Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στην Ευρωζώνη δεν αποτελεί ένδειξη γενικευμένης επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας των χωρών, εκτιμά η Morningstar DBRS, στέλνοντας καθησυχαστικό μήνυμα και για την Ελλάδα.
Ο καναδικός οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι οι πιέσεις στις αγορές ομολόγων οφείλονται κυρίως σε διεθνείς παράγοντες, ενώ ξεκαθαρίζει ότι μια προσωρινή αύξηση του κόστους δανεισμού δεν συνεπάγεται υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Πιο αναλυτικά, σε μια περίοδο έντονων αναταράξεων στις ευρωπαϊκές αγορές κρατικού χρέους, η Morningstar DBRS επιχειρεί να διαχωρίσει την άνοδο των αποδόσεων από την πραγματική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Στη νέα ανάλυσή της, υπογραμμίζει ότι το κύμα πωλήσεων ομολόγων που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο δεν συνιστά γενικευμένη προειδοποίηση για την πιστοληπτική αξιοπιστία των κρατών της Ευρωζώνης.
Τα ελληνικά ομόλογα
Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου αυξήθηκε κατά περίπου 55 μονάδες βάσης μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου και 1ης Οκτωβρίου 2026. Ανάλογη αύξηση σημειώθηκε στην Ιταλία και στο Βέλγιο, ενώ μικρότερες πιέσεις καταγράφηκαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου οι αποδόσεις ενισχύθηκαν κατά περίπου 35 μονάδες βάσης. Αντίθετα, η Γαλλία αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εστία ανησυχίας, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της να αυξάνεται κατά περισσότερες από 70 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 4,92%. Το γερμανικό δεκαετές κατέγραψε μικρότερη άνοδο, κατά 22 μονάδες βάσης, με την απόδοσή του να διαμορφώνεται στο 3,56%.
Η DBRS επισημαίνει ότι οι διαφορές αυτές αντανακλούν την αυξανόμενη προσοχή των επενδυτών στη δημοσιονομική κατάσταση και στην πολιτική σταθερότητα κάθε χώρας.
Παρότι η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες που κατέγραψαν διεύρυνση των spreads έναντι των γερμανικών ομολόγων, η DBRS διευκρινίζει ότι οι οικονομίες της Ευρωζώνης δεν εμφανίζουν τον ίδιο βαθμό ευπάθειας. Όπως εξηγεί, χώρες με πιο ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική και ισχυρότερες προοπτικές ανάπτυξης είναι πιθανό να υποστούν μικρότερες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις από την αύξηση του κόστους δανεισμού.
Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση της Ελλάδας, αν και ο οίκος δεν προχωρά στη συγκεκριμένη έκθεση σε ξεχωριστή εκτίμηση για την πορεία του ελληνικού χρέους.
Αντίθετα, ξεχωρίζει τη Γαλλία ως την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση αυξημένου κινδύνου, λόγω του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος και του κατακερματισμένου πολιτικού περιβάλλοντος, που δυσχεραίνει τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Οι τρεις παράγοντες πίσω από τις πιέσεις
Η DBRS αποδίδει την άνοδο των αποδόσεων σε τρεις βασικές εξελίξεις. Πρώτον, στη διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων διεθνώς, εξαιτίας της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, των ενεργειακών αναταράξεων και των πληθωριστικών κινδύνων. Δεύτερον, στην αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Τρίτον, στη μεταβολή της σύνθεσης των επενδυτών στην αγορά ομολόγων, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα περιορίζει την παρουσία της και μεγαλύτερο μερίδιο αποκτούν επενδυτικά κεφάλαια και hedge funds. Η τελευταία εξέλιξη καθιστά τις αγορές περισσότερο ευαίσθητες στις μεταβολές των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών.
Το σημαντικότερο μήνυμα της DBRS αφορά τη σύνδεση των αποδόσεων με τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Ο οίκος ξεκαθαρίζει ότι μια απότομη αλλά προσωρινή αύξηση των αποδόσεων δεν αποτελεί από μόνη της λόγο υποβάθμισης.
Αντίθετα, πρόβλημα μπορεί να προκύψει εάν το υψηλότερο κόστος δανεισμού διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα και επιδεινώσει ουσιαστικά τη δυναμική του δημόσιου χρέους.
Προς το παρόν, πάντως, η DBRS διαπιστώνει περιορισμένες ενδείξεις χρηματοδοτικής πίεσης. Τον Σεπτέμβριο, οι μεγάλοι εκδότες κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης συνέχισαν να αντλούν κεφάλαια, με τη ζήτηση να υπερβαίνει σημαντικά την προσφορά.
