ΣΒΕ: Φρένο στις επενδύσεις επιχειρήσεων από το ενεργειακό κόστος

Με το μεγαλύτερο κόστος ενέργειας στην ΕΕ επιβαρύνεται η ελληνική μεταποίηση, σύμφωνα με μελέτη του Συνδέσμου και της Deloitte

Βιομηχανία ©Magnific

Στην τελευταία θέση μεταξύ 24 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατατάσσεται η Ελλάδα ως προς την ανταγωνιστικότητα του ενεργειακού κόστους για τη μεταποίηση, σύμφωνα με νέα μελέτη του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Deloitte και πρόκειται να παρουσιαστεί σήμερα, Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, στην Αθήνα. Η αρνητική αυτή επίδοση αποτυπώνει τις πιέσεις που δέχονται οι εγχώριες βιομηχανίες από το κόστος ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, αλλά και τον αντίκτυπο που έχει η συγκεκριμένη επιβάρυνση στην υλοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.`

Στόχος της πρωτοβουλίας του ΣΒΕ είναι η δημιουργία ενός δείκτη διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της εγχώριας βιομηχανίας, ο οποίος θα αξιολογεί τις επιδόσεις της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών με βάση οκτώ διαφορετικές παραμέτρους. Μία από αυτές αφορά την ενέργεια και ειδικότερα το «ενεργειακό περιβάλλον και αξιοπιστία δικτύων». Στο πλαίσιό της, δεν εξετάζεται μόνο το ενεργειακό κόστος, αλλά συνεκτιμώνται επίσης παράγοντες όπως η ασφάλεια, ο βαθμός εξάρτησης από εισαγωγές, η ενεργειακή αποδοτικότητα και η αξιοπιστία των υποδομών.

Μία πρώτη εικόνα των ενεργειακών ευρημάτων της μελέτης έδωσε χθες η Γενική Διευθύντρια του ΣΒΕ, Βίκυ Λοΐζου, μιλώντας στο συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη 2026» του ΙΕΝΕ, όπου αποκάλυψε ότι η Ελλάδα είναι ουραγός ως προς το ενεργειακό κόστος. Ακόμη χειρότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Λοΐζου, η εικόνα είναι εξίσου αρνητική και στη συνολική αξιολόγηση των ενεργειακών συνθηκών για την ελληνική μεταποίηση.

Κι αυτό γιατί και στη γενικότερη παράμετρο «ενεργειακό περιβάλλον και αξιοπιστία δικτύων», η χώρα κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των 24 κρατών-μελών της ΕΕ που εξετάζει η μελέτη. Επομένως, το ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής βιομηχανίας δεν περιορίζεται στις υψηλές ενεργειακές επιβαρύνσεις, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες κρίσιμες παραμέτρους του ενεργειακού εφοδιασμού.

Η διπλή υστέρηση της Ελλάδας

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της μελέτης, η παράμετρος «ενεργειακό περιβάλλον και αξιοπιστία δικτύων» περιλαμβάνει δύο βασικές συνιστώσες. Η πρώτη αφορά το ενεργειακό κόστος, με την αξιολόγηση να λαμβάνει υπόψη τις επιβαρύνσεις από την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, καθώς και τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις θεωρούν την ενέργεια ανασταλτικό παράγοντα για την πραγματοποίηση επενδύσεων. Και ως προς το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, η Ελλάδα κατατάσσεται 24η μεταξύ 24 χωρών.

Η δεύτερη συνιστώσα αφορά την «ενεργειακή ασφάλεια και αποδοτικότητα», όπου εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας και η αξιοπιστία των ηλεκτρικών υποδομών. Και σε αυτό το πεδίο η ελληνική επίδοση φαίνεται πως είναι αρκετά χαμηλή, αφού σε αντίθετη περίπτωση η χώρα μας δεν θα καταλάμβανε την τελευταία θέση και στη συνολική ενεργειακή διάσταση του δείκτη ανταγωνιστικότητας.

Από την αξιολόγηση έχουν εξαιρεθεί η Μάλτα, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο, καθώς η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ τους είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, κοντά ή κάτω από το 5%. Αυτός είναι ο λόγος που το δείγμα περιλαμβάνει 24 χώρες της ΕΕ, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 24η, και όχι το σύνολο των 27 κρατών-μελών.

