Ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αφρική, Αλίκο Ντανγκότε, μεγιστάνας του πετρελαίου,βρίσκεται στο επίκεντρο της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής εισαγωγής στην Αφρική, με το διυλιστήριο του στο Λέκι να μετατρέπει τη Νιγηρία από εισαγωγέα καυσίμων σε σημαντικό περιφερειακό προμηθευτή, ενώ ο ίδιος σχεδιάζει επέκταση με IPO στη Νέα Υόρκη.
«Έχετε γνωρίσει ποτέ κάποιον για πρώτη φορά και νιώσατε αμέσως ότι θα μπορούσατε να του μιλάτε για ώρες;». Με αυτή τη φράση περιέγραψε ο Μπιλ Γκέιτς την πρώτη του συνάντηση με τον Αλίκο Ντανγκότε, σύμφωνα με τις σημειώσεις του στο ιστολόγιο «Gates Notes». Οι δύο άνδρες σήμερα συνδιευθύνουν πρόγραμμα για την καταπολέμηση του υποσιτισμού, έχοντας διαπιστώσει αρκετές ομοιότητες στις επιχειρηματικές τους διαδρομές.
Από το εμπόριο και το τσιμέντο στο πετρέλαιο
Αμφότεροι ξεκίνησαν τις δραστηριότητές τους στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη συνέχεια δημιούργησαν ιδρύματα με επίκεντρο την υγεία και την εκπαίδευση. Η διαφορά είναι ότι ο Γκέιτς οικοδόμησε την αυτοκρατορία του στον άυλο κόσμο του λογισμικού, των δεδομένων και του cloud, ενώ ο Ντανγκότε επέλεξε μια πολύ πιο υλική διαδρομή: τσιμέντο, εργοστάσια, πύργους απόσταξης και αγωγούς, σύμφωνα με τη Les Echos.
Γεννημένος το 1957 στο Κάνο της βόρειας Νιγηρίας, ο Ντανγκότε έχασε νωρίς τον πατέρα του και μεγάλωσε υπό την επιρροή του παππού του από την πλευρά της μητέρας του. Σε εκείνον αποδίδει την πρώτη του επαφή με το εμπόριο. Ως μαθητής πουλούσε καραμέλες στους συμμαθητές του και, το 1977, άρχισε να εμπορεύεται ζάχαρη και ρύζι με τη βοήθεια οικογενειακού δανείου.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δημιούργησε την Dangote Industries, έναν όμιλο με δραστηριότητες από το τσιμέντο έως το αλάτι και παρουσία σε περίπου δώδεκα αφρικανικές χώρες. Το τσιμέντο αποτέλεσε τελικά τον βασικό πυλώνα της περιουσίας του, η οποία σήμερα εκτιμάται σε πάνω από 51 δισεκατομμύρια δολάρια, ή 44,7 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με το Forbes.
Οι πολιτικές της Νιγηρίας για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, που σύμφωνα με την αφήγηση ενισχύθηκαν έπειτα από πρωινή τηλεφωνική επικοινωνία του προέδρου Ομπασάντζο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, συνέβαλαν ώστε η χώρα να καταστεί σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης στο τσιμέντο. Η εξέλιξη, ωστόσο, συνοδεύτηκε από επικρίσεις σχετικά με τις τιμές, οι οποίες, σύμφωνα με τους επικριτές, παρέμεναν τεχνητά υψηλές λόγω της περιορισμένης ανταγωνιστικότητας της αγοράς.
Το επόμενο βήμα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Το διυλιστήριο του Ντανγκότε στο Λέκι, στα περίχωρα του Λάγος, κατασκευάστηκε σε 2.500 εκτάρια βαλτότοπων, με αρχική επένδυση άνω των 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Με δυναμικότητα 650.000 έως 700.000 βαρελιών ημερησίως, αποτελεί το μεγαλύτερο διυλιστήριο της Αφρικής.
Η κατασκευή του απαίτησε την τοποθέτηση 120.000 πασσάλων στη λάσπη, την ανέγερση πύργου απόσταξης ύψους αντίστοιχου με κτίριο 30 ορόφων και τη δημιουργία ιδιόκτητου σταθμού ηλεκτροπαραγωγής ισχύος 480 μεγαβάτ, καθώς το εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της εγκατάστασης.
