Όταν ρώτησαν τον Ντόναλντ Τραμπ γιατί όρισε τον Τζεφ Λάντρι, κυβερνήτη της Λουιζιάνα, ειδικό απεσταλμένο για το θέμα της Γροιλανδίας, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έσπευσε να υπενθυμίσει την αγορά της Λουιζιάνα το 1803. Τότε η αμερικανική κυβέρνηση είχε αποκτήσει από τη Γαλλία έναντι 15 εκατ. δολαρίων την περιοχή, μαζί με το Άρκανσο, το Μιζούρι, την Άιοβα, την Οκλαχόμα, το Κάνσας, τη Βόρεια και τη Νότια Ντακότα, καθώς και τμήματα της Μινεσότα, της Μοντάνα, του Ουαϊόμινγκ, του Κολοράντο, του Νέου Μεξικού και του Τέξας.
Αυτή η ιστορική αγορά γης διπλασίασε το μέγεθος των τότε Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική επικράτεια εκτεινόταν πλέον από τον Μισισιπή μέχρι τα Βραχώδη Όρη. Όπως σημειώνει το Faz, οι εκτάσεις που αποκτήθηκαν τότε είναι ελάχιστα μικρότερες σε σύγκριση με τη Γροιλανδία.
Ο Λάντρι δήλωσε σε βίντεο στο Facebook ότι ο ίδιος προέρχεται από οικογένεια Cajun, η οποία στην 300ετή ιστορία της έζησε υπό περισσότερες εθνικές σημαίες από ό,τι οι περισσότεροι Αμερικανοί. Υποστήριξε πως η καλύτερη από τις σημαίες αυτές είναι η αμερικανική, η οποία συμβολίζει την ελευθερία, την ευημερία και την ασφάλεια. Επιπλέον είπε ότι θέλει να μιλήσει με τους ανθρώπους στη Γροιλανδία. Το γεγονός ότι ο κυβερνήτης εκφώνησε τη μικρή του ομιλία φορώντας παραλλαγή δεν πρέπει να εκληφθεί ως σύμβολο επιθετικότητας, διότι αυτή είναι η μόδα στη Λουιζιάνα, σχολιάζει το δημοσίευμα.
Πράγματι, οι οικογένειες Cajun έχουν ζήσει υπό την ισπανική, τη γαλλική και την αμερικανική σημαία. Επιπλέον, μερικές χιλιάδες Γάλλοι άποικοι εκδιώχθηκαν από τη σημερινή καναδική Νέα Σκωτία και εγκαταστάθηκαν στη Λουιζιάνα όταν οι Βρετανοί κατέλαβαν τη χώρα.
«Η αγορά της Λουιζιάνα πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή που οι άνθρωποι στη Βόρεια Αμερική διακινούνταν σαν κάρτες του μπέιζμπολ», περιγράφει ο ιστορικός Πίτερ Κάστορ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον. «Η γη στην οποία ζούσαν παραχωρούνταν από τη μια αυτοκρατορία στην επόμενη χωρίς καμία συγκατάθεση των κατοίκων». Εξήντα χιλιάδες άνθρωποι έγιναν ξαφνικά υπήκοοι της αμερικανικής κυβέρνησης.
Για τον Κάστορ η περίπτωση της Γροιλανδίας δεν αφορά τη γη, αλλά τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Μια απλή εξαγορά χωρίς τη συγκατάθεση των πληττομένων, που επιβάλλει μάλιστα αλλαγή σημαίας, απαγορεύεται κατά την άποψη του καθηγητή.
Όπως κάνει ο Τραμπ σήμερα, έτσι και πριν από περίπου 230 χρόνια Αμερικανοί πολιτικοί εξέταζαν τη στρατιωτική επιλογή προκειμένου να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη Λουιζιάνα και ειδικά το μεγάλης οικονομικής σημασίας λιμάνι της Νέας Ορλεάνης στις εκβολές του Μισισιπή. Μέχρι το 1800 η Ισπανία ήταν η αποικιοκρατική δύναμη εκεί. Μια συνθήκη με την ευρωπαϊκή χώρα προέβλεπε ότι Αμερικανοί έμποροι και αγρότες μπορούσαν να μεταφέρουν τα εμπορεύματά τους στον Μισισιπή με πλοία και να τα αποθηκεύουν στη Νέα Ορλεάνη χωρίς να πληρώνουν δασμούς εξαγωγής. Για τους Αμερικανούς επιχειρηματίες αυτό το «δικαίωμα απόθεσης» ήταν κεντρικής σημασίας.
