Το Ταμείο Ανάκαμψης “ανάχωμα” στις τιμές ενέργειας

Το ελληνικό σχέδιο κινητοποιεί κεφάλαια ύψους 35 δισ. ευρώ, με άμεσο στόχο την απεξάρτηση από τον λιγνίτη και τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα

Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας © 123rf

Σε μια περίοδο δομικού μετασχηματισμού για την ελληνική οικονομία, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) αναδεικνύεται στον κεντρικό πυλώνα για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους. Με όχημα τους πόρους του προγράμματος NextGenerationEU, η Ελλάδα υλοποιεί έναν συνολικό στρατηγικό σχεδιασμό που υπερβαίνει την απλή κατασκευή υποδομών, στοχεύοντας στην πλήρη αναδιάρθρωση της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού.

Το ελληνικό σχέδιο κινητοποιεί κεφάλαια ύψους 35 δισ. ευρώ, με άμεσο στόχο την απεξάρτηση από τον λιγνίτη και τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Η καρδιά της στρατηγικής χτυπά στην εγκατάσταση 7,5 GW νέας πράσινης ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Η συγκεκριμένη ισχύς επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών 1,6 εκατομμυρίων νοικοκυριών, δηλαδή του 40% των κατοικιών της χώρας.

Η οικονομική λογική είναι σαφής: οι ΑΠΕ έχουν σχεδόν μηδενικό κόστος λειτουργίας. Όσο η συμμετοχή τους στο ενεργειακό μίγμα αυξάνεται, τόσο υποχωρεί η ανάγκη για τη χρήση ακριβών μονάδων ορυκτών καυσίμων, οι οποίες μέχρι σήμερα «κλείδωναν» τις υψηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά. Για την υλοποίηση αυτής της μετάβασης, το Ταμείο κατευθύνει πάνω από 5 δισ. ευρώ σε έργα ΑΠΕ και δίκτυα, ενώ επιπλέον 4 δισ. ευρώ επενδύονται στην ενεργειακή αποδοτικότητα.

Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα για τη σταθερότητα των τιμών είναι η αποθήκευση ενέργειας. Το Ταμείο χρηματοδοτεί την ανάπτυξη 700 MW αποθηκευτικής ισχύος, επιτρέποντας στο σύστημα να «κρατά» την ενέργεια που παράγεται τις ώρες αιχμής των ΑΠΕ και να τη διαθέτει όταν η ζήτηση αυξάνεται. Η κίνηση αυτή περιορίζει δραστικά την ανάγκη ενεργοποίησης δαπανηρών μονάδων φυσικού αερίου ως εφεδρεία.

Παράλληλα, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών περιλαμβάνει:

  • 171 χιλιόμετρα νέων ή αναβαθμισμένων ηλεκτρικών δικτύων.
  • Διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία) για μεγαλύτερη ευελιξία αγοράς.
  • Διασύνδεση των Κυκλάδων, η οποία θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση άνω των 2 δισ. ευρώ για τους καταναλωτές την περίοδο 2026-2029 μέσω της μείωσης των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ).

Εξοικονόμηση και θεσμική θωράκιση

Η μείωση της τιμής περνά και μέσα από τον περιορισμό της κατανάλωσης. Το πρόγραμμα προβλέπει την ενεργειακή αναβάθμιση 10,3 εκατομμυρίων τ.μ. κατοικιών (έκταση ίση με το 1/3 της οικιστικής επιφάνειας της Αθήνας), εξασφαλίζοντας ετήσια εξοικονόμηση 416.590 MWh. Επιπλέον, 3,8 εκατομμύρια τ.μ. μη οικιστικών κτιρίων ανακαινίζονται, προσφέροντας άλλες 43.521 MWh ετήσιας εξοικονόμησης.

Στο θεσμικό επίπεδο, ο νόμος 4951/2022 μείωσε τον χρόνο αδειοδότησης έργων ΑΠΕ από τα 5 έτη σε μόλις 14 μήνες, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό. Ταυτόχρονα, η εισαγωγή έξυπνων μετρητών ανοίγει τον δρόμο για τα δυναμικά τιμολόγια, επιτρέποντας στους πολίτες να μεταφέρουν την κατανάλωσή τους σε ώρες χαμηλού κόστους.

Σε ευρύτερο πλαίσιο, οι επενδύσεις αυτές συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 54 εκατομμύρια τόνους ετησίως στην Ευρώπη έως το τέλος του 2026. Για την Ελλάδα, το νούμερο αυτό αντιστοιχεί στο 75% των συνολικών ετήσιων εκπομπών της.

Με τον συνδυασμό υποδομών, αποθήκευσης και έξυπνης διαχείρισης, το Ταμείο Ανάκαμψης δεν χτίζει απλώς έργα, αλλά δημιουργεί ένα «δίχτυ ασφαλείας» που προστατεύει την εθνική οικονομία και τα νοικοκυριά από τις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις.