Ξεθωριάζει το αμερικανικό όνειρο της μπύρας στην Ελλάδα, η μάχη επιβίωσης των μικρών

Δοκιμάζεται σοβαρά το μοντέλο της craft μπύρας, που για χρόνια αντλούσε έμπνευση από την αμερικανική αγορά και τη δυναμική ανάπτυξη των μικρών παραγωγών

Πιέσεις για τους μικροζυθοποιούς στην Ελλάδα ©pexels

Σε μία από τις πιο δύσκολες χρονιές των τελευταίων ετών εισέρχεται ο κλάδος της μπύρας στην Ελλάδα, με τις μικροζυθοποιίες να βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, μειωμένης αγοραστικής δύναμης και έντονου ανταγωνισμού από τους μεγάλους παίκτες της αγοράς. Το μοντέλο της craft μπύρας, που για χρόνια αντλούσε έμπνευση από την αμερικανική αγορά και τη δυναμική ανάπτυξη των μικρών παραγωγών, δείχνει πλέον να δοκιμάζεται σοβαρά.

Η εικόνα που περιγράφουν άνθρωποι της αγοράς είναι ιδιαίτερα πιεστική. Το ενεργειακό κόστος έχει αυξηθεί σημαντικά, κατά 30% έως 40%, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τις μικρές ζυθοποιίες, οι οποίες δεν διαθέτουν τις οικονομίες κλίμακας των μεγάλων εταιρειών. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για την πορεία του τουρισμού και η συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών δημιουργούν ένα σκηνικό όπου η τιμή αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Η επικράτηση των μεγάλων

Για τις μεγάλες ζυθοποιίες, ήτοι την Αθηναϊκή Ζυθοποιία συμφερόντων της Heineken και την Ολυμπιακή Ζυθοποιία συμφερόντων της δανέζικης Carsberg, η συγκυρία μπορεί να λειτουργήσει και ως ευκαιρία. Διαθέτουν κεφαλαιακή αντοχή, ισχυρά δίκτυα διανομής, μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και δυνατότητα απορρόφησης μέρους των αυξημένων κοστολογίων. Αντίθετα, οι μικροζυθοποιίες έχουν ακριβότερη παραγωγή και περιορισμένο περιθώριο να μετακυλήσουν το κόστος στην τελική τιμή, καθώς η μπύρα τους είναι ήδη σημαντικά ακριβότερη από τις mainstream επιλογές.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Στις ΗΠΑ, που αποτέλεσαν για δεκαετίες το πρότυπο της μικροζυθοποιίας, μεγάλα ονόματα της craft σκηνής κλείνουν, πωλούνται ή εξαγοράζονται. Αντίστοιχες πιέσεις εμφανίζονται και σε ευρωπαϊκές αγορές, όπως η Γερμανία και η Βρετανία, όπου η αβεβαιότητα, το κόστος παραγωγής και η κόπωση των καταναλωτών επηρεάζουν πλέον έντονα τη μικρή παραγωγή.

Στην Ελλάδα, η αγορά παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ανθρώπων του κλάδου, περίπου το 85% της κατανάλωσης ελέγχεται από τις δύο πολυεθνικές ζυθοποιίες, ενώ περίπου 10% κατανέμεται στις δύο μεγαλύτερες ελληνικές ζυθοποιίες, την Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης και τη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης. Έτσι, για περισσότερες από 70 μικροζυθοποιίες απομένει ένα μερίδιο που κινείται κοντά στο 5% της συνολικής αγοράς.

Οι «βιώσιμοι»

Η αναλογία αυτή δείχνει και το μέγεθος της πρόκλησης. Ακόμα και μικροζυθοποιίες που στον χώρο θεωρούνται αξιόλογες ή οργανωμένες, κινούνται σε πολύ μικρά μερίδια αγοράς. Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, για αρκετές επιχειρήσεις ο τζίρος παραμένει κάτω από επίπεδα που θεωρούνται επαρκή για βιώσιμη λειτουργία, ιδίως όταν συνυπολογιστούν επενδύσεις, αποσβέσεις, κόστη παραγωγής και ανάγκες διανομής. Από το σύνολο των 70 και πλέον εταιρειών στο χώρο της μικροζυθοποιίας, που παρουσιάζουν προοπτικές βιωσιμότητας και συνεχίζουν να επενδύουν στο προϊόν τους είναι η Ζυθοποιία Πηνειού (Lola), η Κερκυραϊκή Ζυθοποιία (Corfu Beer), οι κρητικές ζυθοποιίες «Χάρμα» και Ζηδιανάκης Α.Ε., οι ροδίτικες ΒΑΠ Κουγιός και Magnus Magister-Παπαδημητρίου, η Ικαριώτισσα, η σερραϊκή μικροζυθοποιία Siris, που παράγει τη μπύρα Voreia και έχει εξαγοραστεί από τον όμιλο Photos Photiades Group, η Septem με έδρα την Εύβοια καθώς και η Μπύρα Χίου. Την ίδια στιγμή, η ζυθοποιία των Ιωαννίνων, Valia Calda, έχει ενταχθεί στον αναπτυξιακό νόμο με σκοπό τη δημιουργία νέου εργοστασίου με προϋπολογισμό κοντά στα 2,5 εκατ. ευρώ, όπου εκκρεμεί η υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου.