Όταν διέρρευσε ότι η Ισπανία είχε παραχωρήσει κρυφά τη Λουιζιάνα -συμπεριλαμβανομένου του Μισισιπή- στη Γαλλία, οι Αμερικανοί έγιναν έξω φρενών, αφηγείται ο Κάστορ. Φοβούνταν μια ενισχυμένη γαλλική παρουσία στην ηπειρωτική Βόρεια Αμερική και ανησυχούσαν για το δικαίωμά τους στην απρόσκοπτη ναυσιπλοΐα, καθώς και στην ελεύθερη αποθήκευση εμπορευμάτων. Και πράγματι, το δικαίωμα απόθεσης ανακλήθηκε προσωρινά.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών Αλεξάντερ Χάμιλτον σχολίασε την εποχή εκείνη κάπου με ψευδώνυμο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να «καταλάβουν αμέσως τη Φλόριντα και τη Νέα Ορλεάνη και μετά να διαπραγματευτούν». Το σχέδιο δεν απέτυχε λόγω ηθικών ενδοιασμών, αλλά εξαιτίας της περιορισμένης στρατιωτικής ικανότητας του νεαρού κράτους, εξηγεί ο Κάστορ.
Ο πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον έστειλε αντ’ αυτού τον έμπιστό του, Τζέιμς Μονρόε, ως διαπραγματευτή στο Παρίσι με στόχο να αγοράσει τη Νέα Ορλεάνη και τον Μισισιπή. Το γεγονός ότι ο Ναπολέων Βοναπάρτης άδραξε την ευκαιρία φαίνεται από μια επιστολή του προς τον Μονρόε, με την οποία τον προειδοποιούσε ότι «αυτή η [Νέα] Ορλεάνη είχε αναστατώσει το πνεύμα της Δύσης, υποκινούμενη από κερδοσκοπικά συμφέροντα, προκειμένου να καταστρέψει την ειρήνη μας». Εν ολίγοις: Ο Μονρόε είχε καταδικαστεί σε επιτυχία, αναφέρει το δημοσίευμα.
Αν και οι Αμερικανοί είχαν ελάχιστους μοχλούς πίεσης για να πείσουν τους Γάλλους, στάθηκαν τυχεροί: ξαφνικά για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη η περιοχή έχασε τη στρατηγική της σημασία. Η Αϊτή ήταν η πλουσιότερη κτήση της Γαλλίας στην Αμερική. Η ευημερία της βασιζόταν στη βάναυση δουλεία, που παρήγαγε τεράστιες ποσότητες ζάχαρης και καφέ. Η αποικία ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα μέχρι την επιτυχημένη επανάσταση της Αϊτής. Προκειμένου να την καταστείλει, ο Ναπολέων έστειλε 30.000 στρατιώτες που εξοντώθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, είτε στις μάχες, είτε από ασθένειες. Η Αϊτή δεν μπορούσε πια να κρατηθεί κι έτσι η Νέα Ορλεάνη έχασε την αξία της ως στρατηγικό λιμάνι ανεφοδιασμού για τη Γαλλία.
Επιπλέον, ο Ναπολέων χρειαζόταν χρήματα για επικείμενους πολέμους, ειδικά ενάντια στους Άγγλους. Ως εκ τούτου αποφάσισε να πουλήσει όλη την εν λόγω τεράστια έκταση γης και όχι μόνο τη Νέα Ορλεάνη. Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές αιφνιδιάστηκαν πλήρως από την τροπή που πήραν τα πράγματα, όμως άδραξαν την προσφορά ως μοναδική ιστορική ευκαιρία και συμφώνησαν στην πώληση έναντι 15 εκατομμυρίων δολαρίων. Σήμερα αυτό το ποσό θα είχε αγοραστική δύναμη περίπου στα 430 εκατ. δολάρια.
