ΟΟΣΑ: Οι προκλήσεις για τις αγορές ρεύματος των Δυτικών Βαλκανίων, ο ρόλος της Ελλάδος

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα Δυτικά Βαλκάνια. Το 54% της ηλεκτρικής ενέργειας, από παλιές, ρυπογόνες μονάδες λιγνίτη

Karim Dahou, στο πλαίσιο της ημερίδας με θέμα «Ηλεκτρική Ενέργεια, Ψηφιακή και Περιφερειακή Συνδεσιμότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη» ©Powergame

Τα επόμενα πέντε χρόνια, η ετήσια παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρισμού αναμένεται να είναι κατά 50% υψηλότερη σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, με την κατανάλωση ρεύματος όμως να αυξάνεται κατά +60% έως το 2030, όπως επισήμανε ο αναπλ. Διευθυντής Διεθνών Σχέσεων και Συνεργασίας του ΟΟΣΑ, Karim Dahou, στο πλαίσιο της ημερίδας με θέμα «Ηλεκτρική Ενέργεια, Ψηφιακή και Περιφερειακή Συνδεσιμότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας & Ανάπτυξης και το Delphi Economic Forum. 

Η αύξηση στη ζήτηση θα καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τη ραγδαία επέκταση της παραγωγής από ΑΠΕ, με το μερίδιό τους να αναμένεται να φτάσει περίπου στο 50% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2030, μία μετάβαση που δεν οφείλεται αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή, μα όλο και περισσότερο σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας.

Σε αυτό το ενεργειακό πεδίο, είναι κρίσιμη και η διασυνδεσιμότητα των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας της Ν.Α. Ευρώπης και ειδικότερα των Δυτικών Βαλκανίων, που επιδιώκουν την ένταξή τους στην ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα και στην εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού. Σε αυτή την πορεία, η επίλυση κανονιστικών θεμάτων, η προσέλκυση κεφαλαίων για την πραγματοποίηση απαιτούμενων επενδύσεων σε υποδομές, καθώς και η μετάβαση, σε πιο πράσινους και ψηφιοποιημένους έξυπνους ενεργειακούς πόρους, επιβάλλεται, για μία περιοχή που το 54% της παραγόμενης ενέργειας είναι από το λιγνίτη. 

Σε περιβάλλον αύξησης της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια, η Ν.Α. Ευρώπη και ειδικότερα τα Δυτικά Βαλκάνια, έχουν στρατηγικό ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και στη μετάβασή της. 

Όπως επισημάνθηκε, για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο ΟΟΣΑ συνεργάζεται με τα Δυτικά Βαλκάνια μέσω του Περιφερειακού Προγράμματος Ν.Α. Ευρώπης, στηρίζοντας μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και τη σύγκλιση με τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της ΕΕ.

Εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας με Δυτικά Βαλκάνια

Στις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όσον αφορά την ενέργεια, αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα ο κ. Dahou, σημειώνοντας:

Η πρώτη πρόκληση είναι η άνιση πρόοδος προς πλήρη σύγκλιση με τα πρότυπα της ενιαίας αγοράς, κάτι που εξακολουθεί να περιορίζει την αποτελεσματική εναρμόνιση της αγοράς ηλεκτρισμού της περιοχής με την ενιαία αγορά της ΕΕ.

Για παράδειγμα, το Μαυροβούνιο διαθέτει διασυνοριακή ικανότητα ηλεκτρικής ενέργειας σχεδόν οκτώ φορές μεγαλύτερη από τη μέγιστη εγχώρια ζήτηση, όταν σε επίπεδο περιοχής ο μέσος όρος είναι περίπου τέσσερις φορές.

Συνεπώς η φυσική υποδομή για περιφερειακές ανταλλαγές ηλεκτρισμού υπάρχει. Η πρόκληση έγκειται στο ότι οι δομές της αγοράς δεν έχουν ακόμη εναρμονιστεί αρκετά ώστε να υποστηρίξουν δυναμικό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας με τους γειτονικούς εταίρους της ΕΕ.