Το πετρέλαιο αλλάζει τα δεδομένα για τη Νιγηρία
Η σημασία του έργου ξεπερνά τα μεγέθη της ίδιας της εγκατάστασης. Για χρόνια, η Νιγηρία εξήγαγε το αργό της πετρέλαιο και στη συνέχεια εισήγαγε βενζίνη και ντίζελ σε υψηλές τιμές. Με τη λειτουργία του διυλιστηρίου, η χώρα διαθέτει πλέον δυναμικότητα διύλισης που ξεπερνά την εγχώρια κατανάλωσή της, μεταβάλλοντας ένα μοντέλο που, σύμφωνα με τηLes Echos, είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα επωφελές για τους μεσάζοντες των συμβολαίων εισαγωγής.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, από το παρκέ του Χρηματιστηρίου του Λάγος, ο Ντανγκότε χαρακτήρισε «ιστορική» την ημέρα κατά την οποία ξεκίνησε η διαδικασία εισαγωγής του διυλιστηρίου. Ο όμιλος επιδιώκει να αντλήσει περισσότερα από 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια, με στόχο η εγκατάσταση να αποτιμηθεί σχεδόν στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι ενδείξεις από την αγορά είχαν ήδη δημιουργήσει ισχυρές προσδοκίες. Σε ιδιωτική τοποθέτηση πριν από την IPO, τον Ιούλιο, συγκεντρώθηκαν 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι αρχικού στόχου 1 δισεκατομμυρίου, σε τέτοιο βαθμό ώστε χρειάστηκε να επιστραφεί μέρος των χρημάτων στους εγγραφέντες, καθώς δεν υπήρχαν αρκετές μετοχές.
Για τον Ντανγκότε, η χρηματιστηριακή εισαγωγή έχει και ευρύτερο συμβολισμό. Υποστηρίζει ότι μπορεί να περιορίσει τις επικρίσεις γύρω από τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος στα χέρια του, παρουσιάζοντας την IPO ως μέσο «εκδημοκρατισμού της δημιουργίας πλούτου», όπως δήλωσε στους επενδυτές.
Το εγχείρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της συγκυρίας στην αγορά ενέργειας. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξε εκ νέου την εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές διυλισμένων καυσίμων, ιδιαίτερα της κηροζίνης. Σύμφωνα με τον Άλαν Γκέρλερ, αναλυτή της Wood Mackenzie, που μίλησε στη Les Echos, οι ευρωπαϊκές εισαγωγές αεροπορικών καυσίμων από τη Δύση αυξήθηκαν από περίπου 40.000 τόνους τον μήνα πριν από τη σύγκρουση σε περισσότερους από 300.000 τόνους τον Σεπτέμβριο.

Ο πρόεδρος του Dangote Group, Αλίκο Ντανγκότε, στην εναρκτήρια ημέρα της IPO της Dangote Refinery στο Χρηματιστήριο της Νιγηρίας στο Λάγος ©ΑΠΕ
Ο Γκέρλερ αποδίδει την αύξηση «κατά κύριο λόγο» στο διυλιστήριο Dangote, το οποίο κάλυψε μέρος των απωλειών εφοδιασμού που προκάλεσε η σύγκρουση. Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι οι εξαιρετικές εμπορικές επιδόσεις της εγκατάστασης συνδέονται και με τη γεωπολιτική συγκυρία. Τα περιθώρια διύλισης βρίσκονται σήμερα σε επίπεδα-ρεκόρ, αλλά, όπως εξηγεί, αναμένεται να υποχωρήσουν απότομα εφόσον εξομαλυνθεί η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ.
Ο ίδιος ο Ντανγκότε εμφανίζεται να διεκδικεί ανοιχτά τον ρόλο του προμηθευτή έσχατης ανάγκης για την ευρωπαϊκή αγορά. Την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης των μετοχών του διυλιστηρίου δήλωσε ότι η Ευρώπη οφείλει να ευχαριστήσει τη Νιγηρία επειδή συνέβαλε στη διατήρηση των αεροπλάνων της σε πτήση. Όπως ανέφερε, είχε ήδη πουλήσει από τον Αύγουστο ολόκληρο το απόθεμά του σε κηροζίνη.
Από το Λέκι στη Νέα Υόρκη
Τα κεφάλαια της IPO πρόκειται να χρηματοδοτήσουν την επόμενη φάση ανάπτυξης. Στόχος είναι η δυναμικότητα του διυλιστηρίου να υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας τα 1,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έως το 2028. Παράλληλα, ο Ντανγκότε έχει ήδη ανακοινώσει σχέδιο εισαγωγής στη Νέα Υόρκη το 2029.
Η χρηματιστηριακή επέκταση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου. Ο επιχειρηματίας προωθεί νέο διυλιστήριο στο Λαμού της Κένυας, με τις εργασίες να ξεκινούν τον Σεπτέμβριο, ενώ σχεδιάζει και διασυνοριακούς αγωγούς στη νότια και ανατολική Αφρική.
Το μέγεθος της δραστηριότητάς του έχει οδηγήσει τους Financial Times να τον συγκρίνουν, ήδη από το 2018, με τους Ροκφέλερ, Κάρνεγκι και Μέλον, δηλαδή με τους βιομηχανικούς μεγιστάνες που πρωταγωνίστησαν στην αμερικανική εκβιομηχάνιση και δημιούργησαν αυτοκρατορίες γύρω από τους σιδηροδρόμους, τον χάλυβα και το πετρέλαιο.
Σήμερα, αντίστοιχο μοντέλο εντοπίζεται κυρίως στην Ινδία του Μουκές Αμπάνι και στο διυλιστήριο του Τζαμναγκάρ, το οποίο είναι το μόνο στον κόσμο συγκρίσιμο σε μέγεθος με εκείνο του Λέκι, καθώς και στους μεγάλους ομίλους των κρατών του Κόλπου.
Λαϊκός ήρωας ή δημιουργός μονοπωλίων;
Η οικονομική ισχύς του Ντανγκότε, ωστόσο, συνοδεύεται διαχρονικά από αντιπαραθέσεις. Το 2005, εμπιστευτικό διπλωματικό τηλεγράφημα του αμερικανικού γενικού προξενείου στο Λάγος, το οποίο αποκαλύφθηκε αργότερα μέσω των WikiLeaks, τον περιέγραφε ως «οικονομικό λαϊκό ήρωα» για κάποιους και ως «αρπακτικό» που αξιοποιεί τα δίκτυά του σε μια διεφθαρμένη πολιτική οικονομία για άλλους. Οι Αμερικανοί διπλωμάτες κατέληγαν τότε ότι η πραγματικότητα βρισκόταν κάπου ανάμεσα στις δύο εικόνες.
Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος επιχειρεί να απαντήσει σε αυτές τις επικρίσεις μέσω της χρηματιστηριακής διαφάνειας. Παράλληλα, όσοι τον γνωρίζουν τον περιγράφουν ως άνθρωπο συγκρατημένο και σχεδόν ασκητικό για το μέγεθος της περιουσίας του. Συχνά οδηγεί ο ίδιος, αποφεύγει τις επιδεικτικές εμφανίσεις και στις συνεντεύξεις του εμφανίζεται με μία υπεύθυνη Τύπου και τον προσωπικό του βοηθό.
Ένας γνώστης του, τον οποίο επικαλείται το Reuters, συνοψίζει την εικόνα λέγοντας ότι κάποιοι τον θεωρούν «μανιακό με τον έλεγχο», ενώ ο ίδιος βλέπει περισσότερο πάθος παρά εμμονή.
Ακόμη και το ποδόσφαιρο εντάχθηκε κάποτε στους επιχειρηματικούς του σχεδιασμούς. Το 2018, μιλώντας στους Financial Times, είχε δηλώσει ότι αγαπά την Άρσεναλ και ότι σκόπευε να αγοράσει μερίδιο στον αγγλικό σύλλογο. Όταν η αξία της ομάδας έφτανε περίπου τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια, βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα: να επενδύσει το ποσό στο ποδόσφαιρο ή να το διαθέσει για την ολοκλήρωση του διυλιστηρίου στο Λέκι. Επέλεξε το δεύτερο.
Σήμερα, η οικογενειακή διαδοχή έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, με τις τρεις κόρες του, Χαλίμα, Φατιμά και Μαρίγια, να αναλαμβάνουν στρατηγικούς ρόλους στην αυτοκρατορία.
«Δεν επενδύουμε μόνο σε μια ιστορία. Δεν επενδύουμε σε ένα όνειρο. Έχουμε ξεπεράσει αυτό το στάδιο», είπε ο Ντανγκότε στους επενδυτές. Και έδωσε έναν διαφορετικό τόνο στην προσωπική του φιλοδοξία: δεν θέλει να μείνει στην ιστορία απλώς ως «ο πλουσιότερος άνθρωπος της Αφρικής», αλλά ως «ο πιο άνετος άνθρωπος».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο συμπατριώτης του και πρόεδρος της Access Holdings, Αϊγκμπότζε Αϊγκ-Ιμουκχουέντε, είχε απευθύνει σε νεαρούς Αφρικανούς ηγέτες μια αντίστοιχη έκκληση, χαρακτηρίζοντας μορφές όπως ο Ντανγκότε σπάνιες και καλώντας τους νεότερους να γίνουν «παράγοντες αλλαγής».
Το επόμενο κεφάλαιο μένει να γραφτεί. Και μαζί του το ερώτημα αν η αφρικανική ήπειρος θα αποκτήσει έναν νέο βιομηχανικό βαρόνο ή αν το όνομα Ντανγκότε θα παραμείνει συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής οικοδόμησης υποδομών.
