Η Ελλάδα ο προϋπολογισμός καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα για επτά από τα τελευταία εννέα έτη, με πρωτογενή ελλείμματα να εμφανίζονται μόνο το 2015 και την περίοδο 2020–2021 λόγω της πανδημίας COVID-19, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat και τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Φθινόπωρο 2025). Επιπλέον, με βάση τις ίδιες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα εκτιμάται ότι συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωζώνης με τα υψηλότερα πρωτογενή πλεο-νάσματα ως ποσοστό του ΑΕΠ την περίοδο 2025–2026.
Όπως αναφέρουν οι αναλυτές της Eurobank στο Οικονομικό Δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία», η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού το 2025 επιβεβαιώνει τη διατήρηση ισχυρής δημοσιονομικής δυναμικής, ενισχύοντας ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης του προϋπολογισμού 2026. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των πρωτογενών δαπανών, οδήγησε σε πρωτογενές αποτέλεσμα υψηλότερο των αρχικών προβλέψεων, ενισχύοντας την αξιοπιστία της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ο προϋπολογισμός 2026 καταρτίζεται σε περιβάλλον δημοσιονομικής κανονικότητας αλλά και αυξη-μένων θεσμικών περιορισμών, καθώς η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής εντάσσεται πλέον στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, με δεσμευτικά όρια στην εξέλιξη των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Στο Οικονομικό Δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank εξετάζονται η εκτέλεση του 2025 και οι επιπτώσεις της στους στόχους του 2026, οι βασικές δημοσιονομικές προτεραιότητες του νέου προϋπολογισμού, η πορεία του δημόσιου χρέους και η πιθανότητα επίτευξης των πρωτογενών στόχων μέσω ανάλυσης προσο-μοίωσης Monte Carlo.
Οι βασικοί παράγοντες απόκλισης από τους στόχους του Προϋπολογισμού 2026 περιλαμβάνουν: (α) την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, ιδίως σε κατηγορίες που συνδέονται με την ιδιωτική κατανάλωση και τα εισοδήματα, και (β) την υποεκτέλεση δαπανών, κυρίως στις πιστώσεις υπό κατανο-μή, στις αποκτήσεις παγίων περιουσιακών στοιχείων και σε επιμέρους μεταβιβάσεις.
Τα ανωτέρω μεγέθη αποτυπώνονται σε ταμειακή βάση και δεν ταυτίζονται πλήρως με τα αποτελέσμα-τα της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA. Η εν λόγω υπεραπόδοση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του αποτελέσματος της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA, καθώς μεγάλο μέρος της σχετίζεται με χρονισμό πληρωμών. Ωστόσο, παρέχουν σαφή εικόνα για την κατεύθυνση και την ένταση της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης κατά το 2025.
Σχετικά με τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις το μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής του προϋπολογισμού 2026 βασίζεται κυρίως στην πλήρη δημοσιονομική αποτύπωση παρεμβάσεων που είχαν ήδη θεσμοθετηθεί ή ενσωματωθεί σε προηγούμενους προϋπολογισμούς και αποκτούν εφαρμόζονται πλήρως τπήρη επίπτωση το 2026. Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων για το 2026 ανέρχεται σε –€5,94 δισ., με τις νέες παρεμβάσεις να ανέρχονται σε €1,76 δισ., ενώ παρεμβάσεις που θεσμοθετήθηκαν κατά την εκτέλεση του Προϋπολογι-σμού 2025 και εκείνες που είχαν ήδη ενσωματωθεί στον Προϋπολογισμού 2025 συνεισφέρουν –€1,51 δισ. και –€2,67 δισ. αντίστοιχα.
