Οι διεθνείς τάσεις, οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις των εξαγορών στην Ελλάδα

Περισσότερο στόχοι εξαγοράς παρά αγοραστές στο εξωτερικό οι ελληνικές επιχειρήσεις. Τι συζητήθηκε στο Mergers and Acquisitions Summit

Ο Λάμπρος Παπακωνσταντίνου © ΔΤ

Στη συνάντηση των διεθνών τάσεων στο M&A με τις ιδιαίτερες δυναμικές και προκλήσεις των τοπικών αγορών, όπως η Ελλάδα και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, επικεντρώθηκε η συζήτηση «Cross-Border Collaboration: Global Trends and Local Insights in M&A», στο πλαίσιο του Mergers & Acquisitions Summit ΙΙΙ, που διοργανώνει το Money Review της Καθημερινής.

Συμμετείχαν ο Λάμπρος Παπακωνσταντίνου, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ideal Holdings, ο Πάνος Αποστολόπουλος, Partner, Strategy & Transactions στη Deloitte, και ο Γιάννης Παπαδόπουλος, Founding Partner στην EOS Global Investors. Τη συζήτηση συντόνισε ο Αθανάσιος Κατσικίδης, αρθρογράφος στην Καθημερινή.

Ο κ. Λάμπρος Παπακωνσταντίνου αναφέρθηκε στην ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, επισημαίνοντας την πολιτική σταθερότητα και τη σημαντική ρευστότητα που αναζητά αποδοτικές τοποθετήσεις. Τόνισε, ωστόσο, ότι η μεγάλη πρόκληση για τη χώρα είναι η προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών. Όπως σημείωσε, για τις ελληνικές εταιρείες το μέγεθος παραμένει συχνά περιοριστικός παράγοντας, γεγονός που δυσκολεύει την εξαγορά εταιρειών στο εξωτερικό. Για τον λόγο αυτό, εκτίμησε ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες στο να αποτελέσουν οι ελληνικές εταιρείες στόχοι εξαγοράς, παρά να κινηθούν οι ίδιες ως αγοραστές.

Ο κ. Παπακωνσταντίνου στάθηκε επίσης στη σημασία των ανθρώπων και της σωστής προετοιμασίας σε κάθε συναλλαγή. Όπως ανέφερε, όταν μια εταιρεία προχωρά σε μια συναλλαγή, πρέπει να γνωρίζει γιατί το κάνει και ποιος είναι ο τελικός στόχος της, ενώ κρίσιμη είναι και η δυνατότητα συνεργασίας μετά τη συναλλαγή. Περιγράφοντας τη λογική μιας επενδυτικής στρατηγικής με προοπτική, σημείωσε ότι χρειάζεται να αναζητούνται εταιρείες-στόχοι που «έχουν δυνατότητα ανάπτυξης και μπορούν να αποτελέσουν την πλατφόρμα πάνω στην οποία μπορείς να χτίσεις την επόμενη φάση».

Ο κ. Πάνος Αποστολόπουλος ανέδειξε πέντε στοιχεία που καθιστούν την ελληνική αγορά ελκυστική: την οικονομική σταθερότητα, την ανάπτυξη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τη ρευστότητα της αγοράς και τη δυνατότητα exit, τη γεωγραφική θέση της χώρας και την ποιότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και των διοικητικών τους ομάδων. Αναφερόμενος στους κλάδους με έντονη επενδυτική δραστηριότητα, μίλησε για το λογισμικό και την τεχνολογία, την υγεία, την ενέργεια και τις ΑΠΕ, ενώ σημείωσε ότι ενδιαφέρον υπάρχει επίσης στον τουρισμό, στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και στα τρόφιμα και ποτά.

Παράλληλα, ο κ. Αποστολόπουλος επισήμανε τις δυσκολίες που συναντούν οι επενδυτές σε μια αγορά με πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις, καθώς συχνά παρατηρείται έλλειψη των απαραίτητων οικονομικών και λοιπών δεδομένων που χρειάζεται ένας αγοραστής για να αξιολογήσει σωστά μια συμφωνία. Στάθηκε επίσης στη διαπραγμάτευση για το τίμημα και στη λειτουργική ενσωμάτωση των δύο οργανισμών μετά το deal, την οποία χαρακτήρισε «από τις πιο υποτιμημένες προκλήσεις». Όπως ανέφερε, «οι αγοραστές είναι πλέον πιο επιλεκτικοί», ενώ είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν premium για εταιρείες που ηγούνται στον κλάδο τους και διαθέτουν διοίκηση που γνωρίζει πώς να αξιοποιήσει αυτή την υπεροχή.

Ο κ. Γιάννης Παπαδόπουλος σημείωσε ότι στην αξιολόγηση μιας επένδυσης το πρώτο και βασικό κριτήριο είναι οι άνθρωποι. «Μια συναλλαγή είναι σαν ένας γάμος», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές πρέπει να μοιράζονται κοινή λογική και φιλοσοφία για την ανάπτυξη της εταιρείας. Στη συνέχεια, όπως είπε, εξετάζονται η αγορά στην οποία δραστηριοποιείται η επιχείρηση, η δομή της, το επιχειρησιακό δυναμικό και οι προοπτικές της.

Αναφερόμενος στις αποτιμήσεις, ο κ. Παπαδόπουλος σημείωσε ότι η έλλειψη ανθρώπινου κεφαλαίου και υπεραξίας είναι μεταξύ των παραγόντων που συχνά υπερεκτιμώνται από Έλληνες επιχειρηματίες όταν αποτιμούν τις εταιρείες τους. Ως κλάδους με προοπτική ανέφερε τα τρόφιμα, όπου υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα εξαγοράς ελληνικών επιχειρήσεων από ξένες εταιρείες, την αμυντική βιομηχανία, την ιατρική και την υγεία, καθώς και τις υποδομές και την ενεργειακή μετάβαση.