Κάθετος Διάδρομος: Τα ατού της Ελλάδας στον ανταγωνισμό με Τουρκία και Ρουμανία

S&P Global Energy: Πώς τοποθετείται η Ελλάδα στη μάχη για την ενεργειακή τροφοδοσία Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης. Ο ρόλος του Κάθετου Διαδρόμου

Ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Ρόσεν Ζελιάσκοφ, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου και ο Υπουργός Ενέργειας της Βουλγαρίας Ζέκο Στάνκοφ πραγματοποίησαν τελετή έναρξης εργασιών, στο πλαίσιο του Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου © ΥΠΕΝ

Οι υποδομές της Ελλάδας -σε αγωγούς και τερματικά LNG που επεκτείνονται-, και αποτελούν κομβικό κομμάτι του Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου και η διαφανής και απελευθερωμένη αγορά φυσικού αερίου που είναι ευθυγραμμισμένη με τους κανόνες της ΕΕ (και εμφανίζει ταχεία ανάπτυξη) είναι τα βασικά ατού της Ελλάδας καθώς διεκδικεί να αυξήσει το μερίδιό της στην ενεργειακή τροφοδοσία της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης μετά την επιδιωκόμενη πλήρη «αποχώρηση» του ρωσικού αερίου εντός του 2027. Την ίδια στιγμή, η χώρα μας -και ο Κάθετος Διάδρομος- αντιμετωπίζει ισχυρό ανταγωνισμό από την Τουρκία με το εκτεταμένο δίκτυο υποδομών, το διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο προμήθειας και τη δυνατότητα πρόσμειξης αμερικανικού LNG με ρωσικό αέριο, την οποία ανάδειξε πρόσφατα ως μεγάλο κίνδυνο για τον Κάθετο Διάδρομο ο επικεφαλής του ομίλου AKTOR και της Atlantic LNG Αλέξανδρος Εξάρχου. Και η εικόνα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το «διπλό ταμπλό» της Ρουμανίας που αποτελεί βασικό κομμάτι του παζλ του Κάθετου Διαδρόμου και της μεταφοράς αερίου μη ρωσικής προέλευσης, κυρίως αμερικανικού LNG με αφετηρία την Ελλάδα προς την Μολδαβία και την Ουκρανία (ανατολικός κλάδος) και προς την Ουγγαρία και τη Σλοβακία (δυτικός κλάδος). Ταυτόχρονα όμως προβάλλει ως αντίπαλος του εγχειρήματος, καθώς επιδιώκει να καλύψει μέρος του κενού που θα αφήσει το ρωσικό αέριο στην περιοχή από την παραγωγή του εγχώριου κοιτάσματος Neptun Deep στη Μαύρη Θάλασσα που αναμένεται να μπει σε εμπορική λειτουργία το 2027.

Αυτή τη μεγάλη εικόνα σκιαγραφεί η ανάλυση της S&P Global Energy που κάνει λόγο για αγώνα δρόμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για να προμηθεύσουν με αέριο τη Νοτιοανατολική Ευρώπη» και αναδεικνύει τα ισχυρά χαρτιά της Ελλάδας -με τον Κάθετο Διάδρομο στο επίκεντρο- αλλά και τον ανταγωνισμό που καλείται να αντιμετωπίσει. Όπως τόνισε στην παρουσίασή της η Αννα Γκαλτσόβα, διευθύντρια έρευνας φυσικού αερίου για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, το μέγεθος της αγοράς που ανοίγει είναι πολύ σημαντικό. Σύμφωνα με τη S&P Global Energy, ροές ρωσικού αερίου αγωγών της τάξης των 14 δισ. κυβικών μέτρων (bcm) τον χρόνο θα απαιτηθεί να αντικατασταθούν στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και διεκδικούνται από διαφορετικές πηγές και διαδρομές αερίου.