Η κατανομή αυτή δείχνει ότι το τελικό δημοσιονομικό αποτέ-λεσμα προκύπτει κυρίως από την ωρίμανση υφιστάμενων πολιτικών. Παράλληλα, η δημοσιονο-μική στήριξη το 2026 μετατοπίζεται προς τις επενδυτικές δαπάνες. Οι δαπάνες του ΠΔΕ προβλέπεται να διαμορφωθούν σε περίπου €9,70 δισ., ενώ, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πληροφόρηση για το ΤΑΑ, έχουν ήδη εκταμιευθεί έως τις αρχές του 2026 €23,40 δισ. (περίπου 65% των συνολι-κών πόρων). Ο συνδυασμός υψηλού ΠΔΕ και ενεργών εκταμιεύσεων από το ΤΑΑ επιτρέπει τη στή-ριξη της αναπτυξιακής δυναμικής μέσω συγχρηματοδοτούμενων επενδύσεων, χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση του εθνικού σκέλους των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
• Δημόσιο Χρέος: Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι υποχωρεί στο 138,2% το 2026, από 145,9% το 2025 και 154,2% το 2024, αντανακλώντας διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, θετικούς ρυθμούς ονομαστικής μεγέθυνσης και την ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους. Περίπου 70% του χρέους διακρατείται από τον επίσημο τομέα, το 100% είναι σταθερού επιτοκίου μετά τις πρά-ξεις αντιστάθμισης, με μέση διάρκεια ~19 έτη, περιορίζοντας τους κινδύνους αναχρηματοδότησης.
Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το Δημόσιο διατηρεί ταμειακό απόθεμα περίπου €39 δισ. στο τέλος του 2025. Η βελτίωση των θεμε-λιωδών μεγεθών αντανακλάται και στις αγορές, με το περιθώριο των ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων να υποχωρεί κάτω από τις 80 μονάδες βάσης το 2025. Πρόσφατη ανάλυση του ESM επιβεβαιώνει τις εν λόγω εξελίξεις. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις, με το ελληνικό αξιόχρεο να βρίσκεται πλέον στην επενδυτική βαθμίδα για το σύνολο των οίκων που λαμβάνει υπόψη το Ευρωσύστημα, και τις περισσότερες αξιολογήσεις ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτήν.
Οι βασικοί παράγοντες απόκλισης από τους στόχους του Προϋπολογισμού 2026 περιλαμβάνουν: (α) την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, ιδίως σε κατηγορίες που συνδέονται με την ιδιωτική κα-τανάλωση και τα εισοδήματα, και (β) την υποεκτέλεση δαπανών, κυρίως στις πιστώσεις υπό κατανο-μή, στις αποκτήσεις παγίων περιουσιακών στοιχείων και σε επιμέρους μεταβιβάσεις.
Τα ανωτέρω μεγέθη αποτυπώνονται σε ταμειακή βάση και δεν ταυτίζονται πλήρως με τα αποτελέσμα-τα της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA. Η εν λόγω υπεραπόδοση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του αποτελέσματος της Γενικής Κυβέρνησης σε όρους ESA, καθώς μεγάλο μέρος της σχετίζεται με χρονισμό πληρωμών. Ωστόσο, παρέχουν σαφή εικόνα για την κατεύθυνση και την ένταση της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης κατά το 2025.
Αναλυτικότερα:
• Δημοσιονομικό Ισοζύγιο: Το συνολικό ισοζύγιο του Κρατικού Προϋπολογισμού κατέγραψε πλεό-νασμα €0,10 δισ., βελτιωμένο κατά €2,69 δισ. σε σχέση με τον στόχο του 12-μήνου 2025, που αντι-στοιχεί σε βελτίωση 103,9% έναντι του στόχου, εξέλιξη που αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση της υπεραπόδοσης των εσόδων και της συγκρατημένης εκτέλεσης των δαπανών, χωρίς ενδείξεις υστέρησης επενδυτικών πληρωμών.
• Πρωτογενές Ισοζύγιο: Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα €8,09 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €2,76 δισ., ήτοι 51,8% υψηλότερα του στόχου, εξέλιξη που αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση της ισχυρής επίδοσης των φορολογικών εσόδων και της συγκρατημένης εκτέλεσης των πρωτογενών δαπανών, χωρίς ενδείξεις υστέρησης στις επενδυτικές πληρωμές.
