Repsol: Το 90% των προμηθειών της σε πετρελαίο παραβιάζει τους νέους κανόνες της ΕΕ

Οι νέοι κανόνες απαιτούν από τους εισαγωγείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα να αποδεικνύουν ότι τα καύσιμα έχουν παραχθεί με μειωμένες εκπομπές μεθανίου

Bυτιοφόρο της Repsol © Repsol

Η Repsol προειδοποιεί ότι περίπου το 90% των προμηθειών αργού πετρελαίου που προμηθεύεται ενδέχεται να μην πληροί τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις εκπομπές μεθανίου, οι οποίοι τίθενται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Η ισπανική ενεργειακή εταιρεία, ένας από τους σημαντικότερους ομίλους διύλισης καυσίμων της Ευρώπης, βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσει να προμηθεύεται πετρέλαιο από παραγωγούς που δεν παρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία για τις εκπομπές μεθανίου ή να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να μην έχει αρκετό αργό για τη λειτουργία των διυλιστηρίων της.

Σήμερα, η Repsol έχει καταφέρει να επιβεβαιώσει ότι μόλις το 10% έως 15% των προμηθειών της θα συμμορφώνεται με τις νέες απαιτήσεις από την έναρξη εφαρμογής τους.

Νέοι κανόνες από την 1η Ιανουαρίου

Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες απαιτούν από τους εισαγωγείς αργού πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα να αποδεικνύουν ότι τα καύσιμα έχουν παραχθεί υπό καθεστώτα παρακολούθησης, καταγραφής και επαλήθευσης των εκπομπών μεθανίου.

Το μεθάνιο θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου. Σε ορίζοντα 20 ετών, παγιδεύει περίπου 80 φορές περισσότερη θερμότητα από το διοξείδιο του άνθρακα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί μέσω των νέων απαιτήσεων να περιορίσει τις εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή των καυσίμων που εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Ωστόσο, η εφαρμογή τους δημιουργεί σημαντικές δυσκολίες στις ενεργειακές εταιρείες, καθώς απαιτείται συνεργασία και παροχή δεδομένων από τους παραγωγούς εκτός ΕΕ.

Το δίλημμα της Repsol

Η Repsol συνεχίζει να υπογράφει συμβόλαια προμήθειας αργού ακόμη και όταν οι προμηθευτές δεν δεσμεύονται να παράσχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τους νέους κανόνες.

Ο λόγος είναι πρακτικός: η διακοπή αυτών των αγορών θα μπορούσε να αφήσει τα ισπανικά διυλιστήρια χωρίς επαρκείς ποσότητες αργού.

Η Repsol διαθέτει πέντε διυλιστήρια στην Ισπανία, τα οποία είναι σχεδιασμένα να επεξεργάζονται σημαντικές ποσότητες βαρύτερων τύπων αργού. Μεταξύ των κατάλληλων ποιοτήτων περιλαμβάνονται πετρέλαια από την αμερικανική ήπειρο, συμπεριλαμβανομένου του αργού από τη Βενεζουέλα.

Η αντικατάσταση αυτών των ποσοτήτων με ελαφρύτερο αργό θα μπορούσε να μειώσει τα περιθώρια κέρδους, ενώ ορισμένες ποιότητες δεν είναι τεχνικά κατάλληλες για συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.

Πιέσεις για αναβολή των κανόνων

Η διαμάχη αυξάνει την πίεση προς τις Βρυξέλλες για αλλαγή ή αναβολή της εφαρμογής των νέων απαιτήσεων.

Η Γαλλία έχει ήδη ζητήσει να εξεταστεί αναβολή ενός έτους, ενώ περισσότερα από δώδεκα κράτη-μέλη έχουν επίσης ταχθεί υπέρ της καθυστέρησης της εφαρμογής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει τον Ιούλιο να μην επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις για παραβιάσεις των κανόνων επί τρία χρόνια, με στόχο να προστατευθεί η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού. Ωστόσο, οι ίδιες οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης παραμένουν σε ισχύ.

Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό νομικό ζήτημα για τις εταιρείες. Ακόμη και χωρίς πρόστιμο, μια εισαγωγή μπορεί να θεωρηθεί μη συμμορφούμενη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής.

Η Repsol έχει ήδη προχωρήσει σε ενέργειες για να διαφυλάξει τα νομικά της δικαιώματα σε περίπτωση που αντιμετωπίσει μελλοντικές κυρώσεις ή δικαστικές διαδικασίες.

Η συγκυρία γίνεται ακόμη δυσκολότερη

Η αντιπαράθεση για τους κανόνες μεθανίου εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για την ευρωπαϊκή αγορά πετρελαίου.

Ο πόλεμος με το Ιράν έχει εντείνει την πίεση στις διεθνείς τιμές του αργού, ενώ οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις έχουν επηρεάσει περαιτέρω την αγορά.

Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή δυναμικότητα διύλισης έχει μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς αρκετές μονάδες έκλεισαν ή περιορίστηκαν όταν η πανδημία Covid-19 προκάλεσε απότομη πτώση της ζήτησης.

Έτσι, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια λειτουργούν σήμερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης ζήτησης και περιορισμένης ευελιξίας στις προμήθειες. Η εφαρμογή των νέων κανόνων από την 1η Ιανουαρίου 2027 προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας.

Οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ αναμένεται να συζητήσουν το ζήτημα την επόμενη εβδομάδα στο Δουβλίνο, με την ενεργειακή ασφάλεια και το κόστος για τους καταναλωτές να βρίσκονται ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα.