Μυτιληναίος: Το ισχυρό ευρώ πλήττει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας

Τον προβληματισμό του για την ανατίμηση του ευρώ και τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, εκφράζει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος

Ευάγγελος Βενιζέλος, εκτελεστικός πρόεδρος Metlen © ΔΤ

Η ανατίμηση του ευρώ δεν αποτελεί ένδειξη οικονομικής ισχύος της Ευρώπης, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών και γεωπολιτικών αστάθειας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που επιβαρύνει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των εξαγωγικών και ενεργοβόρων κλάδων. Το μήνυμα αυτό στέλνει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, με ανάρτησή του στο LinkedIn. Ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως να επιταχύνει πολιτικές που ενισχύουν τη βιομηχανική ανθεκτικότητα, τη στρατηγική αυτονομία και τον δίκαιο ανταγωνισμό, ώστε να μπορέσει η ευρωπαϊκή βιομηχανία να σταθεί και να κερδίσει σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος αναφέρει: «Τις τελευταίες ημέρες, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες και κλαδικές ενώσεις της βιομηχανίας έχουν εκφράσει αυξανόμενη ανησυχία για την απότομη ανατίμηση του ευρώ. Το μήνυμά τους είναι σαφές: το ισχυρό ευρώ δεν αποτελεί ένδειξη μιας εύρωστης ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά αντανακλά μάλλον ασταθείς και ασυνεπείς πολιτικές, καθώς και γεωπολιτικές εντάσεις. Παρ’ όλα αυτά, επιβαρύνει σημαντικά περαιτέρω τους εξαγωγικούς κλάδους και τις επιχειρήσεις».

Και προσθέτει: «Με άλλα λόγια, σαν να μην υπονόμευε ήδη την διεθνή μας ανταγωνιστικότητα το διαρθρωτικό μειονέκτημα της Ευρώπης στο κόστος ενέργειας, η ενίσχυση του ευρώ καθιστά πλέον τα ευρωπαϊκά προϊόντα ολοένα και λιγότερο ανταγωνιστικά στις παγκόσμιες αγορές, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό τιμολογούνται σε δολάρια».

«Για πολλούς τομείς -από τη βιομηχανική παραγωγή έως την ενεργοβόρο μεταποίηση- αυτό δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις σε μια περίοδο όπου τα περιθώρια κέρδους είναι ήδη περιορισμένα και ο παγκόσμιος ανταγωνισμός ιδιαίτερα έντονος. Αυτό που παρατηρούμε δεν είναι απλώς μια διακύμανση συναλλάγματος. Είναι ακόμη μία υπενθύμιση ότι η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να επιταχύνει πολιτικές που στηρίζουν τη βιομηχανική ανθεκτικότητα, τη στρατηγική αυτονομία και τον δίκαιο ανταγωνισμό στη διεθνή σκηνή. Η μείωση των εξαρτήσεων, η ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και η ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος αυτής της μακροπρόθεσμης λύσης, πέραν βεβαίως του διαχρονικού προβλήματος του κόστους της ενέργειας» τονίζει.

Και καταλήγει, υπογραμμίζοντας: «Η Ευρώπη διαθέτει τις δυνατότητες και το ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες να ανταγωνίζονται -και να κερδίζουν- σε παγκόσμιο επίπεδο».