Όπως αναφέρει το Faz, στα σχολεία της Αμερικής η ιστορία διδάσκεται λίγο διαφορετικά: όλα υποτίθεται πως ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής ιδιοφυΐας του προέδρου Τζέφερσον. Όμως αυτός στον οποίο οφείλονται όσα όλα συνέβησαν είναι ο Ναπολέων. Οι Αμερικανοί ούτε καν γνώριζαν τι ακριβώς είχαν αποκτήσει: Έπρεπε πρώτα να χαρτογραφηθούν τα εδάφη για να συνειδητοποιήσουν τι είχαν αγοράσει.
Στην τεράστια αυτή περιοχή ζούσαν περίπου 50.000 Ευρωπαίοι έποικοι, καθώς και σκλάβοι και αμέτρητοι Ινδιάνοι. Σύμφωνα με τον Κάστορ, οι λευκοί κάτοικοι της Λουιζιάνα χαιρέτισαν τη συμφωνία επειδή τους απέφερε πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Η κυβέρνηση διατήρησε το υφιστάμενο σύστημα δουλείας. Η μεγαλύτερη εξέγερση σκλάβων στην ιστορία των ΗΠΑ έλαβε χώρα το 1811 λίγο έξω από τη Νέα Ορλεάνη και κατεστάλη εν μέρει από τον αμερικανικό στρατό και εν μέρει από την τοπική πολιτοφυλακή. Όλοι οι άλλοι πέραν των λευκών, βίωσαν μια άλλη πραγματικότητα. «Για τους Ινδιάνους η αγορά της Λουιζιάνα ήταν μια καταστροφή: προετοίμασε το έδαφος για αναγκαστικές μετοικήσεις, απαλλοτριώσεις, στέρηση δικαιωμάτων και εν ολίγοις για όλα όσα ακολούθησαν», περιγράφει στο Faz ο ιστορικός.
Το τι μπορούν να μάθουν οι Δανοί και οι Γροιλανδοί από αυτή την ιστορία δεν είναι απολύτως σαφές, σχολιάζει το δημοσίευμα. Αυτό που σίγουρα μπορούν να αποκομίσουν είναι η βεβαιότητα ότι οι Αμερικανοί μπορούν να δράσουν αποφασιστικά. Το 1865 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Δανίας και ΗΠΑ για τις τρεις Παρθένες Νήσους στην κατοχή της Δανίας. Από αμερικανικής πλευράς ηγήθηκε των συνομιλιών ο Ουίλιαμ Σιούαρντ. Ο Σιούαρντ ήταν φανατικός επεκτατιστής που ήδη από τότε έριχνε κλεφτές ματιές στη Γροιλανδία και την Ισλανδία και ήθελε να τις προσαρτήσει. Αργότερα πέτυχε το αριστούργημά του: την αγορά της Αλάσκας από τη Ρωσία.
Οι διαπραγματεύσεις για τις Παρθένες Νήσους στην αρχή απέτυχαν, μετά ξανάρχισαν, εν συνεχεία απέτυχαν και πάλι και τελικά έφτασαν το 1917 στο εξής αποτέλεσμα: Τα τρία νησιά παραχωρήθηκαν έναντι 25 εκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ, όταν ο φόβος για μια γερμανική κατάληψη ώθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ακόμα προσπάθεια. Ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον φοβήθηκε ότι το Βερολίνο θα μπορούσε να προσαρτήσει τη Δανία κι έπειτα, από τις δανικές Δυτικές Ινδίες, να επιτεθεί στις ΗΠΑ.
Ο υπουργός Εξωτερικών Ρόμπερτ Λάνσινγκ προχώρησε τότε στην εξής απειλή: Εάν η Δανία δεν πωλούσε τα νησιά, οι ΗΠΑ θα καταλάμβαναν οι ίδιες την περιοχή για να προλάβουν τη Γερμανία. Και η τακτική του εκφοβισμού λειτούργησε.