Η Τουρκία, με ανακοίνωσή του υπουργείου Εξωτερικών της την Παρασκευή το βράδυ, επιμένει στις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, αφήνοντας, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεννόησης με τη γαλλική πλευρά για τις έρευνες που συνδέονται με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (GSI). Όπως αναδεικνύει σε δημοσίευμά του το iefimerida, η Γαλλία έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στις επαφές με την Άγκυρα, με στόχο να προχωρήσουν οι εργασίες χωρίς να προκληθεί νέα ένταση στην περιοχή.
Σε ανακοίνωσή του, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι η διαδικασία εξασφάλισης της συγκατάθεσης της Τουρκίας για το τμήμα των ερευνών που, κατά τους ισχυρισμούς της, αφορά την “τουρκική υφαλοκρηπίδα”, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές επαφές μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας.
Η ανακοίνωση εκδόθηκε λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση της αδειοδοτικής διαδικασίας από τις ελληνικές αρχές και την έκδοση NAVTEX από τον σταθμό Ηρακλείου για το γαλλικό πλοίο «Abeille Marengo», το οποίο βρίσκεται σε ετοιμότητα για την έναρξη των εργασιών.
Ο ρόλος της Γαλλίας και η τουρκική επιμονή στη συγκατάθεση
Η Άγκυρα χαρακτηρίζει παράνομες τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου, υποστηρίζοντας ότι πραγματοποιούνται χωρίς την απαιτούμενη άδειά της. Παράλληλα, αναφέρει ότι ακύρωσε τις ελληνικές και κυπριακές αγγελίες προς ναυτιλλομένους (NAVTEX), επαναλαμβάνοντας τις θέσεις της για τα όρια της υφαλοκρηπίδας της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, εστιάζεται κυρίως στη διατύπωση περί διαδικασίας εξασφάλισης τουρκικής συγκατάθεσης, η οποία παραμένει σε εκκρεμότητα. Αν και το τουρκικό υπουργείο δεν κατονομάζει τη γαλλική πλευρά ως συνομιλητή του, η αναφορά στο πλοίο υπό γαλλική σημαία και στις διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη παραπέμπει στις επαφές του Παρισιού με την Άγκυρα.
Υπενθυμίζεται ότι η γαλλική πλευρά έχει αναλάβει να διαχειριστεί τις σχετικές επικοινωνίες με την Τουρκία, επιχειρώντας να διευκολύνει την επανέναρξη των ερευνών, μετά το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε με τα γεγονότα της Κάσου το καλοκαίρι του 2024.
Η διπλωματική αυτή επιλογή εξυπηρετεί και έναν σημαντικό ελληνικό στόχο: να μην εμφανιστεί η Αθήνα να ζητά άδεια από την Τουρκία για δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές όπου θεωρεί ότι ασκεί νόμιμα τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Το κρίσιμο ζήτημα της ενημέρωσης και το όριο της Αθήνας
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με τις τουρκικές αρχές. Για την Αθήνα, η ενημέρωση της Άγκυρας μπορεί να αφορά αποκλειστικά ζητήματα ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και ομαλής διεξαγωγής των εργασιών, χωρίς να συνιστά αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας ή αποδοχή διαδικασίας αδειοδότησης.
Αντίθετα, η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις επαφές ως διαδικασία εξασφάλισης της συγκατάθεσής της, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη δική της ερμηνεία για το καθεστώς της περιοχής.
Η διαφορά των δύο προσεγγίσεων δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μια ενδεχόμενη αποδοχή διαδικασίας τουρκικής συγκατάθεσης θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο και για τις επόμενες φάσεις του έργου. Γι’ αυτό και η ελληνική πλευρά επιμένει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί οποιαδήποτε διευθέτηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση των τουρκικών διεκδικήσεων.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών
«Σχετικά με την απόπειρα διεξαγωγής μη εξουσιοδοτημένης θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας από πλοίο υπό γαλλική σημαία εντός της υφαλοκρηπίδας μας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Διαπιστώνεται ότι πλοίο υπό γαλλική σημαία προτίθεται να πραγματοποιήσει παράνομη θαλάσσια επιστημονική ερευνητική δραστηριότητα, με σκοπό την πόντιση καλωδίων χωρίς άδεια, εντός των ορίων της υφαλοκρηπίδας μας, τα εξωτερικά όρια της οποίας γνωστοποιήσαμε στα Ηνωμένα Έθνη στις 18 Μαρτίου 2020.
Οι μη εξουσιοδοτημένες αγγελίες προς ναυτιλλομένους που εκδόθηκαν για τον σκοπό αυτό από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία (ΓΚΡΙ) ακυρώθηκαν από τη χώρα μας.
Η διαδικασία εξασφάλισης της συγκατάθεσης της χώρας μας, η οποία απαιτείται σύμφωνα με τις καθιερωμένες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας για το τμήμα της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας του εν λόγω πλοίου που εμπίπτει εντός των ορίων της υφαλοκρηπίδας μας, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η αποφασιστικότητά μας να προστατεύσουμε τα κυριαρχικά δικαιώματά μας που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο παραμένει ακλόνητη. Παράλληλα, θα συνεχίσουμε να υιοθετούμε μια προσέγγιση που βασίζεται στη συνεργασία, τον διάλογο και τον συντονισμό στην περιοχή».
