Παράταση στις επιδοτήσεις καυσίμων, χωρίς οριζόντια στήριξη 800.000 νοικοκυριά με φυσικό αέριο

Παράταση των μέτρων για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, την ώρα που οι τιμές του φυσικού αερίου διατηρούν την πίεση στα νοικοκυριά

Βενζίνη, καύσιμα © intime

Η ενεργειακή ακρίβεια παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με το πετρέλαιο να κινείται πάνω από τα 113 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στην Ευρώπη να πλησιάζει τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η κυβέρνηση αναμένεται να ανακοινώσει σήμερα ενδεχομένως και αύριο την παράταση των επιδοτήσεων στα καύσιμα για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις των υψηλών τιμών. Ωστόσο, την ώρα που το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, παραμένει ανοιχτό ένα κρίσιμο ζήτημα που σχετίζεται με 800.000 νοικοκυριά που θερμαίνονται με φυσικό αέριο και τα οποία δεν καλύπτονται από οριζόντια επιδότηση, πέραν όσων δικαιούνται το επίδομα θέρμανσης. Έτσι, ενώ δρομολογείται η συνέχιση των ενισχύσεων στα καύσιμα, σημαντικός αριθμός νοικοκυριών εξακολουθεί να βρίσκεται εκτεθειμένος στο αυξημένο κόστος θέρμανσης.

Όπως προαναφέρθηκε, σήμερα ή αύριο αναμένονται οι ανακοινώσεις από τα συναρμόδια υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την παράταση του ισχύοντος πλαισίου επιδοτήσεων έως τα μέσα Νοεμβρίου. Η απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς ενεργειακές αγορές παραμένουν ιδιαίτερα ευμετάβλητες, εντείνοντας την αβεβαιότητα για το κόστος μετακίνησης και θέρμανσης ενόψει του χειμώνα. Μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2026, η συνολική επιδότηση στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται σε 40 λεπτά ανά λίτρο, εκ των οποίων τα 20 λεπτά καλύπτονται από το κράτος και τα υπόλοιπα 20 λεπτά από τα διυλιστήρια.

Για το ντίζελ κίνησης, η ενίσχυση φτάνει τα 20 λεπτά ανά λίτρο, με κρατική συμμετοχή 15 λεπτών και συνεισφορά 5 λεπτών από τα διυλιστήρια. Στην απλή αμόλυβδη βενζίνη, η επιδότηση ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο και χρηματοδοτείται αποκλειστικά από το Δημόσιο.

Το κόστος των μέτρων διαμορφώνεται σε 48 εκατ. ευρώ, ενώ τα διαθέσιμα κονδύλια, ύψους 300 εκατ. ευρώ, αφήνουν περιθώρια για τη συνέχισή τους. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι πώς θα κατανεμηθούν οι διαθέσιμοι πόροι, εφόσον οι ανατιμήσεις επιμείνουν και οι ανάγκες στήριξης διευρυνθούν.

Φυσικό αέριο και πετρέλαιο σε υψηλά επίπεδα

Η εικόνα στις διεθνείς αγορές εξηγεί γιατί η ενεργειακή ακρίβεια παραμένει ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα. Στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, τα συμβόλαια αναφοράς TTF έκλεισαν κοντά στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ το Brent κινείται στα 113,5 δολάρια το βαρέλι.

Οι διακυμάνσεις των τελευταίων εβδομάδων αναδεικνύουν την ευαισθησία της αγοράς στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τις τιμές, αυξάνοντας το κόστος προμήθειας για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις έχουν διπλή επίπτωση. Από τη μία πλευρά, επιβαρύνουν άμεσα τα νοικοκυριά μέσω των τιμών των καυσίμων και του κόστους θέρμανσης. Από την άλλη, ενισχύουν τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, καθώς οι αυξήσεις στην ενέργεια μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος μεταφοράς, παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων.

Το δημοσιονομικό περιθώριο και οι αποφάσεις των Βρυξελλών

Το εύρος των επόμενων παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και από το εάν θα εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ευελιξία από τις Βρυξέλλες. Στο τραπέζι βρίσκεται η αξιοποίηση 300-400 εκατ. ευρώ από το 1 δισ. ευρώ της ενεργειακής ρήτρας διαφυγής, η οποία συνδέεται με επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν πρόσθετα μέτρα στήριξης.

Οι συζητήσεις ξεκίνησαν χθες σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας, θα συνεχισθούν με το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου και θα κορυφωθούν με τις συναντήσεις των Ευρωπαίων ηγετών στις 13 και στις 26-27 Νοεμβρίου οι οποίοι θα καθορίσουν εάν υπάρχουν  περιθώρια για νέες παρεμβάσεις.

Το ζητούμενο για το οικονομικό επιτελείο είναι εάν θα εξασφαλίσει πρόσθετους πόρους ώστε να περιορίσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η διάρκεια και η ένταση των ανατιμήσεων παραμένουν αβέβαιες. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η στήριξη θα εξακολουθήσει να επικεντρώνεται κυρίως στα καύσιμα ή εάν θα διευρυνθεί ώστε να καλύψει αποτελεσματικότερα και το αυξημένο κόστος θέρμανσης.