Εμπόδιο για επενδύσεις το ενεργειακό κόστος

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το εύρημα που αφορά την επίδραση της ενέργειας στις επενδυτικές αποφάσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), τα οποία αξιοποιούνται στη μελέτη, το 72% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί το ενεργειακό κόστος εμπόδιο για την πραγματοποίηση επενδύσεων, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται περίπου στο 37%.

Πρόκειται δηλαδή για απόκλιση 35 ποσοστιαίων μονάδων, με το ελληνικό ποσοστό να είναι σχεδόν διπλάσιο του ευρωπαϊκού. Όπως επισήμανε η κ. Λοΐζου, «η ενέργεια επηρεάζει συνολικά τη δυνατότητα επένδυσης», υπογραμμίζοντας ότι, παρά τις θετικές επιδόσεις της Ελλάδας σε άλλες από τις 8 παραμέτρους του δείκτη, η συνολική εικόνα παραμένει δυσμενής.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία με δεδομένη την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης της χώρας. Το ενεργειακό κόστος δεν επηρεάζει μόνο την ανταγωνιστικότητα των υφιστάμενων βιομηχανικών μονάδων, αλλά αποτελεί και βαρόμετρο για την προσέλκυση νέων επενδύσεων ή την επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας των ήδη εγκατεστημένων επιχειρήσεων.

Η ανάγκη μακροπρόθεσμης στρατηγικής

Η Γενική Διευθύντρια του ΣΒΕ έκανε επίσης ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστική μείωση του κόστους για την οικονομία. «Οποιαδήποτε μετάβαση σε εξηλεκτρισμό θα πρέπει να συνδυάζεται με μια μείωση κόστους για την οικονομία», τόνισε χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενη στα κυβερνητικά μέτρα στήριξης της βιομηχανίας, σημείωσε ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς εξάλλου ανταποκρίνονται σε αιτήματα του ΣΒΕ. Ωστόσο, επισήμανε ότι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του ενεργειακού κόστους σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς να εξασφαλίζουν την προβλεψιμότητα που χρειάζονται οι επιχειρήσεις για τον επενδυτικό τους σχεδιασμό.

Όπως τόνισε, απαιτείται «μια συνολική στρατηγική, όχι αποσπασματικά μέτρα», ώστε η ενεργειακή πολιτική να ενταχθεί στον ευρύτερο σχεδιασμό για το παραγωγικό μέλλον της Ελλάδας και της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη διαρθρωτικών παρεμβάσεων, αντί της προσφυγής αποκλειστικά σε έκτακτες ενισχύσεις κατά τις περιόδους ενεργειακών κρίσεων.

Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στα ηλεκτρικά δίκτυα, επισημαίνοντας ότι η πραγματική ενεργειακή επιβάρυνση μιας βιομηχανίας δεν εξαντλείται στην τιμή της κιλοβατώρας. Περιλαμβάνει επίσης το κόστος από βλάβες στον εξοπλισμό, που μπορεί να προκαλέσουν οι διακοπές παραγωγής ή οι βυθίσεις τάσης. Παράλληλα, οι περιορισμοί των δικτύων δημιουργούν εμπόδια ακόμη και σε επενδύσεις αυτοπαραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ενεργειακές δαπάνες των επιχειρήσεων.

Η αβεβαιότητα για το 2027

Το ζήτημα της προβλεψιμότητας ανέδειξε στο ίδιο πάνελ και ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, με αφορμή την πρόσθετη ενίσχυση ύψους 95 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση, για την ελάφρυνση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας των εγχώριων βιομηχανιών.

Ο κ. Κοντολέων επισήμανε ότι η ενίσχυση παρέχει έναν ορισμένο βαθμό ορατότητας για το 2026, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αντίστοιχη εικόνα για το 2027. Μάλιστα, όπως ανέφερε, όταν τέθηκε το σχετικό ερώτημα στο ΥΠΕΝ, η απάντηση ήταν ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να προσδιοριστούν οι παρεμβάσεις της επόμενης χρονιάς.

«Βαδίζουμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», σχολίασε χαρακτηριστικά, θέτοντας το ερώτημα πώς μπορεί μία βιομηχανία να προγραμματίσει την παραγωγή της και να συνάψει συμβόλαια, χωρίς να γνωρίζει που θα κινηθεί το ενεργειακό της κόστος το επόμενο έτος.