Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Τροφίμων του ΟΗΕ (FAO), διαθέτει πλήρη επισιτιστική επάρκεια, ωστόσο μεγάλο μέρος αυτής βασίζεται στις εισαγωγές. Η εξάρτηση αυτή γίνεται πιο έντονη στα δημητριακά, στο κρέας και στα θαλασσινά, που αποτελούν βασικά συστατικά της καθημερινής διατροφής των Ελλήνων. Αντίθετα, η εγχώρια πρωτογενής παραγωγή επαρκεί για λαχανικά και φρούτα, τα οποία επίσης αποτελούν σημαντικό κομμάτι της διατροφής στη χώρα μας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO, η Ελλάδα εμφανίζεται ως χώρα με πλήρη επισιτιστική κάλυψη, με κάθε Έλληνα να έχει ετήσια διαθεσιμότητα τροφής που αντιστοιχεί περίπου σε 3.500 θερμίδες, 112 γραμμάρια πρωτεΐνης και 156 γραμμάρια λίπους ημερησίως. Αυτοί οι δείκτες υπερβαίνουν τις βασικές ανάγκες, αφού ο FAO θεωρεί ότι οι 2.100-2.300 θερμίδες ημερησίως αρκούν για έναν υγιή ενήλικα.
Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της επισιτιστικής ασφάλειας βασίζεται στις εισαγωγές, ακόμα και για προϊόντα που παράγονται εγχώρια, αλλά η παραγωγή τους δεν επαρκεί. Παραδείγματα αποτελούν οι μπανάνες, ο καφές, το πιπέρι και άλλα καθημερινά αγαθά.
Πλεόνασμα στο ελαιόλαδο, αυτάρκεια στα φρούτα
Η εγχώρια παραγωγή είναι πολύ ισχυρή στα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο και οι ελιές. Η Ελλάδα παράγει τριπλάσια ποσότητα ελαιόλαδου απ’ όση καταναλώνει εσωτερικά (351%) και περισσότερες βρώσιμες ελιές απ’ όσες χρειάζεται η εγχώρια αγορά (110%).
Συγκεκριμένα, το 2023 η παραγωγή ελαιόλαδου έφτασε τους 365 χιλιάδες τόνους, ενώ η κατανάλωση περιορίστηκε στους 104 χιλιάδες τόνους. Το πλεόνασμα είτε εξήχθη είτε αποθηκεύτηκε είτε συνδυάστηκαν και τα δύο. Η μικρή εγχώρια κατανάλωση φαίνεται να συνδέεται με την άνοδο των τιμών του ελαιόλαδου εκείνη τη χρονιά.
Στα φρούτα, η Ελλάδα εμφανίζει επίσης σημαντική αυτάρκεια. Η παραγωγή πορτοκαλιών το 2023 υπερέβη κατά δύο φορές την εσωτερική κατανάλωση (216%), ενώ τα μήλα κάλυψαν το 119% και τα σταφύλια το 121% της ζήτησης. Αντίθετα, η εξάρτηση από εισαγόμενα φρούτα είναι έντονη για προϊόντα που δεν καλλιεργούνται στη χώρα, όπως οι μπανάνες, όπου μόλις το 3% της κατανάλωσης παράγεται εγχώρια. Η εξάρτηση είναι ακόμη μεγαλύτερη για εξωτικά φρούτα, όπως ανανάς και μάνγκο.
Σημαντική είναι και η αυτάρκεια σε γαλακτοκομικά προϊόντα (121%) και λαχανικά (111%).
Σοβαρό πρόβλημα στο κρέας
Αντίθετα, η παραγωγή κρέατος και δημητριακών παραμένει ανεπαρκής. Η χώρα εισάγει σημαντικές ποσότητες βοδινού και χοιρινού κρέατος.
Το 2023, η παραγωγή βοδινού κάλυψε μόλις το 24% της ζήτησης (37 χιλ. τόνοι από 153 χιλ. τόνους), με το υπόλοιπο να προέρχεται από εισαγωγές (128 χιλ. τόνοι). Η παραγωγή βοδινού μειώθηκε κατά 50% από το 2010 έως το 2023, όταν η εγχώρια παραγωγή ξεπερνούσε τους 78 χιλιάδες τόνους. Παρόμοια εικόνα υπάρχει στο χοιρινό κρέας, με παραγωγή που μειώθηκε από 100 χιλ. τόνους το 2010 σε 71 χιλ. τόνους το 2023 και με την εξάρτηση από εισαγωγές να αυξάνεται.
Η παραγωγή πουλερικών ακολουθεί διαφορετική πορεία, με αυξημένη παραγωγή και κατανάλωση, πιθανώς λόγω υψηλών τιμών στο κόκκινο κρέας και της εισόδου μεγάλων βιομηχανιών στον κλάδο.
Πάνω από τις μισές πατάτες είναι εισαγόμενες
Επιπλέον, η Ελλάδα εξαρτάται έντονα από εισαγωγές σε δημητριακά και πατάτες. Το σιτάρι καλύπτει το 65% των αναγκών, το κριθάρι το 74%, ο αραβόσιτος το 62%, η βρώμη το 77% και η πατάτα μόνο το 45%. Μόνο στο ρύζι η παραγωγή επαρκεί και μάλιστα ξεπερνά τη ζήτηση κατά 226%.
Η εξάρτηση από εισαγωγές είναι, επίσης, μεγάλη στα ψάρια και τα θαλασσινά. Η εγχώρια παραγωγή φρέσκων ψαριών καλύπτει μόλις το 25% της ζήτησης και των κεφαλόποδων το 18%, δείκτες που έχουν αυξηθεί σε σχέση με το 2010.

Συνολικά, η Ελλάδα εμφανίζει πλήρη επισιτιστική κάλυψη χάρη στη συνδυασμένη δράση εγχώριας παραγωγής και εισαγωγών, αλλά παραμένει εξαρτημένη σε βασικά διατροφικά προϊόντα, όπως κρέας, δημητριακά, μπανάνες και θαλασσινά, ενώ διατηρεί σημαντική αυτάρκεια σε φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά και παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο και οι ελιές.
Αναδημοσίευση από Απογευματινή