Προς το παρόν, μόνο δύο οικονομίες – η Αλβανία και το Κόσσοβο – έχουν ενοποιήσει τις αγορές επόμενης ημέρας (day-ahead). Πάντως δυναμική υπάρχει, καθώς το Μαυροβούνιο προετοιμάζεται να ενοποιήσει την αγορά του με την Ιταλία, όπως και οι αγορές της Σερβίας και της Ουγγαρίας. Αυτό θα συμβάλει στο ξεκλείδωμα μεγαλύτερου διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των Δυτικών Βαλκανίων και των μελών του ΟΟΣΑ.

Η προώθηση της σύζευξης αγορών, επισημάνθηκε από τον ομιλητή, θα διασφαλίσει ταυτόχρονη τιμολόγηση και εμπορία ενέργειας στα σύνορα. Αυτό θα βελτιστοποιήσει τη χωρητικότητα των δικτύων και θα βοηθήσει στην ευθυγράμμιση των τιμών μεταξύ ζωνών χαμηλού και υψηλού κόστους στη ΝΑ Ευρώπη.

Για να επιτευχθεί αυτό, τα Δυτικά Βαλκάνια πρέπει να εισάγουν και να εφαρμόσουν πλήρως το Πακέτο Ένταξης Ηλεκτρισμού της ΕΕ (Electricity Integration Package). Μέχρι στιγμής, μόνο η Σερβία και το Μαυροβούνιο το έχουν κάνει, ενώ η Βόρεια Μακεδονία το έχει μεταφέρει σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι πλήρως.

Το 61% της ενέργειας από κρατικές εταιρείες

Η δεύτερη πρόκληση αφορά στις χονδρικές αγορές ηλεκτρισμού, οι οποίες πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικές ώστε να προσελκύσουν επενδύσεις. Σήμερα, ο κυρίαρχος ρόλος των κρατικών επιχειρήσεων στα Δυτικά Βαλκάνια και η περιορισμένη ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα αποδυναμώνουν την αποδοτική διαχείριση πόρων. Κατά μέσο όρο, οι κρατικές επιχειρήσεις παράγουν το 61% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, οι εκτεταμένες επιδοτήσεις στα τιμολόγια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις κρατούν τεχνητά χαμηλές τις τιμές ηλεκτρισμού σε σύγκριση με την ΕΕ. Κατά μέσο όρο, οι κυβερνήσεις δαπάνησαν περίπου 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2018–2023 για αυτά τα μέτρα.

Αυτό όχι μόνο αυξάνει τις δημοσιονομικές πιέσεις, αλλά περιορίζει επίσης την ικανότητα των κρατικών επιχειρήσεων κοινής ωφελείας να επενδύουν στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και στη συντήρηση των υποδομών. Παράλληλα, αποθαρρύνει την ενεργειακή αποδοτικότητα και αποτρέπει επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια.

Για να αλλάξει αυτό, απαιτείται ισχυρότερη διακυβέρνηση των κρατικών επιχειρήσεων και σταδιακή κατάργηση των ρυθμιζόμενων τιμών, με στόχο τη βελτίωση της διαφάνειας των αγορών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων.

Στο κρίσιμο αυτό σημείο, πρόκειται να παρέμβει υποστηρικτικά ο ΟΟΣΑ το 2026, μέσω συναντήσεων με αντικείμενο την ενίσχυση της διακυβέρνησης των κρατικών επιχειρήσεων, τη μείωση της ρύθμισης των τιμών και την ενίσχυση της διαφάνειας, προστατεύοντας παράλληλα τους ευάλωτους καταναλωτές. Η Ελλάδα θα αποτελέσει βασικό εταίρο σε αυτές τις προσπάθειες. 

Η τρίτη πρόκληση αφορά τις επενδυτικές ανάγκες. Τα Δυτικά Βαλκάνια εξακολουθούν να βασίζονται σε αναποτελεσματικές και παλαιές υποδομές παραγωγής και δικτύων. Περίπου τα μισά εργοστάσια λιγνίτη της περιοχής, λειτουργούν επί 34 χρόνια και πλησιάζουν στο τέλος της λειτουργικής τους ζωής οπότε απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις για τη προσαρμογή στα περιβαλλοντικά πρότυπα της ΕΕ.

