Ο Κάθετος Διάδρομος βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΠΑ Εμπορίας, Κωνσταντίνος Ξιφαράς, αλλά η αλήθεια είναι πώς η Ελλάδα τον αξιοποιεί εδώ και περίπου δέκα χρόνια, με επιτυχία, όπως είπε στο AIF Athens Investment Forum. Η σημασία του δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της θέσης της χώρας, αλλά συνδέεται και με τον ανταγωνισμό στην ευρύτερη περιοχή, καθώς μπορεί να εξυπηρετήσει αγορές που διεκδικούν και άλλες διαδρομές προμήθειας.
Ως βασικό ανταγωνιστή της Ελλάδας προσδιόρισε την Τουρκία, η οποία διαθέτει πολλές πηγές προμήθειας φυσικού αερίου, μεταξύ των οποίων και το Ιράν. Η θέση της, σημείωσε, δεν αποτελεί απλώς αφήγημα, καθώς στηρίζεται σε υπαρκτές ενεργειακές σχέσεις και σε ένα διαφοροποιημένο μείγμα προμήθειας. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, ακολουθεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο και διατηρεί ισορροπίες μέσω διαφορετικών πηγών τροφοδοσίας. Όπως ανέφερε, περίπου το 80% του LNG που εισέρχεται στη χώρα είναι αμερικανικής προέλευσης.
Για τη βιωσιμότητα του Κάθετου Διαδρόμου, ο κ. Ξιφαράς σημείωσε ότι τα υφιστάμενα συστήματα μεταφοράς πληρώνονται από τους χρήστες τους, είτε η χρήση τους είναι μεγάλη είτε μικρή. Η Ελλάδα μπορεί να διοχετεύει φυσικό αέριο σε τρίτες χώρες και έχει ήδη πραγματοποιήσει τέτοιες πωλήσεις. Για να αποκτήσουν, όμως, μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση οι εξαγωγές, απαιτούνται σταθερές ροές και μακροχρόνια συμβόλαια. Πολλές από τις χώρες που θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για αυτές τις ροές περιμένουν να δουν πώς θα εξελιχθεί το ζήτημα του ρωσικού αερίου, διευκρίνισε, επισημαίνοντας ότι η συζήτηση δεν αφορά αγορές όπως η Γαλλία. Κρίσιμο ζητούμενο για την ανταγωνιστικότητα του διαδρόμου είναι η μείωση του κόστους μεταφοράς. Έχει ήδη γίνει προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω μειώσεις.
Ο ίδιος εκτίμησε, επίσης, ότι οι τιμές δεν θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα για μεγάλο διάστημα. Αναφερόμενος στις επενδύσεις και στο ενεργειακό κόστος, ο κ. Ξιφαράς σημείωσε ότι στόχος είναι η δημιουργία ενός ανθεκτικού συστήματος. Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το ερώτημα πότε και με ποιον τρόπο οι επενδύσεις θα μεταφραστούν σε όφελος για τους καταναλωτές και θα αποτυπωθούν στις τιμές.
