Το νέο επενδυτικό κεφάλαιο της οικογένειας Υφαντή μετά το deal με Θεοδωρόπουλο

Η επόμενη ημέρα για τον όμιλο Υφαντή μετά την εξαγορά της Νίκας και τα επενδυτικά σχέδια στη Θράκη

Ο Αλέξιος Υφαντής © ΑΠΕ/ΑΠΕ/ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

Στη σημαντική μεγέθυνση του ομίλου Υφαντή συνέβαλε η εξαγορά της Νίκας από τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο, τη στιγμή που η παραγωγή και οι επενδύσεις στις εγκαταστάσεις της Lincheon Meat (Θράκης Γεύσεις) στην Αλεξανδρούπολη παραμένουν στο επίκεντρο του σχεδιασμού του.

Το 2025 ο κύκλος εργασιών του ομίλου Υφαντής ανήλθε σε 248,04 εκατ. ευρώ από 215,39 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 15,2%. Η άνοδος του τζίρου, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση της κερδοφορίας. Το κόστος πωλήσεων αυξήθηκε ταχύτερα από τα έσοδα, πιέζοντας το μικτό αποτέλεσμα, ενώ υποχώρησαν τόσο το EBITDA όσο και τα κέρδη μετά από φόρους.

Το μεικτό αποτέλεσμα μειώθηκε κατά 5,3%, στα 62,91 εκατ. ευρώ από 66,4 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το μικτό περιθώριο υποχώρησε περίπου στο 25,4% από 30,8% έναν χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη αντανακλά την αυξημένη επιβάρυνση από το κόστος πωλήσεων, το οποίο ανήλθε σε 185,13 εκατ. ευρώ, έναντι 148,99 εκατ. ευρώ το 2024.

Σε επίπεδο λειτουργικής κερδοφορίας, το EBITDA διαμορφώθηκε σε 17,11 εκατ. ευρώ, μειωμένο κατά 13,8% σε ετήσια βάση. Τα κέρδη προ φόρων υποχώρησαν στα 9,53 εκατ. ευρώ από 11,53 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν στα 8,29 εκατ. ευρώ από 10,24 εκατ. ευρώ. Η μητρική εταιρεία εμφάνισε κύκλο εργασιών 139,38 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,8%, αλλά τα καθαρά κέρδη της μειώθηκαν στα 2,23 εκατ. ευρώ από 4,08 εκατ. ευρώ.

Η εξαγορά της Νίκας και η εικόνα του ομίλου

Στην ενοποίηση του 2025 περιλαμβάνεται για πρώτη φορά η αλλαντοβιομηχανία Νίκας, από την 1η Δεκεμβρίου. Τη μετοχική συμμετοχή απέκτησαν από κοινού η Υφαντής, με άμεσο ποσοστό 32,5%, και η Λάντσιον Μητ Έβρου, με 67,5%, με αποτέλεσμα ο όμιλος να ελέγχει το 100% της εταιρείας. Καθώς η Νίκας ενοποιήθηκε μόνο για τον τελευταίο μήνα της χρήσης, τα αποτελέσματά της δεν καλύπτουν ολόκληρο το 2025. Επομένως, η ετήσια αύξηση του τζίρου δεν μπορεί να αποδοθεί συνολικά στην εξαγορά, η οποία θα αποτυπωθεί πληρέστερα στις επόμενες οικονομικές καταστάσεις.

Το τίμημα εξαγοράς αναφέρεται σε 12,48 εκατ. ευρώ, ενώ η προσωρινή υπεραξία που προέκυψε ανέρχεται σε 21,5 εκατ. ευρώ. Η αποτίμηση παραμένει προσωρινή και, σύμφωνα με τις καταστάσεις, θα οριστικοποιηθεί με την κατανομή του τιμήματος και την αποτίμηση των αναγνωρίσιμων εμπορικών σημάτων.

Επενδύσεις στην Αλεξανδρούπολη

Στο επενδυτικό σκέλος, ο όμιλος αναφέρει ότι συνεχίστηκαν οι παρεμβάσεις στις εγκαταστάσεις της Αλεξανδρούπολης. Η αναφορά αφορά τη θυγατρική Lincheon Meat, η οποία παράγει τα προϊόντα «Θράκης Γεύσεις». Το σχέδιο περιλαμβάνει εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού και των κτιριακών εγκαταστάσεων, με στόχο την καλύτερη αξιοποίηση των παραγωγικών χώρων, τον περιορισμό του κόστους και τη βελτίωση της διανομής και του εφοδιασμού.

Οι πληρωμές για την απόκτηση παγίων έφτασαν τα 30,27 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 10,94 εκατ. ευρώ το 2024. Η αύξηση των επενδύσεων συνοδεύτηκε από διεύρυνση του ισολογισμού. Το ενεργητικό του ομίλου ανήλθε σε 292,9 εκατ. ευρώ, από 187,7 εκατ. ευρώ, ενώ τα ενσώματα πάγια αυξήθηκαν σε 138,57 εκατ. ευρώ από 82,44 εκατ. ευρώ.

Μεγαλύτερος δανεισμός, μικρότερες λειτουργικές ταμειακές ροές

Η χρηματοδότηση της ανάπτυξης αποτυπώνεται και στην αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων. Τα μακροπρόθεσμα δάνεια έφτασαν τα 86,7 εκατ. ευρώ από 43,82 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, τα βραχυπρόθεσμα τραπεζικά δάνεια και το βραχυπρόθεσμο μέρος των μακροπρόθεσμων δανείων ανήλθαν συνολικά σε 43,45 εκατ. ευρώ, έναντι 13,46 εκατ. ευρώ το 2024. Τα ταμειακά διαθέσιμα του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 19,2 εκατ. ευρώ στο τέλος της χρήσης.

Παράλληλα, οι καθαρές ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες μειώθηκαν σε 4,86 εκατ. ευρώ από 17,61 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες επενδυτικές εκροές και την αύξηση των δανείων, δείχνει ότι η επέκταση του ομίλου συνοδεύτηκε από μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες.

Για το 2026, η διοίκηση θέτει ως στόχο την αύξηση του κύκλου εργασιών και τη βελτίωση της κερδοφορίας, επισημαίνοντας τις πιέσεις από το κόστος ενέργειας και πρώτων υλών, καθώς και την επίδραση του πληθωρισμού στην αγοραστική δύναμη.