Τη βελτίωση της θέσης της Ελλάδας, τόσο στο τραπεζικό σύστημα όσο και στα δημόσια οικονομικά, αναδεικνύουν δύο νέες αναλύσεις των Morningstar DBRS και Scope Ratings.
Πιο αναλυτικά, σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιστωτικές και πολιτικές πιέσεις, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να μειώνουν το κόστος κινδύνου, ενώ η δημοσιονομική εξυγίανση ενισχύει την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.
Οι ελληνικές τράπεζες βελτιώνονται συνεχώς
Σύμφωνα με την DBRS, οι τράπεζες στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία καταγράφουν τις μεγαλύτερες μειώσεις του κόστους κινδύνου από το 2024, επεκτείνοντας την τάση που διαμορφώθηκε από το 2022. Η ανάλυση περιλαμβάνει 53 ευρωπαϊκές τράπεζες, μεταξύ των οποίων τις Εθνική Τράπεζα, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank.
Ο δείκτης αποτυπώνει τις προβλέψεις για ζημιές από δάνεια, σε ετησιοποιημένη βάση, ως ποσοστό των καθαρών δανείων. Η αποκλιμάκωσή του περιορίζει τη σχετική επιβάρυνση των αποτελεσμάτων και αποτελεί θετική ένδειξη για την εξέλιξη του πιστωτικού κινδύνου.
Ωστόσο, ο καναδικός οίκος αξιολόγησης διευκρινίζει ότι παρά τη βελτίωση, οι ελληνικές και οι ισπανικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν, συνολικά, το υψηλότερο κόστος κινδύνου στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Η Ελλάδα, επομένως, προχωρά στην αποκλιμάκωση, αλλά εξακολουθεί να απέχει από τις αγορές με τις χαμηλότερες επιβαρύνσεις.
Στον αντίποδα του Νότου, ο δείκτης αυξάνεται σταθερά από το 2024 στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στη Σουηδία, αν και από χαμηλά επίπεδα. Η διαφοροποίηση δείχνει ότι η βελτίωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος δεν εξελίσσεται πλέον με ενιαίο ρυθμό.
Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος
Στο σύνολο του δείγματος, το μέσο κόστος κινδύνου υποχώρησε στις 25 μονάδες βάσης στο πρώτο εξάμηνο του 2026, από 30 το 2025 και 28 το 2024. Παραμένει αισθητά χαμηλότερο και από τις 49 μονάδες βάσης του 2019.
Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, 29 από τις 53 τράπεζες εμφάνισαν αύξηση έναντι του 2025. Κατά την DBRS, μέρος των επιβαρύνσεων ενδέχεται να συνδέεται με προσαρμογές στα μοντέλα προβλέψεων για τη σύγκρουση στο Ιράν, την άνοδο των ενεργειακών τιμών και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ο οίκος αναμένει συγκρατημένη αύξηση του κόστους κινδύνου στους επόμενους 12–18 μήνες, καθώς η ΕΚΤ έχει επανεκκινήσει τη νομισματική σύσφιγξη και παραμένουν πιθανές πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων. Το διάστημα αυτό θα δείξει εάν η ανθεκτικότητα των τραπεζών αντανακλά διαρθρωτικά χαμηλότερες πιστωτικές απώλειες ή καθυστέρηση στην εκδήλωση των πιέσεων.
Μέχρι σήμερα, πάντως, η γενικευμένη επιδείνωση που αναμενόταν μετά τις αυξήσεις επιτοκίων του 2022–2023 δεν έχει εμφανιστεί. Η εξυγίανση των ισολογισμών, τα αυστηρότερα κριτήρια χορηγήσεων και η ανθεκτική απασχόληση έχουν λειτουργήσει υποστηρικτικά.
Η Scope ξεχωρίζει τη δημοσιονομική πρόοδο της Ελλάδας
Στο μακροοικονομικό πεδίο, ο γερμανικός οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή επίδοση απέχει από το να είναι ομοιόμορφα αδύναμη. Ελλάδα, Κύπρος, Πορτογαλία και Ισπανία έχουν εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά τους επί σειρά ετών, με την πρόοδο να αποτυπώνεται στις πρόσφατες αναβαθμίσεις.
Η αναφορά στην Ελλάδα υπογραμμίζει ότι οι εθνικές πολιτικές μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά το πιστωτικό προφίλ μιας χώρας, ακόμη και μέσα σε ένα δύσκολο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Σε συνδυασμό με τα ευρήματα της DBRS, προκύπτει μια παράλληλη ενίσχυση της δημοσιονομικής και της τραπεζικής εικόνας, χωρίς αυτό να εξαλείφει τους εξωτερικούς κινδύνους.
Η Scope εντοπίζει δύο βασικά ευρωπαϊκά μειονεκτήματα έναντι των ΗΠΑ: την τεχνολογία και την ενέργεια. Η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια καθιστά την Ευρώπη περισσότερο ευάλωτη στις διακυμάνσεις τιμών, ενώ το υψηλότερο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα.
Η γαλλική αβεβαιότητα αφορά και τις τράπεζες
Η Γαλλία αποτελεί, κατά τη Scope, την κρισιμότερη ευρωπαϊκή περίπτωση για παρακολούθηση τον επόμενο χρόνο. Ο οίκος προβλέπει αύξηση του δημόσιου χρέους κοντά στο 130% του ΑΕΠ έως το 2031, από 116% το 2025, και θεωρεί την πολιτική δυνατότητα εφαρμογής πολυετούς δημοσιονομικής προσαρμογής καθοριστική.
Οι προεδρικές εκλογές του 2027 θα δοκιμάσουν και την ευρωπαϊκή συνοχή. Ενδεχόμενες πολιτικές που αμφισβητούν βασικές ευρωπαϊκές θεσμικές ρυθμίσεις θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη Scope, να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στο ευρώ, στις ευρωπαϊκές τράπεζες και στις επιχειρήσεις.
