Το «μπλε κύμα» στο αμερικανικό Κογκρέσο, με την ανάληψη του ελέγχου και των δυο σωμάτων του (Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων) αλλάζει τα δεδομένα της εφαρμογής της ενεργειακής ατζέντας του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εντός και εκτός συνόρων: Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, από την ανάπτυξη νέων πετρελαϊκών κοιτασμάτων και τις εξαγωγές LNG μέχρι τις….μετ’ εμποδίων επενδύσεις σε ΑΠΕ και τους αστερίσκους στης κυρώσεις κατά της Ρωσίας, από τις αρχές του 2027 οι επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ θα βρεθούν πλέον αντιμέτωπες με ισχυρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, σκληρές διαπραγματεύσεις για τη χρηματοδότηση των προτεραιοτήτων του και μεγαλύτερη αντίσταση σε νέες νομοθετικές παρεμβάσεις. Την ίδια στιγμή, ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία, τα ομοσπονδιακά υπουργεία και τις βασικές ρυθμιστικές υπηρεσίες, ενώ ο πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα άσκησης βέτο στη νομοθεσία. Κατά συνέπεια, το πιθανότερο σενάριο δεν είναι η ανατροπή της πολιτικής ενίσχυσης των ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας από μια νέα πιο «πράσινη» ατζέντα, αλλά η πιο εντατική εποπτεία της υλοποίησης της υφιστάμενης ατζέντας της Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ που συνίσταται στην παράλληλη μεγιστοποίηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου και της διεθνούς επιρροής της χώρας μέσω των εξαγωγών ορυκτών καυσίμων, ιδίως LNG.
Τι αναμένεται για πετρέλαιο και LNG
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιδιώξει την επέκταση των παραχωρήσεων για εξορύξεις σε ομοσπονδιακές εκτάσεις, τη διευκόλυνση της αδειοδότησης ενεργειακών έργων (όπως εξαγωγικά τέρμιναλ LNG) και τη χαλάρωση περιβαλλοντικών περιορισμών. Σύμφωνα με την S&P Global Energy, ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δεν τους δίνει επαρκή άμεσα εργαλεία για να ακυρώσουν το πρόγραμμα πετρελαϊκών παραχωρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των αμφιλεγόμενων σχεδίων στην Αλάσκα. Τους επιτρέπει όμως να ξεκινήσουν έρευνες για τις σχέσεις της πετρελαϊκής βιομηχανίας με τον Λευκό Οίκο και να εξετάσουν κατά πόσο συγκεκριμένες επιχειρήσεις έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ κατά την έγκριση των ομοσπονδιακών δαπανών, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοδότηση υπηρεσιών και προγραμμάτων που σχετίζονται με την ενεργειακή πολιτική.
Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο Τραμπ δεν θα μπορεί πλέον να στηρίζεται σε μια φιλική πλειοψηφία για την προώθηση νέων νομοθετικών παρεμβάσεων υπέρ της παραγωγής υδρογονανθράκων.
LNG: Τι (δεν) αλλάζει για τις αμερικανικές εξαγωγές και την Ευρώπη
Οι εξαγωγές αμερικανικού LNG αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και ιδιαίτερα για την Ευρώπη, η οποία έχει αυξήσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές LNG μετά τη δραστική μείωση των ροών ρωσικού φυσικού αερίου. Κοινή συνισταμένη των εκτιμήσεων είναι ότι οι η αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν αναμένεται να προκαλέσει ριζικές ανατροπές στην πολιτική εξαγωγών LNG που απολαμβάνει της στήριξης πολλών Δημοκρατικών και έχει εν πολλοίς εθνικό χαρακτήρα. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον κορυφαίο εξαγωγέα LNG παγκοσμίως, έχοντας διακινήσει περίπου 105,6 εκατ. τόνους μέχρι στιγμής φέτος. Εξ αυτών, περίπου 60 εκατ. τόνοι προορίζονταν για την ευρωπαϊκή αγορά, σύμφωνα με τα δεδομένα παρακολούθησης πλοίων της Kpler. Η S&P Global Energy πιθανολογεί ότι ίσως ενταθεί ο έλεγχος των εταιρειών του κλάδου και επιβραδυνθεί η αδειοδότηση νέων έργων. Για τα υφιστάμενα έργα υπό ανάπτυξη όμως δεν αλλάζει κάτι, ούτε οι Ευρωπαίοι έχουν κάποιοι λόγο να αναμένουν περιορισμό των εξαγωγών αμερικανικού LNG λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Στο «μικροσκόπιο» οι αποφάσεις για τις επενδύσεις ΑΠΕ
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης όπου Τραμπ και Κογκρέσο ίσως «διασταυρώσουν τα ξίφη τους» θα είναι οι επενδύσεις σε έργα ΑΠΕ, με δεδομένο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προωθήσει με συνέπεια πολιτικές περιορισμού των ομοσπονδιακών κινήτρων για την καθαρή ενέργεια, δείχνοντας μια ιδιαίτερη…αντιπάθεια στα offshore αιολικά. Εκτιμάται ότι το νέο Κογκρέσο ίσως βάλει στο «μικροσκόπιο» τις συμφωνίες επιστροφής μισθωμάτων σε developers υπεράκτιων αιολικών, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη παραχωρήσεων. Και τούτο διότι Δημοκρατικοί αμφισβητούν τη νομιμότητα αυτών των συμφωνιών.
