Ένα ιδιαίτερο στοίχημα καλούνται να επιτύχουν ο Νίκος Καραμούζης, επικεφαλής του fund SMERemediumCap, και ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, επικεφαλής της εταιρείας Inspiring Earth, ως συμμέτοχοι του ομίλου παραγωγής, τυποποίησης και εμπορίας ελαιολάδου, «The Olive Legend». Κι αυτό γιατί ο όμιλος διατηρεί υπό την ομπρέλα του τρεις επιχειρήσεις: Λατζιμάς, Έλαια Σητείας και Olympian Green.
Η εταιρεία Λατζιμάς είναι και η πιο ισχυρή του ομίλου, με τζίρο που ουσιαστικά αποτελεί και το μόνο υπολογίσιμο μέγεθος έως αυτήν τη στιγμή από τις τρεις εταιρείες του ομίλου. Ειδικότερα, ο Λατζιμάς το 2024 στις τελευταίες δημοσιευμένες καταστάσεις του είχε τζίρο 18,11 εκατομμύρια ευρώ, από 20,93 εκατομμύρια ευρώ και ζημίες 3,73 εκατομμύρια ευρώ, από ζημίες 362,34 χιλιάδες ευρώ.
Ο τζίρος για τη La Sitia το 2024 ήταν 442,7 χιλιάδες ευρώ, με ζημίες 290,4 χιλιάδες ευρώ. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη χρήση που προηγήθηκε, η χρονολόγηση ήταν διαφορετική καθότι τα οικονομικά αποτελέσματα υπολογίζονταν από 1/7/2023 έως 30/6/2024, ενώ αμέσως μετά άλλαξαν με υπολογισμό στις 31/12/2024. Επομένως τα αποτελέσματα τζίρου των 442,7 χιλιάδων ευρώ αφορούν σε περίοδο εξαμήνου και όχι δωδεκαμήνου. Πάντως, στην ολοκληρωμένη χρήση από 1/7/2023 έως και 30/6/2024 που είχε προηγηθεί, ο τζίρος ήταν 1,99 εκατομμύρια ευρώ με ζημίες 566,5 χιλιάδες ευρώ.
Σε ό,τι αφορά την Olympian Green, ο τζίρος της το 2024 ήταν 112,14 χιλιάδες ευρώ με ζημίες 34,5 χιλιάδων ευρώ από 599,83 χιλιάδες ευρώ και ζημίες 15,03 χιλιάδες ευρώ.
Το σχέδιο εξυγίανσης
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο κύριος Καραμούζης, το νέο σχήμα που απορρόφησε τις τρεις παραπάνω εταιρείες, κατάφερε σταδιακά να αλλάξει την εικόνα μέσω του σχεδίου εξυγίανσης που υλοποιείται, έχοντας σύμμαχο σε αυτό το βήμα την Τράπεζα Πειραιώς, με την οποία πραγματοποιήθηκε συμφωνία αναδιάρθρωσης δανεισμού μετά το ολοκληρωμένo business plan που κατατέθηκε από πλευράς των δύο επιχειρηματιών.
Σε ερώτημα προς τον Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο ως προς τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025, ο ίδιος ανέφερε ότι ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών πέρυσι ήταν στα επίπεδα των 18 εκατομμυρίων ευρώ, με την εταιρεία να πετυχαίνει θετικό EBITDA 1 εκατομμυρίου ευρώ και να υποστηρίζει ότι και τα κέρδη προ φόρων ήταν θετικά, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το ακριβές ύψος τους.
Η ευκαιρία της παγκόσμιας αγοράς για τον όμιλο, ο ρόλος της Ελλάδας και η χαμηλότερη διαπραγματευτική ισχύς
Ο Χάρης Κόρδας, Chief Commercial Officer του Olive Legend Group, σκιαγράφησε την εικόνα της παγκόσμιας αγοράς ελαιολάδου και παρουσίασε τη στρατηγική ανάπτυξης του ομίλου, σε τοποθέτησή του με έμφαση στις διεθνείς τάσεις, τις πιέσεις στον ανταγωνισμό και τις ευκαιρίες για το ελληνικό προϊόν.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η Ισπανία παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του κλάδου, ελέγχοντας περίπου το 40% της παγκόσμιας αγοράς. Η Ιταλία, παρά την ισχυρή φήμη της, δεν στηρίζει τη θέση της αποκλειστικά στην εγχώρια παραγωγή, αλλά σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα να αγοράζει ελαιόλαδο από άλλες χώρες, να το τυποποιεί και να το διαθέτει ως ισχυρό επώνυμο προϊόν. Αντίθετα, η Ελλάδα διαθέτει διεθνώς αναγνωρισμένη ποιότητα, αλλά υστερεί σε οργανωμένες δομές εμπορίας και διείσδυσης στις αγορές, κάτι που μεταφράζεται σε χαμηλότερη διαπραγματευτική ισχύ.
Ανερχόμενοι παίκτες το Μαρόκο, η Τουρκία και η Τυνησία
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι εκτός της «παραδοσιακής» μεσογειακής ζώνης εμφανίζονται νέοι ανταγωνιστές. Χώρες όπως το Μαρόκο, η Τουρκία και η Τυνησία ενισχύουν σταθερά την παραγωγή τους, συχνά με κρατική στήριξη, γεγονός που επιτρέπει πιο επιθετικές τιμολογήσεις και δημιουργεί πρόσθετη πίεση στις καθιερωμένες ελαιοπαραγωγές χώρες. Η Τυνησία, ειδικότερα, φαίνεται να ενισχύει την παρουσία της κυρίως σε αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο σκέλος της κατανάλωσης, ο κ. Κόρδας έδωσε έμφαση στη διάδοση της μεσογειακής διατροφής, που λειτουργεί ως βασικός μοχλός αύξησης της ζήτησης διεθνώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ως μία από τις μεγαλύτερες αγορές ελαιολάδου, ενώ σημαντική κατανάλωση καταγράφεται επίσης στη Γαλλία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία, στον Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις ανερχόμενες αγορές ξεχωρίζει η Ιαπωνία, όπου το ενδιαφέρον για την υγιεινή διατροφή δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη.
Έως και 300% αύξηση τιμών τη διετία 2022-2023, με εξομάλυνση στη συνέχεια
Ωστόσο, η άνοδος της κατανάλωσης συνοδεύεται και από εντεινόμενο ανταγωνισμό. Όπως περιγράφηκε, το ελαιόλαδο ως αγροτικό προϊόν επηρεάζεται άμεσα από διακυμάνσεις στην παραγωγή, οι οποίες μεταφέρονται στις τιμές και τελικά στην κατανάλωση. Η περίοδος 2022-2023, με σημαντική μείωση της παραγωγικής δυναμικότητας σε πολλές μεσογειακές χώρες, οδήγησε σε απότομη αύξηση τιμών που, όπως εκτιμήθηκε, έφτασε έως και στο επίπεδο του 300%.
Το αποτέλεσμα ήταν να στραφεί ένα μέρος των καταναλωτών σε εναλλακτικά λιπαρά ή να περιορίσει τη χρήση, προκαλώντας πτώση της κατανάλωσης που υπολογίστηκε γύρω στο 22%. Με τη σταδιακή αποκατάσταση των αποδόσεων, η αγορά δείχνει να επιστρέφει σε πιο «κανονικούς» ρυθμούς, εξέλιξη που διευκολύνει τον έλεγχο τιμών και την ανταγωνιστικότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις αλλαγές στα κανάλια διάθεσης. Στην Ευρώπη, η ιδιωτική ετικέτα κερδίζει έδαφος, πιέζοντας τα επώνυμα προϊόντα, ενώ εκτός Ευρώπης -ιδίως στις ΗΠΑ και σε χώρες όπως η Βραζιλία- η αξία του brand παραμένει καθοριστική. Στο ίδιο πλαίσιο, καταγράφεται τάση συγκέντρωσης στον κλάδο, με μεγάλους παίκτες να ενισχύονται μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, σε μια προσπάθεια να αποκτήσουν μέγεθος και αντοχές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η «ευκαιρία» για την Ελλάδα τοποθετήθηκε στην ποιότητα και την ταυτότητα. Κεντρικό πλεονέκτημα θεωρείται η κορωνέικη ποικιλία, η οποία αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος της ελληνικής παραγωγής (περίπου 70%), καθώς και η δυνατότητα αξιοποίησης προϊόντων ΠΟΠ και βιολογικών κατηγοριών, που επιτρέπουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία και καλύτερες τιμές. Επιπλέον, η ανάπτυξη εξειδικευμένων δικτύων διανομής, η δημιουργία θυγατρικών στο εξωτερικό και η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου, με πλατφόρμες όπως το Amazon, παρουσιάζονται ως διαθέσιμα εργαλεία για διεθνή διείσδυση.
Στο δεύτερο μέρος της παρουσίασης, ο κ. Κόρδας περιέγραψε το αποτύπωμα του Olive Legend Group. Όπως σημειώθηκε, έχει πραγματοποιηθεί επένδυση άνω των 10 εκατ. ευρώ, ενώ ο όμιλος περιλαμβάνει τρεις εταιρείες όπως προαναφέρθηκε: τον Λατζιμά, τη La Sitia και την Olympian Green. Σε επίπεδο υποδομών, ο όμιλος διαθέτει παραγωγική δυνατότητα 20.000 τόνων στις δύο μονάδες του, καθώς και αποθηκευτική ικανότητα περίπου 5.000 τόνων σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις. Επιπλέον, υπάρχει πρόσβαση σε περίπου 35.000 ελαιόδεντρα στον Βόρειο Μυλοπόταμο, στοιχείο που συνδέεται και με την παραγωγή ΠΟΠ.
Το χαρτοφυλάκιο προϊόντων της Olive Legend Group εστιάζει στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, με παρουσία τόσο σε βιολογικές όσο και σε ΠΟΠ σειρές, από περιοχές κυρίως της Κρήτης αλλά και της Πελοποννήσου. Παράλληλα, έγινε λόγος για διεθνείς πιστοποιήσεις ασφάλειας και ποιότητας, όπως το IFS, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για συνεργασίες με μεγάλες αλυσίδες και εξαγωγικές αγορές.
Τα μερίδια και οι ισορροπίες
Ως προς τα brands, ο Λατζιμάς παρουσιάστηκε ως ισχυρός παίκτης της ελληνικής λιανικής, με εκτεταμένη διανομή σε μεγάλες αλυσίδες και μερίδιο αγοράς κοντά στο 17% (16,78) σε όγκο πωλήσεων, καταγράφοντας άνοδο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρώτος παίκτης είναι στο επώνυμο ελαιόλαδο η «Μολών Λαβέ» με 29,24% και ισχυρή παρουσία στον Σκλαβενίτη, απ’ όπου πωλείται το 35% του ελαιολάδου σε ό,τι αφορά το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα.
Η Σητεία τοποθετείται στην premium κατηγορία, ως ΠΟΠ προϊόν με διαφορετικό κοινό και πιο υψηλή τιμολογιακή θέση, ενώ η Olympian Green έχει σχεδιαστεί κυρίως για τις διεθνείς αγορές, με πιο «σύγχρονη» εικόνα και διευρυμένη γκάμα, που περιλαμβάνει βιολογικές επιλογές, ΠΟΠ εκδοχές και αρωματισμένα ελαιόλαδα, ιδιαίτερα δημοφιλή σε αγορές όπως οι ΗΠΑ.
Στρατηγικός στόχος οι ΗΠΑ και η Βραζιλία
Στρατηγικό εργαλείο για τη διεθνή επέκταση αποτελούν, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, οι θυγατρικές του ομίλου σε Ηνωμένες Πολιτείες και Βραζιλία. Η τοπική παρουσία δίνει δυνατότητα καλύτερης προσαρμογής στις ανάγκες της αγοράς, ενισχύει την εμπορική «εντοπιότητα» και διευκολύνει τη διαχείριση αποθεμάτων και διανομής.
Τέλος, επισημάνθηκε ότι ο κλάδος στην Ελλάδα αντιμετωπίζει χρόνιες αδυναμίες, όπως ο κατακερματισμός της παραγωγής, οι μικρές ιδιοκτησίες και τα κενά σε επαγγελματισμό και τεχνογνωσία, που δυσκολεύουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του εξωτερικού.
Στο πλαίσιο αυτό, έγινε αναφορά σε πρωτοβουλίες εκπαίδευσης ομάδων παραγωγών και στη συνεργασία με την Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης για τη δημιουργία πρωτοκόλλου βιοκαλλιέργειας, με στόχο την παρακολούθηση της παραγωγής από το χωράφι έως τη συσκευασία.
Στο κλείσιμο των τοποθετήσεων, από την πλευρά της διοίκησης του ομίλου τονίστηκε η σημασία της εξαγωγικής κατεύθυνσης, της ενίσχυσης των επώνυμων προϊόντων έναντι του χύμα και της δημιουργίας μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων, στα πρότυπα της ισπανικής αγοράς, ώστε να είναι εφικτές οι επενδύσεις, η καινοτομία και η συγκρότηση σταθερών εξαγωγικών υποδομών.