Στ. Ρεμούνδος: Τι λέει για την πολύκροτη δικαστική υπόθεση της Elbisco

Ο Σταμάτης Ρεμούνδος μιλά αποκλειστικά στο powergame.gr για την υπόθεση Elbisco και τη μακροχρόνια δικαστική διαμάχη

Ο επιχειρηματίας Σταμάτης Ρεμούνδος και το εργοστάσιο της Elbisco στο Πικέρμι © ELBISCO/ΔΤ/Powergame.gr

Στην τελική ευθεία βρίσκεται πλέον η πολύκροτη δικαστική αντιπαράθεση δεκαετιών, μεταξύ της οικογένειας Ρεμούνδου, άλλοτε μετόχου της αρτοβιομηχανίας Elite και της οικογένειας του επιχειρηματία Κύρου (Κυριάκου) Φιλίππου και της εταιρείας Elbisco, που ανήκει στην οικογένεια Φιλίππου. Το powergame.gr είχε την ευκαιρία να μιλήσει αποκλειστικά με τον Σταμάτη Ρεμούνδο, επιχειρηματία και γιο του ιδρυτή της Elite, Ιωάννη Ρεμούνδου, με αφορμή την πρόσφατη πρόταση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία -μετά από μία πολύκροτη δικαστική αντιπαράθεση δεκαετιών- εισηγείται την απόρριψη ενός από τους λόγους αναίρεσης που έχει καταθέσει η Elbisco σχετικά με την αποζημίωση ύψους 36,7 εκατ. ευρώ, που διεκδικεί η οικογένεια Ρεμούνδου από τους μετόχους της Elbisco για τη δαιδαλώδη δικαστική υπόθεση της αρτοβιομηχανίας Elite.

Για λόγους ολοκληρωμένης ενημέρωσης, το powergame.gr επικοινώνησε και με την Elbisco, συνεργάτες της οποίας ανέφεραν ότι επί του παρόντος η εταιρεία δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί και ότι αναμένει την τελική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Σήμερα, η Elite παράγει και διαθέτει στην αγορά μάρκες προϊόντων όπως οι Κρις Κρις, Elite, Αλλατίνη, Βοσινάκη και Forma.

To χρονικό της υπόθεσης Elbisco

Ο κ. Ρεμούνδος αφηγείται όλο το ιστορικό της υπόθεσης. «Ο πατέρας μου, Ιωάννης Ρεμούνδος, ήταν συνιδρυτής της γνωστής αρτοβιομηχανίας Elite από κοινού με δύο θείους του. Πέθανε σε αυτοκινητικό δυστύχημα κατά την επιστράτευση του 1974. Έκτοτε, ξεκίνησε μία συστηματική προσπάθεια των θείων μου να αποκτήσουν το ποσοστό που διατηρούσε η οικογένειά μας στην Elite. Όταν σκοτώθηκε ο πατέρας μου, ήμουν τριών ετών, ενώ ο μικρότερός μου αδελφός -είμαστε τρία αδέλφια- ήταν μόλις τριών μηνών. Σήμερα είμαι 54 ετών» ανέφερε.

Και πρόσθεσε: «Οι θείοι μου πούλησαν τα μερίδιά τους στον Κύρο Φιλίππου το 1988, σε μία εποχή που η Elite είχε κέρδη 550 εκατ. δραχμές ετησίως. Αφού εξαγόρασε τα ποσοστά των θείων μου, ο Κ. Φιλίππου έκανε πρόταση στη μητέρα μου να αποκτήσει και το δικό της 1/3 στην εταιρεία. Η μητέρα μου απάντησε τότε ότι: “τις τελικές αποφάσεις θα τις λάβουν τα παιδιά μου, όταν ενηλικιωθούν”». Είπε ακόμη πως «η εταιρεία τότε έδινε μέρισμα -μόνο σε εμάς που είχαμε περίπου το 33%- περίπου 1 εκατ. ευρώ σε σημερινή αξία και συνολικά περίπου 3 εκατ. ευρώ».

Πώς μηδενίστηκε η συμμετοχή της οικογένειας Ρεμούνδου στην Elbisco

Εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο μηδενισμός της συμμετοχής της οικογένειας Ρεμούνδου στην εταιρεία, ο επιχειρηματίας αναφέρει ότι ήταν κάτι που συνέβη με πολλούς και σύνθετους τρόπους. «Η πιο συνηθισμένη πρακτική ήταν η μείωση της συμμετοχής μας μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Κάτι που μπλοκάραμε δικαστικά, γιατί η εταιρεία ήταν εξαιρετικά εύρωστη, καθώς τα ίδια κεφάλαια ήταν 2 δισ. δραχμές την εποχή εκείνη. Το δικαστήριο απεφάνθη ότι η οικογένεια Φιλίππου δεν είχε το δικαίωμα αύξησης κεφαλαίου σε μία εύρωστη επιχείρηση. Ακολούθησαν και άλλες πρακτικές, καθώς η οικογένεια Φιλίππου από την Ελληνική Εταιρεία Μπισκότων, που διατηρούσε, πουλούσε σε θυγατρική εταιρεία (APCO) τα προϊόντα της, μεταφέροντας τα κέρδη προς αυτήν. Σας θυμίζω ότι η Ελληνική Εταιρεία Μπισκότων μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Αλλατίνη και κατόπιν σε Elbisco. Διευκρινίζω ότι η οικογένεια Φιλίππου εξαγόρασε μία προβληματική επιχείρηση με την ονομασία APCO (American Plastic Company), ιδιοκτήτρια της ΕΒΓΑ, που μετεξελίχθηκε στην εταιρεία Μόρνος Εταιρεία Πλαστικών. Πρόκειται στο σύνολό τους για εταιρείες που ανήκουν στον όμιλο, που δημιούργησε ο Κυριάκος Φιλίππου και διατηρεί έως και σήμερα, ενώ η οικογένειά του διατηρεί και ποσοστό συμμετοχής στη γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ».

Σύμφωνα με τον κύριο Ρεμούνδο, το γαϊτανάκι συνεχίστηκε, καθώς «η εμπορική εταιρεία APCO λάμβανε τα κέρδη και ταυτόχρονα πραγματοποιούσε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στη θυγατρική εταιρεία της Elite, που είχε δημιουργηθεί με απόσχιση κλάδου από την οικογένεια Φιλίππου, προκειμένου να αποξενωθεί το μετοχικό σχήμα από εμάς και να περιέλθει στην εν λόγω θυγατρική. Έτσι, στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που ακολούθησαν στην Elite, εμείς ως οικογένεια Ρεμούνδου δεν είχαμε καμία δυνατότητα ελέγχου. Οι αυξήσεις κεφαλαίου γίνονταν σταδιακά κάθε τριετία, με αποτέλεσμα το ποσοστό της μητρικής στη θυγατρική να μειώνεται διαρκώς. Έτσι, το ποσοστό της μητρικής στη θυγατρική από 100% μειώθηκε σταδιακά, φτάνοντας το 29%. Όταν η μητρική Elite πούλησε το 29% στην Elbisco, το αντιληφθήκαμε δεδομένου ότι η Elbisco ήταν τότε εισηγμένη στο Χρηματιστήριο και εκδόθηκε χρηματιστηριακή ανακοίνωση. Αυτό που αναρωτηθήκαμε ήταν, πώς γίνεται να κοινοποιείται στο Χρηματιστήριο η αγορά των μετοχών της Elite σε συγκεκριμένο τίμημα και σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Από την πλευρά μας υποστηρίξαμε ότι όλα ήταν προκαθορισμένα. Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αγοραπωλησία ήταν άκυρη, ενώ το ποσοστό μας είχε γίνει πλέον 0,15% το 2004. Το 2006 καταθέσαμε αγωγή κατά της Elbisco. Αυτό που ισχυριστήκαμε ως οικογένεια είναι ότι το ποσοστό μας από 33% που ήταν σε μία υγιή και κερδοφόρα εταιρεία όπως η Elite, απομειώθηκε, με αποτέλεσμα να φτάσει το 0,15%, καθότι είχε μεταβιβαστεί στο σύνολό της στην Elbisco. Η απομείωση της αξίας των μετοχών μας, συν τα διαφυγόντα κέρδη, αντιστοιχούν σήμερα στα 36,7 εκατ. ευρώ που ζητάμε ως αποζημίωση».

