάσμα των ιστορικών επιπέδων.

Στον αντίποδα, οι ΗΠΑ παράγουν πλέον σε επίπεδα ρεκόρ, περίπου 13,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ποσότητα που είναι υπερδεκαπλάσια της βενεζουελάνικης παραγωγής. Κι όμως, ακόμη και αυτή η «υπερπαραγωγή» δεν μηδενίζει την ανάγκη του αμερικανικού συστήματος για εισαγωγές: τα αμερικανικά διυλιστήρια, για να διατηρούν τα σημερινά επίπεδα λειτουργίας, χρειάζονται περίπου 16,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, γεγονός που εξηγεί γιατί οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εισάγουν περίπου 6 εκατ. βαρέλια την ημέρα, την ώρα που ταυτόχρονα εξάγουν πάνω από 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε «έλλειμμα» πετρελαίου, αλλά σε δομική ανταλλαγή ποιοτήτων: ελαφρύ αμερικανικό αργό προς τις διεθνείς αγορές και βαρύτερα φορτία προς τα διυλιστήρια που τα έχουν ανάγκη.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr