Ώρα μηδέν για το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, ξαναμπαίνουν στην πρίζα οι έρευνες

Τα κρίσιμα 24ωρα για το Abeille Marengo και οι εκτιμήσεις για τη στάση της Άγκυρας. Οι οικονομικές και μετοχικές εξελίξεις που «ξεκλειδώνουν»

Great Sea Interconnector (GSI) © ΑΔΜΗΕ

Στην τελική ευθεία για τη δοκιμασία επί του πεδίου περνά το Great Sea Interconnector (GSI), καθώς η έκδοση χθες των NAVTEX απο Ελλάδα και Κύπρο ανοίγει τον δρόμο για την επανέναρξη των θαλάσσιων ερευνών που είχαν ανασταλεί από το καλοκαίρι του 2024. Με τις επόμενες κινήσεις του γαλλικού ερευνητικού Abeille Marengo να αναμένονται μέσα στα αμέσως επόμενα 24ωρα, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα θα επιλέξει να αντιδράσει στην πράξη, μετά τη χθεσινή έκδοση αντι-NAVTEX και την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών.

Η τουρκική αντίδραση ήταν προεξοφλημένη, καθώς η γειτονική χώρα δεν έχει εγκαταλείψει τις ανυπόστατες αξιώσεις της για θαλάσσιες περιοχές από τις οποίες πρόκειται να διέλθει το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, η έκδοση αναγγελιών και οι δηλώσεις δεν προδικάζουν ότι θα υπάρξει και παρεμπόδιση των ερευνών. Αντίθετα, μία μερίδα ειδικών εκτιμά ότι υπάρχουν σημαντικές πιθανότητες η αντιπαράθεση να περιοριστεί στο διπλωματικό επίπεδο, χωρίς να επαναληφθούν όσα συνέβησαν τον Ιούλιο του 2024 στην Κάσο.

Καταλυτικό ρόλο στην έκβαση αναμένεται να διαδραματίσει το διπλωματικό παρασκήνιο που έχει προηγηθεί, με ιδιαίτερο βάρος στις επαφές μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας. Η γαλλική διάσταση έχει πλέον ενισχυθεί σημαντικά, όχι μόνο λόγω της ανάληψης των ερευνών από γαλλικό πλοίο και της συμμετοχής της Nexans στην κατασκευή του καλωδίου, αλλά κυρίως μετά τη συμφωνία για την είσοδο της Meridiam με πλειοψηφικό ποσοστό στο εταιρικό σχήμα του έργου.

Τα επόμενα βήματα για το Abeille Marengo

Στο επιχειρησιακό σκέλος, οι διαθέσιμες πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι το Abeille Marengo, το οποίο βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου, αναμένεται να αποπλεύσει μέσα στα επόμενα 24ωρα, εφόσον το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα χρειαστούν αρχικά μία έως δύο ημέρες για τη βαθμονόμηση και τον έλεγχο των ερευνητικών οργάνων, πριν το σκάφος κατευθυνθεί στις θαλάσσιες περιοχές όπου εκκρεμεί η ολοκλήρωση των ερευνών βυθού.

Το αντικείμενο των εργασιών αφορά το τμήμα της προβλεπόμενης όδευσης στα διεθνή ύδατα νοτιοανατολικά της Καρπάθου μέχρι την Κύπρο. Πρόκειται για τις έρευνες που απομένουν ώστε να οριστικοποιηθεί η ακριβής χάραξη του καλωδίου. Οι NAVTEX Αθήνας και Κύπρου καλύπτουν τη διαδρομή των προβλεπόμενων εργασιών. Το χρονικό διάστημα που προσδιορίζεται εκτείνεται από τις 6 Νοεμβρίου 2026 έως τις 6 Μαρτίου 2027, παρέχοντας το αναγκαίο περιθώριο για την πραγματοποίηση των ερευνών.

Επομένως, το καθοριστικό ορόσημο θα είναι η είσοδος του γαλλικού σκάφους στις θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει τις αξιώσεις της. Εκεί θα αποσαφηνιστεί κατά πόσο οι τουρκικές αντιδράσεις θα εξαντληθούν σε αναγγελίες και διπλωματικές παρεμβάσεις, ή θα υπάρξουν κινήσεις που θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν την εξέλιξη των ερευνητικών εργασιών.

Η τουρκική αντι-NAVTEX και η απάντηση της Αθήνας

Η Άγκυρα έσπευσε να επιβεβαιώσει ότι δεν έχει μεταβάλει τις πάγιες θέσεις της, εκδίδοντας αντι-NAVTEX λίγες ώρες μετά τις ελληνικές και κυπριακές αναγγελίες. Με αυτήν υποστήριξε ότι τμήμα των περιοχών που καλύπτονται από την ελληνική NAVTEX εμπίπτει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, επικαλούμενη τη μονομερή γνωστοποίηση των σχετικών διεκδικήσεών της στον ΟΗΕ, στις 18 Μαρτίου 2020.

Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει χορηγήσει άδεια για τις συγκεκριμένες ερευνητικές δραστηριότητες και ότι οι σχετικές εργασίες πρέπει να συντονίζονται με τις αρμόδιες τουρκικές αρχές. Ακολούθησε ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, με την οποία χαρακτηρίστηκαν παράνομες οι αναγγελίες και επαναλήφθηκε η θέση ότι οι έρευνες δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς την έγκριση της Άγκυρας.

Η τουρκική αντι-NAVTEX προκάλεσε άμεση κινητοποίηση των ελληνικών μηχανισμών, προκειμένου να απορριφθεί οποιαδήποτε απόπειρα εμφάνισης της Άγκυρας ως αρμόδιας για την αδειοδότηση ή τον συντονισμό των ερευνών. Η Αθήνα απάντησε ότι οι εργασίες του γαλλικού πλοίου θα προχωρήσουν βάσει του επιχειρησιακού προγραμματισμού της εταιρείας, σε ελληνικά και κυπριακά χωρικά ύδατα, καθώς και σε περιοχές ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας.

Ελληνικές διπλωματικές πηγές υπογράμμισαν επίσης ότι το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας είναι σαφές και δεν επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, απορρίπτοντας ουσιαστικά την προσπάθεια της Τουρκίας να θεμελιώσει δικαιοδοσία στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.

Το προηγούμενο του EMC

Παρά την άμεση αντίδραση της Άγκυρας, μερίδα αναλυτών εμφανίζεται καθησυχαστική για τη συνέχεια. Όπως επισημαίνουν, η έκδοση αντι-NAVTEX ήταν αναμενόμενη και δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει να παρεμποδίσει τις έρευνες. Κατά την εκτίμησή τους, ένα πιθανό σενάριο είναι να επαναληφθεί ό,τι συμβαίνει με το υποθαλάσσιο καλωδιακό σύστημα μεταφοράς δεδομένων EMC (East to Med Corridor), όπου οι εργασίες προχωρούν χωρίς επιχειρησιακή εμπλοκή, παρά τις τουρκικές ενστάσεις.

Οι ίδιοι αναλυτές στέκονται μάλιστα σε μία διαφοροποίηση στη φρασεολογία των τουρκικών αναγγελιών. Στην περίπτωση του EMC, η Άγκυρα χαρακτηρίζει παράνομη τη χορήγηση άδειας από την Ελλάδα. Αντίθετα, στην περίπτωση του GSI, η αντι-NAVTEX επικεντρώνεται στην επισήμανση ότι δεν έχει ζητηθεί άδεια από τις τουρκικές αρχές. Πρόκειται για μία διατύπωση που εκλαμβάνεται ως ηπιότερη, χωρίς βέβαια να μεταβάλλει την ουσία των τουρκικών διεκδικήσεων.

Κατά την ίδια ανάγνωση, η συγκεκριμένη διαφοροποίηση μπορεί να αφήνει περιθώριο ώστε η τουρκική πλευρά να διατηρήσει τις νομικές και διπλωματικές της θέσεις, χωρίς να επιλέξει μία δυναμική κίνηση επί του πεδίου. Με άλλα λόγια, να συνεχίσει να αμφισβητεί τις ελληνικές και κυπριακές αρμοδιότητες, αλλά να μην επιχειρήσει να εμποδίσει στην πράξη το γαλλικό πλοίο.

Σε αυτή την εκτίμηση προστίθεται και η νέα πολιτική πραγματικότητα στις ΗΠΑ, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Σύμφωνα με τους ίδιους αναλυτές, πλέον η Άγκυρα έχει έναν επιπλέον λόγο να αποφύγει μία νέα εστία έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, που θα μπορούσε να δημιουργήσει τριβές τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Καταλύτης η Meridiam

Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας νέας εμπλοκής, ακόμη κι αν η μέχρι τώρα αντίδραση της Άγκυρας περιορίζεται σε διπλωματικά μέσα. Όπως υπενθυμίζουν, ανάλογη ήταν η αλληλουχία των γεγονότων και τον Ιούλιο του 2024, όταν οι έρευνες του ιταλικού Ievoli Relume στην περιοχή της Κάσου οδήγησαν σε ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.

Τότε, είχαν προηγηθεί ελληνικές NAVTEX και δύο τουρκικές αναγγελίες, με τις οποίες η Άγκυρα επιχειρούσε να εμφανίσει τις τουρκικές αρχές ως αρμόδιες για τον συντονισμό των εργασιών. Η αντιπαράθεση, επομένως, είχε ξεκινήσει και πάλι με ανταλλαγή αναγγελιών, πριν μεταφερθεί στο πεδίο με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε τελικά στη διακοπή των ερευνών στην επίμαχη περιοχή, οι οποίες έκτοτε παρέμειναν σε εκκρεμότητα.

Ωστόσο, πηγές με άριστη γνώση των τεκταινομένων υπογραμμίζουν ότι η σημερινή συγκυρία διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη του καλοκαιριού του 2024. Ως βασικό σημείο καμπής προσδιορίζουν τη συμφωνία του Αυγούστου για την είσοδο της γαλλικής Meridiam στην εταιρεία ειδικού σκοπού του GSI, η οποία διεύρυνε το πολιτικό και επενδυτικό αποτύπωμα της διασύνδεσης.

Με την προσθήκη του γαλλικού fund, το έργο απέκτησε ισχυρότερη διεθνή επενδυτική βάση, ενώ ενισχύθηκε και η σύνδεσή του με τα γαλλικά συμφέροντα. Επομένως, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, η Τουρκία δεν έχει πλέον να αντιμετωπίσει ένα ερευνητικό πλοίο που ενεργεί για λογαριασμό μίας εταιρείας χωρίς σύνδεση με το έργο, όπως συνέβη το καλοκαίρι του 2024.

«Η ελληνική πλευρά λειτούργησε στη βάση του σχετικού προγραμματισμού, προχωράμε χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς νικητές και ηττημένους», σημειώνουν χαρακτηριστικά οι ίδιοι κύκλοι, δίνοντας το στίγμα της επιδίωξης να προχωρήσουν οι εργασίες χωρίς η διαδικασία να προσλάβει χαρακτήρα επίδειξης ισχύος.

Το σενάριο του «hailing» και η στάση του γαλλικού πλοίου

Ερωτώμενες για το ενδεχόμενο παρουσίας τουρκικών πολεμικών πλοίων κοντά στο Abeille Marengo, οι ίδιες πηγές δεν αποκλείουν ένα σενάριο «hailing», δηλαδή την εμφάνιση τουρκικού πολεμικού στην περιοχή, το οποίο θα επιχειρήσει να επικοινωνήσει με το ερευνητικό πλοίο. Σε μία τέτοια περίπτωση, είναι βέβαιη και η ελληνική στρατιωτική παρουσία για την παρακολούθηση της κατάστασης.

Μία τέτοια εξέλιξη, πάντως, δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι οι έρευνες θα ανασταλούν. Το κρίσιμο στοιχείο θα ήταν κατά πόσο η τουρκική παρουσία θα περιοριζόταν σε παρακολούθηση και ασύρματες επικοινωνίες ή θα συνοδευόταν από κινήσεις που θα εμπόδιζαν την εκτέλεση των εργασιών.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εδώ εντοπίζεται μία ακόμη σημαντική διαφορά σε σχέση με το 2024. Τότε, όταν εμφανίστηκαν οι τουρκικές φρεγάτες, το ιταλικό Ievoli Relume διέκοψε τις έρευνες και κατευθύνθηκε στη Ρόδο, εν αναμονή κάποιας συνεννόησης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την αναστολή των εργασιών.

Η εκτίμηση των συγκεκριμένων κύκλων είναι ότι το Abeille Marengo δεν θα ακολουθήσει ανάλογη τακτική, με δεδομένη την σημαντική γαλλική εμπλοκή στο έργο. Κατά συνέπεια, εάν η Άγκυρα επιδιώξει να ανακόψει τις έρευνες, θα χρειαστεί να προχωρήσει πέρα από την παρουσία πολεμικών πλοίων και τις ασύρματες προειδοποιήσεις, αναλαμβάνοντας το πολιτικό και διπλωματικό κόστος μιας πιο δυναμικής παρέμβασης.

«Διευρύνουμε την “καρίνα” του έργου, για να το ανατρέψει η Τουρκία θα πρέπει να κινηθεί πιο επιθετικά επί του πεδίου και αυτό θα ήταν καταστροφικό για αυτή. Δεν θα παίξει τις μάρκες της και δεν θα σπαταλήσει τόσο κεφάλαιο για ένα θέμα στο οποίο είναι 99% λάθος. Δεν την συμφέρει να φτάσει στα άκρα για ένα έργο με ευρωπαϊκό πρόσημο που είναι πολύ σημαντικό και για τις ΗΠΑ», προσθέτουν χαρακτηριστικά.

Το διπλωματικό παρασκήνιο και η γραπτή ενημέρωση

Σημαντική παράμετρος για την εξέλιξη της υπόθεσης παραμένουν οι επαφές που έχουν προηγηθεί μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι έχουν υπάρξει σχετικές προσυνεννοήσεις, ώστε να διερευνηθούν τα περιθώρια πραγματοποίησης των ερευνών χωρίς επανάληψη της κρίσης του 2024.

Στο πλαίσιο αυτό, ένα κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η γαλλική πλευρά έχει αποστείλει επίσημη γραπτή ενημέρωση προς την Τουρκία, ενδεχομένως και προς άλλες χώρες της περιοχής, σχετικά με τις προγραμματισμένες εργασίες. Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει καταστεί δυνατό να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη τέτοιου εγγράφου από ελληνικές πηγές που παρακολουθούν από κοντά το θέμα.

Η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών αφήνει περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μία πλευρά, θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι δεν έχει προηγηθεί σχετική γραπτή ενημέρωση. Από την άλλη, δεν αποκλείεται να έχει υπάρξει επικοινωνία, αλλά με διατυπώσεις τις οποίες η Άγκυρα δεν θεωρεί επαρκείς για την ικανοποίηση των αξιώσεών της.

Υπενθυμίζεται ότι σε πρόσφατες δηλώσεις του ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε αφήσει να διαφανεί ένα περιθώριο συνεννόησης, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα δεν αντιτίθεται στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά ζητεί προηγούμενη γραπτή ενημέρωση για τις έρευνες, στην οποία θα περιγράφονται οι εργασίες και οι συντεταγμένες τους. Η τοποθέτηση αυτή είχε ερμηνευθεί ως πιθανή μετατόπιση προς μία πιο διαχειρίσιμη στάση, χωρίς βέβαια η Τουρκία να εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της.

Εξάλλου, μέσα από χθεσινές διαρροές σε τουρκικά μέσα ενημέρωσης, πηγές στην Άγκυρα φέρονταν να υποστηρίζουν ότι μία τέτοια γραπτή ενημέρωση θα μπορούσε να εκληφθεί από την τουρκική πλευρά ως αίτημα άδειας. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να προσφέρει μία διέξοδο ώστε η Τουρκία να περιορίσει την αντίδρασή της σε αντι-NAVTEX και διπλωματικές ανακοινώσεις, χωρίς να επιχειρήσει παρεμπόδιση των ερευνών.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι, εφόσον έχει αποσταλεί σχετικό έγγραφο, οι διατυπώσεις του καθιστούν απολύτως σαφές ότι πρόκειται για ενημέρωση και όχι για αίτημα άδειας. Επομένως, δεν δημιουργηθεί αρνητικό προηγούμενο, το οποίο η Τουρκία θα επιχειρούσε να αξιοποιήσει ως έρεισμα για τις αβάσιμες αξιώσεις της.

Οι οικονομικές εξελίξεις που «ξεκλειδώνουν»

Πέρα από το γεωπολιτικό και επιχειρησιακό σκέλος, η επανεκκίνηση των ερευνών δημιουργεί προϋποθέσεις για να επιταχυνθούν και σημαντικές οικονομικές και μετοχικές εξελίξεις, οι οποίες παραμένουν σε εκκρεμότητα για το Great Sea Interconnector.

Κατ’ αρχάς, η έκδοση των NAVTEX ανοίγει τον δρόμο για την καταβολή της πρώτης δόσης των 25 εκατ. ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία, στο πλαίσιο της συμφωνίας για την ανάκτηση δαπανών του έργου. Υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία προβλέπει συνολικές καταβολές 125 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας, δηλαδή 25 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η εκταμίευση της κυπριακής συνεισφοράς αποτελεί ένα από τα ζητήματα που συνδέονται με τη χρηματοοικονομική πρόοδο της διασύνδεσης. Παράλληλα, παραμένουν προς διευθέτηση και άλλες ρυθμιστικές εκκρεμότητες, μεταξύ των οποίων η αναγνώριση των δαπανών που έχει ήδη πραγματοποιήσει ο ΑΔΜΗΕ για το έργο.

Η διευθέτηση αυτών των ζητημάτων αναμένεται να ανοίξει τον δρόμο για τη μεταβίβαση του έργου στην εταιρεία ειδικού σκοπού Great Sea Interconnector, ώστε αυτή να αναλάβει πλήρως τον ρόλο του φορέα υλοποίησης. Πρόκειται για το επόμενο σημαντικό βήμα προκειμένου να ολοκληρωθεί σε επιχειρησιακό επίπεδο η αλλαγή του εταιρικού σχήματος, με τη Meridiam να αποκτά ουσιαστικά τον έλεγχο της ανάπτυξης της διασύνδεσης.

Υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία με το γαλλικό fund, για την απόκτηση ποσοστού 66% στην εταιρεία GSI, συνοδεύεται από συγκεκριμένες οικονομικές υποχρεώσεις. Όταν μεταφερθεί το έργο στην εταιρεία ειδικού σκοπού, η Meridiam προβλέπεται να καταβάλει το 66% των 251,4 εκατ. ευρώ που έχει επενδύσει έως τώρα ο ΑΔΜΗΕ, με συμψηφισμό των ποσών που θα δαπανήσει η ίδια για την πραγματοποίηση του υπολειπόμενου 40% των ερευνών βυθού.

Έως ότου ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες, ο ΑΔΜΗΕ εξακολουθεί να έχει τον ρόλο του project promoter, διατηρώντας την αρμοδιότητα για τις ενέργειες υλοποίησης του έργου. Επομένως, η επανέναρξη των ερευνών δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό τεχνικό ορόσημο, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη μετάβαση στο νέο εταιρικό και χρηματοδοτικό σχήμα.