Η δαιδαλώδης δικαστική απόφαση

«Από εκεί και ύστερα αρχίζει ένας δαιδαλώδης δικαστικός αγώνας. Το Πρωτοδικείο αποφάσισε ότι όλες οι παραπάνω πράξεις δεν συνδέονταν με τη ζημιά που είχαμε υποστεί, κρίνοντας ότι η αγωγή που είχαμε καταθέσει ήταν αόριστη. Ακολούθως, προσφύγαμε στο Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και διέταξε να γίνει δικαστική πραγματογνωμοσύνη για να υπολογιστεί το ύψος της ζημιάς. Με τη σειρά του, ο διορισμένος οικονομικός πραγματογνώμονας εξέδωσε πόρισμα ότι δεν υπήρχε επιστημονικός τρόπος για τον υπολογισμό της ζημιάς. Κατόπιν αυτού το Εφετείο διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, αυτήν τη φορά με τη συμμετοχή τριών πραγματογνωμόνων. Εν τέλει, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ζημιά που έχουμε υποστεί, είναι μεγαλύτερη από τα 36,7 εκατ. που ζητάμε, δηλαδή 38 εκατ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, με νεότερη απόφασή του, το Εφετείο ανέφερε ότι η υπόθεση έχει παραγραφεί» συνεχίζει.

Σύμφωνα με τα όσα περιγράφει ο Σταμάτης Ρεμούνδος, ακολούθησε νέα προσφυγή από τη μεριά της οικογένειάς του στον Άρειο Πάγο, ο οποίος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου περί παραγραφής ήταν άκυρη. «Με νέα απόφαση του Εφετείου που ήρθε αργότερα, το δικαστήριο έκρινε ότι εν τέλει η υπόθεση δεν είχε παραγραφεί, θεωρώντας τη ζημία εξακολουθητική, και ολοκληρώθηκε το 2004, όταν οι μετοχές μας έφτασαν το 0,15%, κάνοντας λόγο για ένα πολυσύνθετο σχέδιο που είχε δημιουργηθεί από την άλλη πλευρά με στόχο τον μηδενισμό της αξίας των μετοχών μας» τονίζει ακόμη.

Εν τέλει, η Elbisco και η οικογένεια Φιλίππου ζήτησαν με προσφυγή στον Άρειο Πάγο την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Εφετείου και την αναίρεσή της. «Ωστόσο το ανώτατο δικαστήριο από τους λόγους αναίρεσης στάθηκε στον πέμπτο πρόσθετο λόγο, όπου υπήρξε υπέρ μας πλειοψηφία τριών δικαστών που μας δικαιώνουν, ενώ δύο από τους δικαστές ήταν εναντίον μας. Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από πλευράς της Elbisco, στηριζόταν σε ένα δικαστικό βούλευμα του 1994 και αναφερόταν στο αν έλαβε υπ’ όψιν του ή όχι το δικαστήριο την υπόθεση όπου ο Κύρος Φιλίππου είχε κατηγορηθεί για απάτη κατά της Εθνικής Τράπεζας για τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε την ΕΒΓΑ. Το βούλευμα αθώωνε τον Κ. Φιλίππου, στηριζόμενο στο ότι εάν κάποιος έκανε την απάτη, αυτός δεν ήταν ο Κύριος Φιλίππου, αλλά το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο ωστόσο δεν αντιμετώπιζε κατηγορίες στην υπόθεση και επομένως αθωωνόταν και ο Φιλίππου. Υπόθεση, ωστόσο, που ήταν παντελώς άσχετη με τη δική μας», σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Ρεμούνδου.

Ο κ. Ρεμούνδος καταλήγει, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Έχουμε εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη, η οποία έως τώρα μας έχει δικαιώσει, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε στην πορεία».

Σε διάστημα τεσσάρων έως έξι μηνών η απόφαση

Επισημαίνει, τέλος, ότι η πολυαναμενόμενη απόφαση θα εκδοθεί πιθανότατα εντός του 2026, με την υπόθεση να βρίσκεται πλέον στα χέρια της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το εύλογο χρονικό διάστημα για την έκδοσή της εκτιμάται από τον ίδιο σε τέσσερις έως έξι μήνες.