Ενδεικτικά αναφέρθηκε ότι το 2024, οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του θείου από εργοστάσια σε Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία ήταν, αν και χαμηλότερες από προηγούμενα έτη, ακόμη έξι φορές υψηλότερες από τα επιτρεπόμενα επίπεδα των Εθνικών Σχεδίων Μείωσης Εκπομπών.

Παράλληλα, τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής έχουν υποστεί χρόνια υποεπένδυση. Αυτό τα έχει αφήσει απροετοίμαστα να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση από τον εξηλεκτρισμό. 

Σύμφωνα όμως με τον κ. Dahou, οι προκλήσεις αυτές, αποτελούν και ευκαιρία. Η περιοχή μπορεί να περάσει απευθείας σε καθαρότερες, πιο σύγχρονες μονάδες παραγωγής και αποκεντρωμένα συστήματα δικτύων που ενσωματώνουν ανανεώσιμες πηγές και βιώσιμες τεχνολογίες αερίων.

Η αντιμετώπιση του εκσυγχρονισμού των υποδομών θα απαιτήσει ευρείες συνεργασίες μεταξύ κυβερνήσεων, ιδιωτικών φορέων, ερευνητικών ινστιτούτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών. 

Τέλος, η μετάβαση σε ένα καθαρότερο και πιο αποδοτικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή απαιτεί συνεχιζόμενες προσπάθειες ψηφιοποίησης και βελτιστοποίησης συστημάτων. Αν και τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν υψηλότερο μερίδιο ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τον μέσο όρο της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, κυρίως χάρη στην υδροηλεκτρική ενέργεια, η περιοχή εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε λιγνιτικές μονάδες. Κατά μέσο όρο, ο λιγνίτης αντιστοιχούσε στο 54% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το 2023, σε σύγκριση με 16,8% στον ΟΟΣΑ και 11,8% στην ΕΕ.

Παράλληλα, η ενσωμάτωση των ΑΠΕ επιταχύνεται – αλλά η ευελιξία των συστημάτων και η ψηφιακή ετοιμότητα δεν συμβαδίζουν. Η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών παραμένει κάτω από το 30% στις περισσότερες οικονομίες, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα των διαχειριστών συστημάτων να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τη ζήτηση και να παρέχουν τιμολογιακά σήματα σε πραγματικό χρόνο. Προηγμένα εργαλεία βελτιστοποίησης, όπως το Dynamic Line Rating, δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί, ενώ τα συστήματα παρακολούθησης και προληπτικής συντήρησης δικτύων παραμένουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένα.

Αυτό έχει σημασία. Χωρίς ψηφιακές υποδομές και ευέλικτη διαχείριση συστημάτων, η ενσωμάτωση των ΑΠΕ γίνεται ακριβότερη και λιγότερο αξιόπιστη. Τα ανελαστικά δίκτυα αυξάνουν τον κίνδυνο περιορισμού της παραγωγής από διαλείπουσες ΑΠΕ, επιδεινώνουν τους περιορισμούς στις διασυνοριακές ροές και τελικά επιβραδύνουν την πράσινη μετάβαση.

Η εμπειρία του ΟΟΣΑ δείχνει ότι στοχευμένες ψηφιακές λύσεις μπορούν να απελευθερώσουν σημαντικά οφέλη αποδοτικότητας. Στη Σλοβενία, π.χ. το Dynamic Line Rating έχει αυξήσει τη χωρητικότητα μεταφοράς κατά 15% έως 20% χωρίς να απαιτούνται νέες επενδύσεις σε υποδομές.

Ο ΟΟΣΑ, επισήμανε ο κ. Dahou, στο πλαίσιο της ευρύτερης συνεργασίας που επιδιώκει, θα συνεργαστεί και με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας ώστε να συμβάλλει στη διαμόρφωση ισχυρών και πρακτικών κατευθυντήριων γραμμών πολιτικής. Μέσω στοχευμένων διαλόγων πολιτικής, αυτά τα ευρήματα θα μετατραπούν σε συγκεκριμένα βήματα για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας του τομέα.