Τουρισμός: Πώς τα τραπεζικά δάνεια έφτασαν τα 10,9 δισ. ευρώ, η στροφή στα πεντάστερα ξενοδοχεία και η έλλειψη υποδομών

Τα στοιχεία της Eurobank και του ΙΝΣΕΤΕ για τις προκλήσεις του ελληνικού τουριστικού μοντέλου.

©Pixabay

Με τραπεζικά δάνεια ύψους 10,9 δισ. ευρώ, νέες χορηγήσεις που φτάνουν κατά μέσο όρο τα 1,22 δισ. ευρώ ετησίως και επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε μια περίοδο έντονου μετασχηματισμού. Η αναβάθμιση των ξενοδοχείων και η στροφή στην πολυτελή φιλοξενία είναι πλέον εμφανείς. Ωστόσο, πίσω από τη δυναμική των αριθμών αναδεικνύεται μια αντίφαση στον τουρισμό: οι ιδιωτικές επενδύσεις προχωρούν, αλλά οι δημόσιες υποδομές δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσους επισκέπτες μπορεί να προσελκύσει η Ελλάδα, αλλά πόση αξία δημιουργεί κάθε επίσκεψη, πώς κατανέμεται αυτή η αξία και κατά πόσο οι προορισμοί μπορούν να υποστηρίξουν τη συνεχή αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας.

Αυτή η προβληματική βρέθηκε στο επίκεντρο της εκδήλωσης παρουσίασης της νέας μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ, «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», όπου ο Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank, παρουσίασε στοιχεία για την εξέλιξη των επενδύσεων και της τραπεζικής χρηματοδότησης.

Δάνεια στον τουρισμό: Η αύξηση των νέων χορηγήσεων

Η σημαντικότερη μεταβολή καταγράφεται στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων καταλυμάτων και εστίασης, που αποτελούν βασικό τμήμα της τουριστικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που παρουσίασε ο Τάσος Αναστασάτος, τα υπόλοιπα δανείων προς τις επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης έφτασαν τα 10,9 δισ. ευρώ το 2026, από περίπου 10 δισ. ευρώ το 2025.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα των νέων χορηγήσεων. Την τελευταία πενταετία, οι επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης έλαβαν κατά μέσο όρο 1,22 δισ. ευρώ νέων δανείων ετησίως. Παράλληλα, το μερίδιό τους στο σύνολο των νέων τραπεζικών δανείων αυξήθηκε από 8,99% το 2020 σε 15,3% το 2025.

Η μεταβολή αυτή δείχνει ότι ο κλάδος αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: προς ποια κατεύθυνση διοχετεύονται τα κεφάλαια και κατά πόσο συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός περισσότερο παραγωγικού και βιώσιμου τουριστικού μοντέλου;

Περισσότερα πεντάστερα, μεγαλύτερες επενδύσεις

Η αλλαγή αποτυπώνεται στη σύνθεση του ξενοδοχειακού δυναμικού. Όπως ανέφερε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank, μεταξύ 2004 και 2025 ο αριθμός των πεντάστερων ξενοδοχείων αυξήθηκε κατά 6,3 φορές, ενώ το μερίδιό τους στο σύνολο των ξενοδοχειακών μονάδων ενισχύθηκε από 1,6% σε 8,6%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στις κλίνες, όπου τα πεντάστερα αντιπροσωπεύουν πλέον το 26% της συνολικής δυναμικότητας, έναντι 7,8% το 2004.

Η στροφή προς τις υψηλότερες κατηγορίες συνοδεύεται από αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα. Το μερίδιο των καταλυμάτων και της εστίασης στις συνολικές επενδύσεις της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε από 1,52% το 1995 σε 3,26% το 2024, με μέσο όρο περίπου 3,7% την τελευταία δεκαετία.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου 6,2 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στον τουρισμό μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων και στρατηγικών επενδύσεων την περίοδο 2012-2026.

Από την πλευρά του, το ΙΝΣΕΤΕ εκτιμά ότι μόνο το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν επενδύσεις περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 2,8 δισ. ευρώ στον ξενοδοχειακό κλάδο.

Πρόκειται για μεγέθη διαφορετικής μεθοδολογίας, τα οποία ωστόσο καταδεικνύουν τη σημαντική κινητοποίηση κεφαλαίων γύρω από τον τουρισμό.

Η αντίφαση: Πολυτελή ξενοδοχεία, ανεπαρκείς υποδομές

Εδώ εντοπίζεται και μία από τις βασικότερες αδυναμίες του σημερινού αναπτυξιακού μοντέλου. Η δημιουργία ενός ξενοδοχείου υψηλών προδιαγραφών δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αντίστοιχη ποιότητα στον προορισμό όπου λειτουργεί.

Οι υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης, η διαχείριση απορριμμάτων, η ενέργεια, οι μεταφορές και η πρόσβαση αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του τουριστικού προϊόντος. Όταν υστερούν, περιορίζουν την αποτελεσματικότητα ακόμη και των μεγαλύτερων ιδιωτικών επενδύσεων.

Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ αναδεικνύει ιδιαίτερα το πρόβλημα της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, όπου η ανάπτυξη της επιβατικής κίνησης δεν έχει συνοδευτεί από αντίστοιχο εκσυγχρονισμό των συστημάτων και επαρκή στελέχωση.

Παράλληλα, η τουριστική δραστηριότητα παραμένει εξαιρετικά συγκεντρωμένη. Σύμφωνα με τη μελέτη, οκτώ από τις 13 Περιφέρειες συγκεντρώνουν μόλις το 10% των τουριστικών εισπράξεων, ενώ πέντε νησιά υποδέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων.

Έτσι, ενώ ορισμένοι προορισμοί αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις στις υποδομές τους, μεγάλα τμήματα της χώρας παραμένουν εκτός της ισχυρής τουριστικής ανάπτυξης.

Το επόμενο στοίχημα δεν είναι μόνο οι αφίξεις

Στο επίκεντρο της παρέμβασης του Τάσου Αναστασάτου βρέθηκε η ανάγκη μετάβασης σε ένα μοντέλο που θα επιδιώκει μεγαλύτερη αξία ανά τουριστική επίσκεψη, αντί να στηρίζεται πρωτίστως στη συνεχή αύξηση των αφίξεων.

Η κατεύθυνση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, η μέση διάρκεια παραμονής των εισερχόμενων ταξιδιωτών έχει μειωθεί από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025.

Η αναβάθμιση του προϊόντος, η επιμήκυνση της περιόδου και η ανάπτυξη περισσότερων προορισμών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μεγαλύτερης οικονομικής αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποστηριχθούν από τις κατάλληλες υποδομές.

Οι τράπεζες, σύμφωνα με τον κ. Αναστασάτο, βρίσκονται σήμερα σε ισχυρότερη οικονομική θέση και μπορούν να στηρίξουν αυτή τη μετάβαση, τόσο με κεφάλαια όσο και με τεχνογνωσία. Ωστόσο, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις δημόσιες επενδύσεις.

Το μήνυμά του ήταν σαφές: «Ο ιδιωτικός τομέας κάνει ό,τι μπορεί και θα κάνει ακόμη περισσότερα. Θα πρέπει, όμως, να ακολουθήσει και ο δημόσιος τομέας».

Σε αυτή τη διαπίστωση συμπυκνώνεται και το επόμενο μεγάλο στοίχημα του ελληνικού τουρισμού: όχι απλώς περισσότερες επενδύσεις, αλλά επενδύσεις που θα δημιουργούν μεγαλύτερη αξία, χωρίς να εξαντλούν τις αντοχές των προορισμών.