Σπάνιες γαίες: Η Δύση πρέπει να αρχίσει να σκάβει για να κερδίσει την Κίνα

Οι εγκαταστάσεις διύλισης και επεξεργασίας για σπάνιες γαίες είναι πολύτιμες μόνο εάν διαθέτουν σταθερό, μακροπρόθεσμο εφοδιασμό πρώτων υλών

Σπάνιες γαίες, εξόρυξη © Unsplash

Σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν την κυριαρχία που χτίζει εδώ και δεκαετίες η Κίνα στις σπάνιες γαίες, Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες φαίνεται ότι παίρνουν πλέον σοβαρά την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, επιχειρώντας να αμβλύνουν την εξάρτησή τους από το Πεκίνο. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές που εισήγαγε περιοδικά η Κίνα από το 2023 ανέδειξαν πόσο επικίνδυνο είναι για τις υπόλοιπες χώρες να εξαρτώνται από έναν στρατηγικό αντίπαλο για υλικά που αποτελούν βασικά συστατικά των ημιαγωγών, των ηλεκτρικών οχημάτων και των αμυντικών τεχνολογιών.

Σε μια προσπάθεια λοιπόν, να περιορίσουν τις επιπτώσεις και να ελαχιστοποιήσουν την έκθεσή τους στην Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους έχουν κινητοποιήσει τεράστια κεφάλαια, κυρίως σε ορυχεία που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, καθώς και στη διύλιση. Η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτουν επαρκείς εγκαταστάσεις για την επεξεργασία ακατέργαστου μεταλλεύματος και ότι η κατασκευή περισσότερων εγκαταστάσεων διύλισης θα βοηθήσει στη μείωση της εξάρτησής τους από την Κίνα και στην ανακούφιση των άμεσων ανησυχιών για την εφοδιαστική αλυσίδα.

Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση που υπογράφουν οι καθηγητές Tom Moerenhout και Kevin Brunelli από το Πανεπιστήμιο Columbia και δημοσιεύεται στο Foreign Affairs, αυτή είναι μια προσωρινή λύση, καθώς οι εγκαταστάσεις διύλισης είναι πολύτιμες μόνο εάν διαθέτουν σταθερό, μακροπρόθεσμο εφοδιασμό πρώτων υλών.

Για να αναπτυχθεί ένα νέο ορυχείο (από την ανακάλυψη έως την εμπορική παραγωγή) απαιτούνται περίπου 20 χρόνια, ως εκ τούτου οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν ποιος θα ελέγχει την τεχνολογία του 2040.

Το παράδειγμα της Ιαπωνίας στις σπάνιες γαίες

Το Πεκίνο παραμένει προσηλωμένο στη διατήρηση της κυριαρχίας του στην εφοδιαστική αλυσίδα για τις σπάνιες γαίες και πρόθυμο να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια σε τέτοια εγχειρήματα. Το ίδιο κάνει και η Ιαπωνία, από τότε που η Κίνα μπλόκαρε τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών προς τη χώρα εξαιτίας της διαμάχης για τα νησιά Σενκάκου (γνωστά στην Κίνα ως νησιά Ντιαογιού) το 2010, που ώθησε το Τόκιο να ξεκινήσει τη μακρά διαδικασία απεξάρτησης των δικών του εφοδιαστικών αλυσίδων. Μετά από 15 χρόνια επενδύσεων, η Ιαπωνία μείωσε την εξάρτησή της από την Κίνα για σπάνιες γαίες από περίπου 90% σε 65-70%, ποσοστό, ωστόσο, που δεν επαρκεί για την κάλυψη των δικών της αναγκών, πόσο μάλλον εκείνων των συμμάχων της.

Η «Κοιλάδα του Θανάτου»

Το παράδοξο στον αγώνα δρόμου για τα κρίσιμα ορυκτά είναι ότι η Δύση στην πραγματικότητα υπερέχει στον εντοπισμό κοιτασμάτων.

Οι εταιρείες της Αυστραλίας και του Καναδά από μόνες τους αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων δαπανών εξερεύνησης στις σπάνιες γαίες. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των γεωλογικών προοπτικών δεν εξελίσσεται ποτέ σε ενεργά ορυχεία. Αυτό, εν πολλοίς, οφείλεται στο ότι τα αρχικά στάδια της ανάπτυξης της εξόρυξης βασίζονται κυρίως σε ένα μοναδικό οικοσύστημα μεταλλευτικών εταιρειών που ονομάζονται «juniors» (μικρές/νεοσύστατες εταιρείες): έχουν μικρή κεφαλαιοποίηση, επικεντρώνονται αποκλειστικά σε ένα ή λίγα έργα και δεν είναι αρκετά μεγάλες ώστε να εισαχθούν σε μεγάλα χρηματιστήρια. Η γεωλογική αβεβαιότητα καθιστά το ποντάρισμα σε τέτοιες εταιρείες εξαιρετικά ριψοκίνδυνο, αλλά εάν ένα κοίτασμα ορυκτών αποδειχθεί ότι έχει σημαντικά αποθέματα, η junior εταιρεία μπορεί να πουλήσει το έργο ή να φέρει έναν νέο εταίρο.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr