Στις 21 Ιουλίου 2022 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ξεκίνησε τον κύκλο της νομισματικής σύσφιξης, αυξάνοντας τα επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης.
Ακολούθησαν διαδοχικές αυξήσεις, με αποτέλεσμα το επιτόκιο καταθέσεων να φτάσει από το -0,50% στο 4% τον Σεπτέμβριο του 2023. Η σύσφιξη αυτή πραγματοποιήθηκε ενώ ο πληθωρισμός είχε ήδη εκτοξευθεί. Τον Οκτώβριο του 2022 έφτασε στο 10,6% στην Ευρωζώνη, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό την ενεργειακή κρίση, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις ανατιμήσεις βασικών αγαθών.
Στη συνέχεια, ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε σημαντικά. Τον Δεκέμβριο του 2024 είχε υποχωρήσει στο 2,4% και τον Δεκέμβριο του 2025 στο 1,9%. Η ΕΚΤ προχώρησε από τον Ιούνιο του 2024 σε σταδιακές μειώσεις των επιτοκίων, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2% τον Ιούνιο του 2025.
Η αποκλιμάκωση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ούτε όμως μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην περιοριστική νομισματική πολιτική. Συνέπεσε με την υποχώρηση σημαντικών ενεργειακών πιέσεων, την ομαλοποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και την εξασθένηση των αρχικών εξωτερικών διαταραχών.
Και κυρίως, η μείωση του πληθωρισμού ΔΕΝ σήμαινε επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Σήμαινε ότι οι τιμές συνέχιζαν να αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό. Για τα νοικοκυριά, μεγάλο μέρος της συσσωρευμένης ακρίβειας παρέμενε.
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της νομισματικής σύσφιξης, το πληθωριστικό πρόβλημα επανέρχεται, αναδεικνύοντας τα όρια μιας πολιτικής που στηρίζεται κυρίως στη διαχείριση της ζήτησης. Στις 11 Ιουνίου 2026, η ΕΚΤ ξεκίνησε νέο κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων, κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25%. Στις 10 Σεπτεμβρίου αποφάσισε νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς το στο 2,50%, με ισχύ από τις 16 Σεπτεμβρίου. Αιτιολογία η ανάγκη συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων και επιστροφής στον στόχο του 2%.
Τι ακολούθησε; Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο και, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση, ανέβηκε στο 4% τον Οκτώβριο. Στην Ελλάδα έφτασε στο 5,6%. Πρόκειται για ποσοστά που απέχουν αισθητά από τον διακηρυγμένο στόχο της νομισματικής πολιτικής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Οκτώβριο του 2026 ο πληθωρισμός στην ενέργεια έφτασε το 20,8%, έναντι 3,3% στις υπηρεσίες. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των ενεργειακών πιέσεων και τα όρια μιας πολιτικής που βασίζεται κυρίως στον περιορισμό της ζήτησης.
Ασφαλώς, κανείς σοβαρός οικονομολόγος δεν περιμένει ότι μία αύξηση επιτοκίων θα μειώσει τον πληθωρισμό μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η επίδραση της νομισματικής πολιτικής χρειάζεται χρόνο.
Ωστόσο, η εμπειρία της περιόδου 2022–2026 επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μια πολιτική που επιχειρεί να θεραπεύσει με εργαλεία περιορισμού της ζήτησης ένα πρόβλημα που σε σημαντικό βαθμό γεννιέται από την πλευρά της προσφοράς;
Ο μηχανισμός των υψηλότερων επιτοκίων είναι συγκεκριμένος. Ακριβότερος δανεισμός, περιορισμός της πιστωτικής επέκτασης, συγκράτηση κατανάλωσης και επενδύσεων. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές και να σταθεροποιηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες.
Ωστόσο, τα τελευταία νομισματικά στοιχεία δείχνουν ότι η πιστωτική επέκταση συνεχίζεται, παρά τη μικρή επιβράδυνση που καταγράφεται σε σχέση με τον Ιούλιο. Τον Σεπτέμβριο του 2026, η προσφορά χρήματος Μ3 αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό 3,5%, όσο και τον Αύγουστο. Τα δάνεια προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξάνονταν κατά 4,2%, έναντι 4,4% τον Ιούλιο. Η ρευστότητα, επομένως, εξακολουθούσε να επεκτείνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιτόκια δεν μπορούν να τη συγκρατήσουν, αλλά ότι η αύξησή τους δεν προσφέρει άμεση λύση στην ακρίβεια.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Ο πληθωρισμός δεν αποτελεί αποκλειστικά νομισματικό φαινόμενο. Η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι περιορισμοί στην παραγωγή και, κυρίως, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε ορισμένες αγορές δημιουργούν συνθήκες στις οποίες οι τιμές μπορούν να παραμένουν υψηλές ακόμη και όταν εξασθενεί η κατανάλωση.
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία για τα επιχειρηματικά κέρδη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ίδια η ΕΚΤ έχει υπολογίσει ότι, στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, η συμβολή των κερδών ανά μονάδα προϊόντος στον εγχώριο πληθωρισμό, όπως αποτυπώνεται στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ, αυξήθηκε στις 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, από μόλις 0,1 το προηγούμενο τρίμηνο. Την ίδια περίοδο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των κερδών ανά μονάδα προϊόντος επιταχύνθηκε από 0,3% σε 2,2%, ενώ η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας επιβραδύνθηκε από 3,5% σε 2,6%. Παράλληλα, η συμβολή του μοναδιαίου κόστους εργασίας στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ μειώθηκε από 2,0 σε 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Με άλλα λόγια, ενώ η συμβολή της εργασίας στον εγχώριο πληθωρισμό περιοριζόταν, εκείνη των επιχειρηματικών κερδών ενισχυόταν αισθητά.
Παράλληλα, το δεύτερο τρίμηνο του 2026, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την ΕΚΤ. Η Eurostat κατέγραψε παράλληλα αύξηση του μεριδίου κέρδους των επιχειρήσεων από 38,4% σε 39% μέσα σε ένα τρίμηνο (ποσοστό του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία). Τα μεγέθη αυτά δεν αποδεικνύουν αυτομάτως αισχροκέρδεια. Δείχνουν, όμως, ότι η συζήτηση για τον πληθωρισμό δεν μπορεί να περιορίζεται στα εισοδήματα, στους μισθούς και στην κατανάλωση των νοικοκυριών.
Άλλωστε, έκθεση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2024, η οποία εξετάζει την εξέλιξη της συγκέντρωσης στις καταναλωτικές αγορές κατά την περίοδο 2012-2019, εντόπισε υψηλή συγκέντρωση επιχειρηματικής ισχύος σε πολλές από τις αγορές που μελετήθηκαν, ιδιαίτερα στα τρόφιμα και στην ενέργεια, ενώ κατέταξε την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με σχετικά υψηλή συγκέντρωση στο εξεταζόμενο δείγμα. Όταν ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος, οι επιχειρήσεις αποκτούν μεγαλύτερη δυνατότητα καθορισμού των τιμών. Και όταν οι ανατιμήσεις παγιώνονται, οι καταναλωτές δύσκολα ανακτούν όσα έχασαν, ακόμη κι όταν ο πληθωρισμός αρχίζει να υποχωρεί.
Η εμπειρία από το 2022 μέχρι σήμερα προσφέρει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων συνέπεσαν με σημαντική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, χωρίς όμως να εξαφανίσουν τη συσσωρευμένη ακρίβεια. Και όταν νέες ενεργειακές πιέσεις εμφανίστηκαν το 2026, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε εκ νέου.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η νομισματική πολιτική απέτυχε παταγωδώς. Αποδεικνύει, όμως, ότι η επιτυχία της στη συγκράτηση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν ταυτίζεται με την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και ότι δεν μπορεί να εξαλείψει τις πραγματικές αιτίες κάθε πληθωριστικής διαταραχής.
Εδώ αναδεικνύεται και το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της Ευρώπης: η απουσία πραγματικής ηγεσίας. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση που διοικείται ολοένα περισσότερο με γραφειοκρατικούς αυτοματισμούς, δείκτες και τεχνοκρατικές συνταγές μοιάζει να χάνει την επαφή της με την κοινωνική πραγματικότητα. Οι αριθμοί αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω τους.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ισχυρό ανταγωνισμό, ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς, αντιμετώπιση καταχρηστικών πρακτικών, ενεργειακή ασφάλεια και εγχώρια παραγωγή. Απαιτεί, με άλλα λόγια, πολιτικές αποφάσεις που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από τις συνεδριάσεις της ΕΚΤ.
Και για αυτές τις πολιτικές αποφάσεις, χρειάζεσαι ανθρώπους με κύρος, συνδεδεμένους με την κοινωνία και όχι τους τωρινούς γραφειοκράτες των Βρυξελλών.