Τα δυνατά χαρτιά που δίνουν προβάδισμα στην Ελλάδα

Σε αυτή τη μάχη, η Ελλάδα παίρνει θέση έχοντας ως ισχυρό χαρτί τον συνδυασμό της απελευθερωμένης και με στιβαρό ρυθμιστικό πλαίσιο αγοράς αερίου με την εξαγωγική της δυναμική που εξυπηρετείται από τις υποδομές της , δηλαδή τα τερματικά της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, τον TAP και τις διασυνδέσεις με τη Βουλγαρία.Η δυναμική αυτή αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη έκθεση της Grant Thornton που ανέδειξε την αύξηση 169% των εξαγωγών φυσικού αερίου από την Ελλάδα προς Βορρά στο εννεάμηνο του 2026 και το μετασχηματισμό της χώρας από περιφερειακό καταναλωτή αερίου σε λειτουργική περιφερειακή πύλη εισόδου. Αυτός ο ρόλος μπορεί να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια, καθιστώντας τον Κάθετο Διάδρομο στρατηγικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η S&P που περιγράφει τη μετακίνηση της Ελλάδας από την περιφέρεια του συστήματος, ως αγορά στο τέλος μιας διαδρομής ρωσικού αερίου, σε σημαντική πύλη διαμετακόμισης μη ρωσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή. Υπενθυμίζει μάλιστα ότι η φιλοδοξία της Ελλάδας να αναδειχθεί σε κόμβο φυσικού αερίου χρονολογείται από το 2009-2010 και την δεύτερη μεγάλη ρωσοουκρανική κρίση φυσικού αερίου (όταν η σύγκρουση των δυο χωρών για τα τέλη διαμετακόμισης προκάλεσε διαταραχή στις ροές επηρεάζοντας τη Βουλγαρία και την Ελλάδα). Εκείνη την περίοδο πρωτοέπεσε στο τραπέζι η ιδέα για το FSRU της Αλεξανδρούπολης (με την τελική επενδυτική απόφαση να λαμβάνεται 10 χρόνια αργότερα). Ακολούθησε η θέση σε λειτουργία του Διαδριατικού Αγωγού ΤΑP το 2021 και του ελληνοβουλγαρικού αγωγού IGB το 2022, ενώ η ανάπτυξη των φυσικών υποδομών πλαισιώθηκε και από την ενεργοποίηση του Βάθρου Εμπορίας Φυσικού Αερίου στο Χρηματιστήριο Ενέργειας το 2022.

Όπως υποστήριξε η κ. Γκαλτσόβα, η αγορά αερίου της Ελλάδας θα μετασχηματιστεί από το 2027 και μετά, καθώς η λήξη των μακροπρόθεσμων συμβολαίων ρωσικού αερίου θα δημιουργήσει προϋποθέσεις περαιτέρω αύξησης της συναλλακτικής δραστηριότητας στο Βάθρο Εμπορίας Φυσικού Αερίου του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας (ΕΧΕ) που έχει τα φόντα να αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς που θα δίνει τον τόνο για τις τιμές του αερίου για ολόκληρη την περιοχή της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τη σημασία του ότι από την αρχή του έτους οι όγκοι συναλλαγών στο Βάθρο Εμπορίας κινούνταν με ρυθμό 30% υψηλότερο σε σχέση με το 2026.

Την ίδια στιγμή, η S&P Global Energy αναδεικνύει ως ένα από τα ελληνικά ατού την υψηλή βαθμολογία της ελληνικής αγοράς αερίου στην ετήσια αξιολόγηση των traders, όπου ξεπερνά την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Σλοβενία και -κυρίως- τη Ρουμανία και την Τουρκία που εμφανίζουν πολύ χαμηλή βαθμολογία ιδίως στο κομμάτι του ρυθμιστικού πλαισίου. Στοιχείο που αναδεικνύει την ωριμότητα και την εύρυθμη λειτουργία της ελληνικής αγοράς, χαρακτηριστικά που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους εμπορικούς παίκτες που αναζητούν πρόσβαση, διαφανείς συναλλαγές και προβλέψιμους κανόνες.

Το «αγκάθι» του κόστους μεταφοράς και το φαινόμενο του pancaking

Σύμφωνα πάντα με το διεθνή οίκο, το βασικό μειονέκτημα του ελληνικού Κάθετου Διαδρόμου βρίσκεται στη συσσώρευση χρεώσεων κατά τη διέλευση του αερίου από διαδοχικά δίκτυα, φαινόμενο γνωστό ως «pancaking» στην αργκό του φυσικού αερίου. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση μέχρι τον αγοραστή και όσο περισσότερα τα σύνορα που διασχίζει το καύσιμο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητά του. Το crash test της S&P μεταξύ εναλλακτικών διαδρομών για παράδοση αερίου στην Ουγγαρία (που λόγω του μεγέθους της χαρακτηρίζεται ως αγορά-τρόπαιο τόσο για τη Ελλάδα, όσο και για την Τουρκία και τη Ρουμανία) αποτυπώνει καθαρά τις αποκλίσεις. Για το έτος φυσικού αερίου 2026/27, το κόστος μεταφοράς ρουμανικού αερίου από τη Μαύρη Θάλασσα υπολογίζεται στα 2,27 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το κόστος στη διαδρομή μέσω TurkStream, Βουλγαρίας και Σερβίας (που αφορά σε ρωσικό αέριο) εκτιμάται στα 3,04 ευρώ/MWh. Για LNG από τη Ρεβυθούσα, μέσω Βουλγαρίας και Ρουμανίας, το αντίστοιχο κόστος φτάνει στα 4,43 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Από την Αλεξανδρούπολη μέσω του δικτύου του ΔΕΣΦΑ υπολογίζεται στα 5,85 ευρώ, ενώ μέσω IGB, Βουλγαρίας και Ρουμανίας ανεβαίνει στα 7,51 ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν γιατί ο συντονισμός των Διαχειριστών Συστημάτων Φυσικού Αερίου και η τιμολογιακή πολιτική αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τον Κάθετο Διάδρομο. Κάτι που υπογράμμισε και ο κ. Εξάρχου σε πρόσφατη συνέντευξή του στο S&P Global Energy, όπου δήλωσε ότι η συμφωνία (του περασμένου Μαρτίου) μεταξύ των Διαχειριστών και τη Επιτροπής ήταν σημαντική, ωστόσο δεν επαρκεί και «πρέπει να γίνουν περισσότερα», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Τα υπέρ και τα κατά της Τουρκίας

