Εντός της εβδομάδας τα νέα μέτρα για τα καύσιμα: Οι παρατάσεις σε diesel και πετρέλαιο θέρμανσης

Η ενεργειακή αναταραχή επαναφέρει στο προσκήνιο τη στήριξη των καταναλωτών. Το κόστος των παρεμβάσεων και οι ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις

Καύσιμα, αντλίες βενζίνης © Freepik

Νέο κύκλο πιέσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις πυροδοτεί η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας, με την κυβέρνηση να ανακοινώνει εντός της εβδομάδας τουλάχιστον την παράταση των μέτρων που ελήφθησαν το προηγούμενο διάστημα για ακόμα 15 μέρες.

Με το φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά να κινείται κοντά στα 94 ευρώ ανά μεγαβατώρα και το πετρέλαιο να παραμένει πάνω από τα 116 δολάρια το βαρέλι, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή αβεβαιότητας για την οικονομία.

Έτσι λοιπόν τις προσεχείς μέρες αναμένονται οι ανακοινώσεις για τις επιδοτήσεις στο πετρέλαιο θέρμανσης, το ντίζελ κίνησης και την αμόλυβδη βενζίνη για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου. Σημειώνεται ότι έως τις 31 Οκτωβρίου η στήριξη ανέρχεται σε 40 λεπτά το λίτρο για το πετρέλαιο θέρμανσης (20 λεπτά από το κράτος και 20 από τα διυλιστήρια), 20 λεπτά για το ντίζελ κίνησης (15 λεπτά από το κράτος και 5 από τα διυλιστήρια) και 10 λεπτά για την απλή αμόλυβδη, από το κράτος. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των τριών παρεμβάσεων για το συγκεκριμένο διάστημα υπολογίστηκε σε 46 εκατ. ευρώ.

Η κυβερνητική στρατηγική βασίζεται στην επανεξέταση των παρεμβάσεων ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.  Το ζητούμενο είναι να περιοριστεί η άμεση επιβάρυνση των καταναλωτών, αλλά και να αποτραπεί η μετακύλιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Η ακριβότερη ενέργεια επηρεάζει τις μεταφορές, την εφοδιαστική αλυσίδα, τη βιομηχανική παραγωγή και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, δημιουργώντας έναν μηχανισμό μετάδοσης των ανατιμήσεων σε ολόκληρη την οικονομία.

Φυσικό αέριο στα 93,8 ευρώ και πετρέλαιο πάνω από τα 116 δολάρια

Η εικόνα στις διεθνείς αγορές εξηγεί γιατί η ενεργειακή ακρίβεια παραμένει ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα. Στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, τα συμβόλαια αναφοράς TTF έκλεισαν στις 23 Οκτωβρίου κοντά στα 93,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας ημερήσια άνοδο άνω του 4%.

Την ίδια ώρα, το Brent, έχει ξεπεράσει τα 116,5 δολάρια το βαρέλι. Τα επίπεδα αυτά διατηρούν την πίεση στο ενεργειακό κόστος, με την πορεία των τιμών να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τις προσδοκίες για την προσφορά και τη ζήτηση, αλλά και τις συνθήκες στις διεθνείς αγορές. Οι διακυμάνσεις των τελευταίων εβδομάδων αναδεικνύουν την ευαισθησία της αγοράς στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού μπορεί να ενισχύσει τις τιμές, αυξάνοντας παράλληλα το κόστος προμήθειας για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Για τη χώρα μας, η εξέλιξη αυτή έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, επιβαρύνει άμεσα τα νοικοκυριά μέσω των καυσίμων και της θέρμανσης. Από την άλλη, δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τον πληθωρισμό, καθώς οι αυξήσεις στην ενέργεια περνούν σταδιακά στο κόστος μεταφοράς, παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στα νοικοκυριά.

Το εύρος των επόμενων παρεμβάσεων θα κριθεί από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, με την κυβέρνηση να διεκδικεί μεγαλύτερη ευελιξία από τις Βρυξέλλες. Στόχος είναι να αξιοποιηθούν 300-400 εκατ. ευρώ από το 1 δισ. ευρώ της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής, το οποίο προορίζεται για επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές προκειμένου να χρηματοδοτηθούν πρόσθετα μέτρα στήριξης. Οι συζητήσεις που θα πραγματοποιηθούν από τις 29 Οκτωβρίου (υπουργού Ενέργειας), το Eurogroup στις 9 Νοεμβρίου και οι συναντήσεις των Ευρωπαίων ηγετών στις 13 και 26-27 Νοεμβρίου θα δείξουν εάν το οικονομικό επιτελείο θα έχει τη δυνατότητα να δώσει περισσότερα για να περιορισθούν οι υψηλές τιμές.

Ο κίνδυνος νέου πληθωριστικού κύματος

Πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις στα καύσιμα, το μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα αφορά τη διάρκεια και την έκταση της μετακύλισης του ενεργειακού κόστους στις τελικές τιμές. Οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις μεταφορές, τη βιομηχανική παραγωγή και την κατανάλωση ενέργειας βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες δαπάνες, τις οποίες δεν είναι πάντα δυνατό να απορροφήσουν χωρίς επιπτώσεις στην κερδοφορία τους.

Σε περίπτωση που οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, μέρος αυτής της επιβάρυνσης θα μεταφερθεί στους καταναλωτές, περιορίζοντας περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη. Παράλληλα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερη πίεση στα περιθώρια κέρδους τους, ιδίως εάν δεν μπορούν να προσαρμόσουν άμεσα τις τιμές πώλησης.