Σημαντικά βήματα καλείται να κάνει η Ελλάδα προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας της. Τα ποσοτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν χθες, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), αποτυπώνουν τις σημαντικές αδυναμίες της χώρας, η οποία καταλαμβάνει χαμηλές θέσεις σε μια σειρά από κρίσιμους τομείς.
Ιδιαίτερα αρνητική είναι η εικόνα στο ενεργειακό κόστος, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις, ενώ καλύτερες επιδόσεις καταγράφονται σε επιμέρους δείκτες που αφορούν την αύξηση της παραγωγής, το κόστος εργασίας και την ανταγωνιστικότητα τιμών και ποιότητας των προϊόντων.
Το ενεργειακό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο και της ομιλίας του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος αναφέρθηκε εκτενώς στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας. Όπως σημείωσε, μόνο τους τελευταίους μήνες το κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία μειώθηκε κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, ενώ μειώθηκαν κατά 50% οι χρεώσεις ΥΚΩ. Παράλληλα, τον προηγούμενο μήνα ανακοινώθηκε ένα ακόμη πρόγραμμα στήριξης.
Ωστόσο, τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας.
Η μελέτη της Deloitte και οι οκτώ διαστάσεις της ανταγωνιστικότητας
Η μελέτη της Deloitte, που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση, εξετάζει οκτώ διαστάσεις της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, οι οποίες αναλύονται σε 23 υποδιαστάσεις και αποτυπώνονται μέσα από 108 επιμέρους δείκτες. Στο πλαίσιο της έρευνας, η Ελλάδα αξιολογήθηκε συγκριτικά με ακόμη 23 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ εξαιρέθηκαν η Κύπρος, το Λουξεμβούργο και η Μάλτα.
Συγκεκριμένα, η χώρα κατατάσσεται στη 13η θέση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και τις δεξιότητες, στη 13η στην τεχνολογία και την καινοτομία, στη 14η στις υποδομές, τα δίκτυα και τις μεταφορές, καθώς και στη 14η στην εξωστρέφεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, βρίσκεται στην 20ή θέση στην κυκλική οικονομία και την κοινωνική ανθεκτικότητα, στην 21η στο επιχειρηματικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, στην 23η στην παραγωγικότητα και την αποδοτικότητα και στην τελευταία, 24η θέση, στο ενεργειακό περιβάλλον και την αξιοπιστία των δικτύων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Χριστίνα Αμοιραδάκη, Principal Deloitte Business Solutions S.A., οι 24 χώρες της μελέτης χωρίζονται σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τη συνολική τους επίδοση στον σύνθετο δείκτη ανταγωνιστικότητας: χώρες υψηλού, μεσαίου και χαμηλού επιπέδου ανταγωνιστικότητας.
Στην ομάδα υψηλού επιπέδου βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η Δανία, η Σουηδία και η Φινλανδία, μαζί με χώρες όπως η Γερμανία και η Ιρλανδία. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ομάδα χαμηλού επιπέδου ανταγωνιστικότητας, στην οποία βρίσκονται επίσης η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Κροατία.
Η ομαδοποίηση προσφέρει μια πρώτη συγκριτική εικόνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι χώρες της ίδιας ομάδας παρουσιάζουν αντίστοιχες επιδόσεις σε κάθε επιμέρους πεδίο.
Επιχειρηματικό και ρυθμιστικό περιβάλλον: Στην 21η θέση η Ελλάδα
Η πρώτη διάσταση αφορά το επιχειρηματικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, στο οποίο η Ελλάδα κατατάσσεται συνολικά στην 21η θέση μεταξύ των 24 χωρών, με πρώτη τη Δανία. Στο κόστος και την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η χώρα βρίσκεται στην 23η θέση, ενώ πρώτη είναι και πάλι η Δανία. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το κόστος τραπεζικού δανεισμού στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια στο 3,73%, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διαμορφώνεται στο 3,83%, παρά το γεγονός ότι η χώρα κατατάσσεται δέκατη μεταξύ 17 χωρών.
Στο ρυθμιστικό πλαίσιο και την ευκολία δραστηριοποίησης, η Ελλάδα βρίσκεται στη 14η θέση, με πρώτη την Εσθονία. Ενδεικτική των δυσκολιών είναι η απόσταση στον χρόνο απόκτησης άδειας λειτουργίας: 64 ημέρες στην Ελλάδα, έναντι 43 ημερών κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μόλις τριών ημερών στην Πολωνία. Στους θεσμούς, τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 23η θέση, με πρώτη τη Δανία. Ο χρόνος επίλυσης αστικών και εμπορικών διαφορών συγκαταλέγεται στους δείκτες στους οποίους η χώρα εμφανίζει τη χαμηλότερη επίδοση.