• Έσοδα Κρατικού Προϋπολογισμού: Τα καθαρά έσοδα ανήλθαν σε €77,07 δισ., υπολειπόμενα ορια-κά του στόχου κατά €0,80 δισ., ή –1,0% έναντι του στόχου.
• Φορολογικά έσοδα: Διαμορφώθηκαν σε €71,91 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €0,39 δισ., ή +0,5% έναντι του στόχου.
• Φόρος εισοδήματος: Ανήλθε σε €26,54 δισ., υψηλότερα του στόχου κατά €0,18 δισ. ή +0,7%, με κύρια συμβολή από τη φορολογία φυσικών προσώπων. Η υπέρβαση αντανακλά τη διεύρυνση της μισθολογικής και εισοδηματικής βάσης, σε συνδυασμό με τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφω-ση και την ισχυρή επίδοση εισοδημάτων από αυτοαπασχόληση.
• Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ): Τα συνολικά έσοδα από ΦΠΑ διαμορφώθηκαν σε €27,78 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο κατά €0,20 δισ. ή +0,7% έναντι του στόχου, με τη θετική απόκλιση να προέρχεται κυρίως από τον ΦΠΑ εγχωρίων συναλλαγών, ενώ ο ΦΠΑ εισαγωγών και ο ΦΠΑ πετρε-λαιοειδών κινήθηκαν πλησίον του προγραμματισμού. Η βελτίωση των εσόδων ΦΠΑ συνδέεται τό-σο με την ονομαστική αύξηση της φορολογητέας βάσης όσο και με τη σταδιακή ενίσχυση της φο-ρολογικής συμμόρφωσης, όπως αποτυπώνεται στη σημαντική μείωση του δείκτη Κενού ΦΠΑ (VAT gap) τα τελευταία έτη.
• Φόρος ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ): Διαμορφώθηκε σε €2,40 δισ., οριακά χαμηλότερα του στό-χου κατά περίπου €0,02 δισ. ή –0,8%, απόκλιση που θα μπορούσε να αποδοθεί κυρίως σε παρά-γοντες χρονισμού των εισπράξεων και διοικητικές εκκαθαρίσεις, χωρίς ένδειξη υποχώρησης της φορολογικής βάσης.
• Συνολικές Δαπάνες: Οι συνολικές δαπάνες ανήλθαν σε €76,97 δισ., παρουσιάζοντας υποεκτέλεση €3,48 δισ. σε σχέση με τον στόχο, που αντιστοιχεί σε –4,3% έναντι του στόχου. Η απόκλιση οφείλε-ται κυρίως σε παράγοντες χρονισμού πληρωμών, σε χαμηλότερες των προβλεπόμενων δαπάνες τόκων, καθώς και σε συνεχιζόμενο έλεγχο λειτουργικών και μεταβιβαστικών δαπανών, ενώ οι δα-πάνες επενδυτικού χαρακτήρα κινήθηκαν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τον προγραμματισμό.
• Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ): Τα έσοδα διαμορφώθηκαν σε €3,56 δισ., χαμηλότερα του στόχου, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως σε παράγοντες χρονισμού των εισροών συγχρηματο-δότησης, ενώ οι δαπάνες ανήλθαν σε €9,71 δισ., κινούμενες σε ευθυγράμμιση με τον ετήσιο προ-γραμματισμό, χωρίς ενδείξεις υστέρησης στην υλοποίηση του επενδυτικού σκέλους.
• Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ): Τα έσοδα ανήλθαν σε €3,46 δισ., ενώ οι δαπάνες διαμορφώθηκαν σε €4,90 δισ., σύμφωνα με τον στόχο του 12-μήνου, αντανακλώντας την ομαλή υλοποίηση των έργων και τη συνεπή επίτευξη των προβλεπόμενων οροσήμων.
Συνολικά, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού το 2025 καταδεικνύει ότι η δημοσιονομική υπε-ραπόδοση προκύπτει κυρίως από διατηρήσιμους παράγοντες, ενισχύοντας την αξιοπιστία των στόχων του Προϋπολογισμού 2026 και βελτιώνοντας ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης της νέας δημοσιονομι-κής χρήσης