Το 2025 περιγράφεται ως χρονιά-«καρδιογράφημα» για τον κλάδο. Άλλες επιχειρήσεις κινήθηκαν ανοδικά, άλλες υποχώρησαν, ενώ συνολικά η αγορά μπύρας στην Ελλάδα εκτιμάται ότι κατέγραψε μείωση όγκου περίπου 5%. Το 2026 ξεκινά με ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα, καθώς ο καταναλωτής εμφανίζεται πιο προσεκτικός στις δαπάνες του και στρέφεται ευκολότερα σε φθηνότερες προτάσεις.

Κομβική η επίδραση των διακυμάνσεων και της πτώσης κατανάλωσης στην εστίαση

Ιδιαίτερα κρίσιμος παράγοντας είναι η εστίαση. Για τις μικροζυθοποιίες, τα εστιατόρια, τα μπαρ, τα ξενοδοχεία και τα σημεία φιλοξενίας αποτελούν το φυσικό τους πεδίο. Εκεί μπορούν να πουλήσουν όχι μόνο μπύρα, αλλά εμπειρία, τοπικότητα, αφήγημα και διαφοροποίηση. Ωστόσο η εστίαση πιέζεται έντονα από το αυξημένο κόστος και τη χαμηλότερη κατανάλωση. Ο καταναλωτής περιορίζει τις εξόδους του ή προσέχει περισσότερο τον λογαριασμό, με αποτέλεσμα η εκ των πραγμάτων ακριβότερη craft μπύρα μίας μικροζυθοποιίας να γίνεται πιο δύσκολη επιλογή.

Αντίθετα, στο σούπερ μάρκετ όπου σημαντικό μέρος της κατανάλωσης καθοδηγείται από την αυθόρμητη αγορά, ο ανταγωνισμός τιμής είναι αδυσώπητος. Ο καταναλωτής βρίσκει φθηνές προτάσεις, συχνά σε πολύ χαμηλές τιμές, γεγονός που καθιστά σχεδόν ανέφικτο για μία μικρή ζυθοποιία να σταθεί με όρους κόστους. Η μάχη δεν δίνεται πλέον μόνο στην ποιότητα, αλλά και στο αν ο καταναλωτής μπορεί ή θέλει να πληρώσει τη διαφορά.

Χαμηλότερα από τον μέσο όρο κατά κεφαλήν κατανάλωσης της Ευρώπης

Την ίδια στιγμή, η ελληνική αγορά μπύρας παραμένει σχετικά μικρή σε κατά κεφαλήν κατανάλωση. Η κατανάλωση κινείται περίπου στα 40 λίτρα ανά κάτοικο, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές είναι αισθητά υψηλότερη περίπου στα 60 λίτρα ετησίως. Θεωρητικά, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης. Πρακτικά, όμως, η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί να έρθει αν η αγορά περιοριστεί αποκλειστικά σε λίγους μεγάλους παίκτες και χαμηλές τιμές.

Τα τελευταία χρόνια, εξαγορές και συγκεντρώσεις έχουν ήδη αρχίσει να καταγράφονται στην ελληνική αγορά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα μικρότερων σημάτων που πέρασαν σε μεγαλύτερους ομίλους. Η Πειραϊκή έχει περάσει στην ΕΖΑ, όπως συνέβη και με το εμπορικό σήμα της Cretan Kings, ενώ η Siris (Voreia Beer) εντάχθηκε στον όμιλο Photos Photiades από την Κύπρο και στη Μικροζυθοποία Κυκλάδων, Νήσος, απέκτησε ποσοστό η Ολυμπιακή Ζυθοποιία. Η τάση αυτή δείχνει ότι η επόμενη μέρα πιθανόν θα έχει λιγότερους ανεξάρτητους παίκτες και περισσότερες συνεργασίες, εξαγορές ή αποχωρήσεις από το προσκήνιο της παραγωγής μπύρας.