Αντίθετα, στη φορολογική ανταγωνιστικότητα η Ελλάδα βρίσκεται στην 11η θέση, με βαθμολογία λίγο υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρώτη στον συγκεκριμένο δείκτη είναι η Ουγγαρία.
Ανθρώπινο κεφάλαιο: Πλεονέκτημα στο κόστος εργασίας, υστέρηση στις δεξιότητες
Η δεύτερη διάσταση αφορά το ανθρώπινο κεφάλαιο και εξετάζει τέσσερις επιμέρους τομείς: τη διαθεσιμότητα ταλέντου, τις ψηφιακές δεξιότητες, τη δυναμική της αγοράς εργασίας και το κόστος εργασίας. Συνολικά, η Ελλάδα βρίσκεται στη 13η θέση μεταξύ των 24 χωρών, πολύ κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ποσοστό των υπερεξειδικευμένων εργαζομένων στη μεταποίηση φτάνει το 52%.
Ωστόσο, στις ψηφιακές δεξιότητες και τις σύγχρονες τάσεις η χώρα κατατάσσεται στην 22η θέση, με πρώτη τη Φινλανδία. Αντίστοιχα, στη δυναμική της αγοράς εργασίας και τη συμπερίληψη βρίσκεται επίσης στην 22η θέση, με πρώτη τη Σουηδία. Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στο κόστος εργασίας, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη μεταξύ των 24 χωρών, ενώ η Γερμανία βρίσκεται στην τελευταία θέση. Η συγκεκριμένη επίδοση διαφοροποιείται από την εικόνα των υπόλοιπων υποδιαστάσεων, στις οποίες η χώρα εμφανίζει χαμηλότερες επιδόσεις.
Έτσι, η συνολική θέση της Ελλάδας στο ανθρώπινο κεφάλαιο συνδυάζει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα κόστους με σημαντικές υστερήσεις στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και στις ψηφιακές δεξιότητες.
Υποδομές και μεταφορές: Ισχυρή θαλάσσια συνδεσιμότητα, αδύναμος σιδηρόδρομος
Η τρίτη διάσταση εξετάζει τις υποδομές που εξυπηρετούν τη βιομηχανία, μέσα από τρεις βασικούς άξονες: τις φυσικές υποδομές μεταφορών, τις ψηφιακές υποδομές και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών μεταφοράς. Συνολικά, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση. Στην ποιότητα και τη δυναμικότητα των φυσικών υποδομών βρίσκεται στην 20ή θέση, με πρώτη τη Γερμανία.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Η κατάταξη της χώρας στη θαλάσσια συνδεσιμότητα υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το σιδηροδρομικό δίκτυο εμφανίζει σημαντική υστέρηση. Ειδικότερα, η Ελλάδα βρίσκεται στην 24η θέση ως προς την πυκνότητα του σιδηροδρομικού δικτύου και στην 23η ως προς το μερίδιο του σιδηροδρόμου στις χερσαίες εμπορευματικές μεταφορές.
Στις ψηφιακές υποδομές και τη συνδεσιμότητα, η χώρα κατατάσσεται στην 21η θέση, με πρώτη τη Δανία. Παρά τη χαμηλή συνολική επίδοση, η κάλυψη 5G φτάνει το 99,5% των κατοικημένων περιοχών. Καλύτερη είναι η εικόνα στην αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών μεταφοράς, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση, με πρώτο το Βέλγιο. Οι υπηρεσίες logistics αξιολογούνται σχετικά θετικά, ιδιαίτερα ως προς την ικανότητα και την ποιότητά τους.
Ενεργειακό περιβάλλον: Στην τελευταία θέση μεταξύ των 24 χωρών
Η τέταρτη διάσταση αφορά το ενεργειακό περιβάλλον της βιομηχανίας και εξετάζει αφενός το κόστος και την ανταγωνιστικότητα της ενέργειας και αφετέρου την ασφάλεια του εφοδιασμού και την ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρόκειται για το πεδίο στο οποίο η Ελλάδα καταγράφει τη χειρότερη επίδοσή της, καταλαμβάνοντας την τελευταία, 24η θέση μεταξύ των χωρών της μελέτης.
Ειδικότερα, στο ενεργειακό κόστος και την ανταγωνιστικότητα η χώρα βρίσκεται επίσης στην 24η θέση, με πρώτη τη Λιθουανία. Δύο είναι οι βασικοί δείκτες που οδηγούν σε αυτή την κατάταξη.
Ο πρώτος αφορά το κόστος του βιομηχανικού ηλεκτρισμού, το οποίο διαμορφώνεται στα 0,13 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι μέσου όρου 0,10 ευρώ στις χώρες σύγκρισης. Ο δεύτερος αφορά το ποσοστό των μεταποιητικών επιχειρήσεων που θεωρούν ότι το ενεργειακό κόστος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τις επενδύσεις. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 72%, δηλαδή είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών σύγκρισης.
Στην ενεργειακή ασφάλεια και αποδοτικότητα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 23η θέση, με πρώτη τη Δανία. Σε αυτό το πεδίο καταγράφεται μια ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ των επιμέρους δεικτών. Ειδικότερα, η χώρα βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των 24 χωρών ως προς την ενεργειακή ένταση της μεταποίησης, γεγονός που αποτελεί ένδειξη συγκριτικά αποδοτικής χρήσης ενέργειας στον κλάδο.
Αντίθετα, καταλαμβάνει την 23η θέση τόσο στη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού όσο και στην εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές.
Τεχνολογία και καινοτομία: Στην 13η θέση, με αδυναμίες στην ψηφιακή ωριμότητα
Στην πέμπτη διάσταση, που αφορά την τεχνολογία και την καινοτομία, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ των 24 χωρών.
Στη δημιουργία τεχνολογίας, γνώσης και διανοητικής ιδιοκτησίας, η χώρα εμφανίζει ένα ενεργό οικοσύστημα καινοτομίας. Καταγράφονται μέτριες, αλλά όχι αμελητέες, δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης (R&D), αξιοπρεπής παρουσία στις δημοσιεύσεις για την τεχνητή νοημοσύνη και στους ερευνητές στη μεταποίηση, καθώς και ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό επιχειρήσεων που εισάγουν νέα ή σημαντικά βελτιωμένα προϊόντα.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική βιομηχανία υστερεί σημαντικά ως προς την ψηφιακή και τεχνολογική ωριμότητα της παραγωγής. Οι επενδύσεις στις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, όπως και η ψηφιακή ένταση των επιχειρήσεων, παραμένουν χαμηλές. Παράλληλα, περιορισμένο είναι το μερίδιο των κλάδων μέσης και υψηλής τεχνολογίας, ενώ η χρήση βιομηχανικών ρομπότ συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες.
Κυκλική οικονομία και κοινωνική ανθεκτικότητα: Στην 20ή θέση η Ελλάδα
Η έκτη διάσταση εξετάζει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της μεταποίησης, την κυκλική χρήση των πόρων και την κοινωνική ανθεκτικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας στην εργασία. Συνολικά, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 20ή θέση μεταξύ των 24 χωρών, ενώ την υψηλότερη βαθμολογία συγκεντρώνει και πάλι η Δανία.
Στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και το κλίμα, η χώρα βρίσκεται στην 20ή θέση, με πρώτη την Ιρλανδία. Αντίστοιχα, στην κυκλική οικονομία και την αποδοτικότητα των πόρων κατατάσσεται στη 19η θέση, με πρώτη την Ολλανδία.
Παραγωγικότητα και επενδύσεις: Η αύξηση της παραγωγής δεν συνοδεύεται από επαρκή κεφαλαιακή ενίσχυση
Η έβδομη διάσταση εξετάζει αφενός τη δομή και το μέγεθος της μεταποίησης και αφετέρου την παραγωγικότητα και την αποδοτικότητά της. Συνολικά, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 24 χωρών. Στη δομή και το μέγεθος της βιομηχανίας κατατάσσεται στην 22η θέση, με πρώτη την Πολωνία. Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ της χώρας διαμορφώνεται μόλις στο 9%, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 24 χωρών, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 14%.
Στην ελληνική μεταποίηση κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ παρατηρείται έντονη κλαδική συγκέντρωση εντός του τομέα. Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη του όγκου της μεταποιητικής παραγωγής κατατάσσει την Ελλάδα στην τρίτη θέση. Ειδικότερα, από το 2021 έως το 2025 ο όγκος παραγωγής αυξήθηκε κατά 16,2%, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αύξηση αυτή είναι σαφώς θετική, ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι το σημερινό μερίδιο της μεταποίησης στην ελληνική οικονομία παραμένει συγκριτικά μικρό. Η παραγωγικότητα της εργασίας και το επίπεδο χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού βρίσκονται σε σχετικά καλύτερα επίπεδα σε σχέση με τη συνολική θέση της χώρας. Ιδιαίτερη σημασία, ωστόσο, έχει η εικόνα των επενδύσεων.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου στη μεταποίηση είναι πολύ χαμηλός, γεγονός που υποδηλώνει χρόνια υποεπένδυση σε σύγχρονο εξοπλισμό, τεχνολογία και υποδομές, αυξάνοντας παράλληλα τον κίνδυνο περαιτέρω απόκλισης στο μέλλον.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν, επομένως, μια βιομηχανία που αυξάνει την παραγωγή της, αλλά εξακολουθεί να παρουσιάζει χαμηλή επενδυτική ένταση και σημαντική απόσταση στον τομέα της παραγωγικότητας.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