Η αλλαγή πλειοψηφίας μπορεί επίσης να επηρεάσει το μέλλον των φορολογικών κινήτρων που θεσπίστηκαν με τον εμβληματικό νόμο Μπάιντεν Inflation Reduction Act (IRA) το 2022 (που «έφερε» κύμα πράσινων επενδύσεων στις ΗΠΑ) και περιορίστηκαν δραστικά με τη φορολογική μεταρρύθμιση των Ρεπουμπλικανών το 2025. Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να επιδιώξουν την αποκατάσταση ορισμένων κινήτρων, ωστόσο χωρίς τη συναίνεση του Λευκού Οίκου μια τέτοια νομοθετική ανατροπή θα είναι δύσκολη.
Ρωσία και Ουκρανία: Στο μικροσκόπιο η συμφωνία Τραμπ για το ρωσικό ντίζελ
Στο πεδίο της εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής, η σημαντικότερη άμεση συνέπεια μπορεί να αφορά τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία.Η πρόσφατη απόφαση Τραμπ να επιτρέψει την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών καυσίμων στις ΗΠΑ προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στο «παλαιό» Κογκρέσο. Μάλιστα, οι Δημοκρατικοί στη Γερουσία ήδη είχαν ζητήσει έρευνα για τη συμφωνία, θέτοντας ζήτημα για τη συμβατότητά της με την αμερικανική νομοθεσία περί κυρώσεων και η δυνατότητα της κυβέρνησης να χορηγεί εξαιρέσεις χωρίς την εκπλήρωση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων.
Οι νέες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες δημιουργούν προϋποθέσεις για αυστηρότερο έλεγχο της εφαρμογής των ενεργειακών κυρώσεων στη Ρωσία. Ωστόσο, δεν συνεπάγονται ακύρωση των εξαιρέσεων που έχει ήδη εγκρίνει η αμερικανική κυβέρνηση. Για κάτι τέτοιο θα απαιτούνταν είτε η συναίνεση του Προέδρου, είτε η ύπαρξη επαρκούς διακομματικής στήριξης για την υπέρβαση ενδεχόμενου προεδρικού βέτο. Σε κάθε περίπτωση, για την Ευρώπη οι νέοι συσχετισμοί στο Κογκρέσο σημαίνουν δυο πράγματα στο συγκεκριμένο πεδίο: Αφενός, ενδέχεται να ενισχυθεί η πίεση για αυστηρότερη εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Μόσχας. Αφετέρου, η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις αποφάσεις Τραμπ μπορεί να δυσκολέψει τον συντονισμό της διατλαντικής πολιτικής απέναντι στις εξαγωγές ενέργειας της Ρωσίας
Ιράν και Ορμούζ: Το Κογκρέσο αποκτά μοχλούς πίεσης, αλλά όχι τον έλεγχο του πολέμου
Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί ίσως την πιο άμεση σύνδεση ανάμεσα στην αμερικανική εσωτερική πολιτική και στις διεθνείς τιμές πετρελαίου. Η επιβάρυνση των Αμερικανών καταναλωτών από τις υψηλές τιμές βενζίνης και ντίζελ συνέβαλε στη δυσαρέσκεια που αποτυπώθηκε στις ενδιάμεσες εκλογές.
Μετά τη νίκη τους, οι Δημοκρατικοί αποκτούν τη δυνατότητα να διερευνήσουν περισσότερο τις αποφάσεις που οδήγησαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις οικονομικές τους συνέπειες και τη στάση των πετρελαϊκών εταιρειών κατά τη διάρκεια της κρίσης. Όπως αναφέρει το Axios, οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές Σέλντον Γουάιτχαουζ και Ελίζαμπεθ Γουόρεν έχουν ήδη ζητήσει εξηγήσεις από μεγάλες ενεργειακές εταιρείες για την κερδοφορία τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Με τον έλεγχο των Επιτροπών και της διαδικασίας έγκρισης κονδυλίων, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση σχετικά με τη συνέχιση και τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Δεν αποκτούν, όμως, τη δυνατότητα να τερματίσουν μονομερώς τον πόλεμο ή να επιβάλουν μια συμφωνία με την Τεχεράνη. Η αλλαγή πλειοψηφίας στο Κογκρέσο δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου ή ομαλοποίηση των διελεύσεων από το Ορμούζ. Παρά ταύτα, η μεγάλη αποκλιμάκωση τόσο των τιμών του πετρελαίου (με το μπρεντ να διαπραγματεύεται στα 93,96 δολ/βαρέλι ενώ λίγες ημέρες πριν φλέρταρε με τα 120 δολ./βαρέλι) και του φυσικού αερίου (όπου η τιμή στον κόμβο ΤΤF της Ολλανδίας υποχώρησε στα 84 ευρώ/MWh από 103 ευρώ/MWh την εβδομάδα που πέρασε) δείχνει τις προσδοκίες των αγορών για εξομάλυνση της κατάστασης. Απομένει βέβαια να φανεί αν οι προσδοκίες αυτές είναι ρεαλιστικές…
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