«Ακτινογραφώντας» τα υπέρ και τα κατά της Τουρκίας, η S&P αξιολογεί ως πλεονεκτήματα τη γεωγραφική της θέση ανάμεσα σε βασικές χώρες παραγωγής αερίου, το εκτεταμένο δίκτυο αγωγών και τις υποδομές εισαγωγής LNG. Πως είπε η κ. Γκαλτσόβα, η Άγκυρα μπορεί να συνδυάσει προμήθειες από διαφορετικές πηγές με την αυξανόμενη εγχώρια παραγωγή, δημιουργώντας περιθώριο και για επανεξαγωγές.

Το τουρκικό σύστημα έχει πρόσβαση σε αέριο αγωγών από τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν, καθώς και στη διεθνή αγορά LNG. Παράλληλα, η επέκταση των εγκαταστάσεων επαναεριοποίησης και αποθήκευσης LNG (H Tουρκία έχει 5 FSRU και σχεδιάζει ένα ακόμα) ενισχύει την ευελιξία του, επιτρέποντας την αντιμετώπιση των μεγάλων εποχικών διακυμάνσεων της κατανάλωσης. Η δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφορετικών πηγών μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και στην προσπάθεια διαμόρφωσης ανταγωνιστικού εξαγωγικού χαρτοφυλακίου.

Η έλλειψη διαφάνειας και ο ευρωπαϊκός κλοιός στο «Turkish Blend»

Στον αντίποδα, αδύναμο σημείο της Τουρκίας είναι η περιορισμένη διαφάνεια της αγοράς της και η ανάγκη να τεκμηριώνει ότι οι ποσότητες αερίου που θα εξάγει στην ΕΕ και μετά δεν είναι ρωσικής προέλευσης. Τούτων λεχθέντων, η S&P αναδεικνύει ως καθοριστικό παράγοντα την αυστηρότητα εφαρμογής των ελέγχων προέλευσης του αερίου στα σύνορα Τουρκίας-Βουλγαρίας. Την ίδια στιγμή, στην αξιολόγηση των κόμβων εμπορίας φυσικού αερίου που επικαλείται ο διεθνής οίκος, η Τουρκία βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των έντεκα αγορών που συγκρίνονται, με αισθητή απόσταση από την Ελλάδα.

Ενδιαφέρουσα παράμετρος της «τουρκικής εξίσωσης» είναι το μεγάλο μέγεθος της εγχώριας αγοράς που αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ισχύος και περιορισμό για τις εξαγωγικές φιλοδοξίες της γειτονικής χώρας . Η αυξανόμενη κατανάλωση απαιτεί πρόσθετες προμήθειες, πριν διαμορφωθούν σταθερά διαθέσιμες ποσότητες για πώληση στην Ευρώπη. Η S&P υπολογίζει ότι το κενό μεταξύ της ζήτησης και της κάλυψής της από την εγχώρια παραγωγή και τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις ανέρχεται κατά μέσο όρο σε περίπου 15 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως την επόμενη πενταετία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανάλυση θεωρεί σημαντική την υπογραφή νέων συμβάσεων της κρατικής εταιρείας αερίου της Τουρκίας BOTAŞ με τη Ρωσία, για παρόμοιες ποσότητες, και με το Ιράν, ενδεχομένως για μικρότερους όγκους. Οι όροι αυτών των συμφωνιών θα επηρεάσουν το κόστος του τουρκικού μείγματος και, κατ’ επέκταση, την ανταγωνιστικότητά των εξαγωγών.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr