Σκάνδαλα και ίντριγκες στην αυλή του Μπολσονάρο, φουντώνει η μάχη με τον Λούλα ενόψει εκλογών στη Βραζιλία

Ο Λούλα διεκδικεί ακόμη μία θητεία στη Βραζιλία και ο Φλάβιο Μπολσονάρο επιχειρεί να κρατήσει ζωντανή την πολιτική κληρονομιά του πατέρα του

Εκλογές στη Βραζιλία, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και Ζαΐρ Μπολσονάρο ©EPA/Sebastiao Moreira

Η Βραζιλία οδηγείται σε ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση την Κυριακή 4 Οκτωβρίου με τη σκιά του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και του Ζαΐρ Μπολσονάρο να παραμένει κυρίαρχη. Ο ένας διεκδικεί νέα θητεία, ο άλλος βρίσκεται στη φυλακή, ενώ ο γιος του επιχειρεί να κληρονομήσει την πολιτική του δύναμη.

Ο φυλακισμένος πρώην πρόεδρος επέλεξε τον γιο του Φλάβιο ως διάδοχο, όμως σκάνδαλα, εσωτερικές συγκρούσεις και η ενίσχυση της Μισέλ Μπολσονάρο, σύζυγος του πρώην προέδρου και σημαντική πλέον πολιτική προσωπικότητα, συγκρούστηκε δημόσια με τον Φλάβιο για κομματικές συμμαχίες και υποψηφίους περιπλέκοντας το πολιτικό τοπίο για την επιστροφή της δυναστείας των Μπολσονάρο στην εξουσία. Οι οικογενειακές συγκρούσεις, οι έρευνες και η μάχη με τον Λούλα αναδιαμορφώνουν τη δεξιά.

Η Βραζιλία μοιάζει να επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο πολιτικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο ηγέτης της αριστεράς που εξακολουθεί να αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς του Εργατικού Κόμματος. Από την άλλη, ο Ζαΐρ Μπολσονάρο, ο πρώην πρόεδρος που, ακόμη και φυλακισμένος και αποκλεισμένος από την εκλογική διαδικασία, συνεχίζει να καθορίζει τη δεξιά.

Όπως εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg, καθώς πλησιάζουν οι επόμενες προεδρικές εκλογές, το παράδοξο γίνεται ακόμη πιο έντονο: ο Λούλα, στα 80 του χρόνια, επιδιώκει τέταρτη θητεία, ενώ ο Μπολσονάρο, που δεν μπορεί να είναι υποψήφιος, έχει επιλέξει τον μεγαλύτερο γιο του, Φλάβιο, για να διεκδικήσει την προεδρία στο όνομα της οικογένειας. Έτσι, η αντιπαράθεση δεν τελειώνει με την αποχώρηση των δύο ανδρών από την πρώτη γραμμή. Αντίθετα, μεταφέρεται στην επόμενη γενιά.

Το σκηνικό είχε ήδη αποτυπωθεί συμβολικά στις αρχές του 2023. Την ημέρα της ορκωμοσίας του Λούλα, ο Μπολσονάρο είχε φύγει για τη Φλόριντα, αρνούμενος να παραστεί στην τελετή. Λίγες ημέρες αργότερα, χιλιάδες υποστηρικτές του εισέβαλαν στο Κογκρέσο, στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο προεδρικό μέγαρο στη Μπραζίλια, επιχειρώντας να προκαλέσουν συνθήκες που θα επέτρεπαν στον στρατό να ανατρέψει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Οι δύο εικόνες συμπυκνώνουν την πολιτική πορεία της χώρας: τη δημοκρατική επιστροφή του Λούλα και την επιθετική αμφισβήτηση του συστήματος από το κίνημα του Μπολσονάρο. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει βρει μέχρι σήμερα τον άνθρωπο που θα μπορούσε να την οδηγήσει στην επόμενη ημέρα χωρίς τον ιδρυτή της.

ΛΟΥΛΑ

Ο πρόεδρος της Βραζιλιάς και υποψήφιος για επανεκλογή Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα σε προεκλογική συγκέντρωση ©ΑΠΕ

Από την εποχή του Λούλα στην κρίση της διαδοχής

Ο Λούλα είχε αποχωρήσει από την προεδρία το 2010 έχοντας αφήσει πίσω του μια περίοδο υψηλής δημοτικότητας. Η οικονομία είχε αναπτυχθεί κατά 7,5% εκείνη τη χρονιά, η χώρα είχε αποπληρώσει το χρέος της προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η κοινωνική πολιτική του είχε διευρύνει την κατανάλωση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων. Το πρόγραμμα Bolsa Família, σε συνδυασμό με την άνοδο των μισθών, είχε συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας μεσαίας τάξης.

Ο τότε πρόεδρος φαινόταν, επίσης, να έχει λύσει το πρόβλημα της διαδοχής. Επέλεξε ως διάδοχο την Ντίλμα Ρούσεφ, πρώην υπουργό Ενέργειας και προσωπάρχη του. Η επιλογή της είχε ένα βασικό πλεονέκτημα: δεν διέθετε ανεξάρτητη πολιτική βάση που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αντίπαλο πόλο εξουσίας απέναντι στον ίδιο τον Λούλα.

Η συνέχεια, όμως, απέδειξε τα όρια αυτής της στρατηγικής. Η Ρούσεφ δεν διέθετε την ικανότητα του Λούλα να διαπραγματεύεται με το Κογκρέσο, να συνθέτει ετερόκλητες συμμαχίες και να ισορροπεί ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες του πολιτικού συστήματος. Παράλληλα, η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, οι μαζικές διαδηλώσεις του 2013 άλλαξαν το κοινωνικό κλίμα και η επιχείρηση Car Wash αποκάλυψε ένα τεράστιο δίκτυο παράνομων πληρωμών που συνδεόταν με την Petrobras, μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες και πολιτικούς από διαφορετικούς χώρους.

Το 2016 η Ρούσεφ καθαιρέθηκε από το Κογκρέσο με αφορμή παραβιάσεις των δημοσιονομικών κανόνων και αντικαταστάθηκε από τον αντιπρόεδρο Μισέλ Τέμερ. Για τους υποστηρικτές της διαδικασίας επρόκειτο για θεσμική λογοδοσία, ενώ οι αντίπαλοί της μιλούσαν για κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνσή της αποκάλυψε την αδυναμία της στρατηγικής του Λούλα: χωρίς οικονομική ευημερία και χωρίς τον ίδιο στο κέντρο της διαπραγμάτευσης, το πολιτικό οικοδόμημα δυσκολευόταν να διατηρήσει τη συνοχή του.

Σύντομα η κρίση έφτασε στον ίδιο τον Λούλα. Καταδικάστηκε για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος το 2017 και το 2018 οδηγήθηκε στη φυλακή, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές. Εκείνο το κενό αξιοποίησε ο Ζαΐρ Μπολσονάρο.

Πώς ο Μπολσονάρο μετέτρεψε την οργή σε πολιτικό κίνημα

Για σχεδόν τρεις δεκαετίες ο Μπολσονάρο ήταν ένας περιθωριακός πολιτικός στο Κογκρέσο. Πρώην λοχαγός του στρατού, είχε γίνει γνωστός περισσότερο για τις προκλητικές δηλώσεις του παρά για το κοινοβουλευτικό έργο του. Η κρίση, όμως, άλλαξε την πολιτική αξία αυτών των χαρακτηριστικών.

Η διαφθορά που αποκάλυψε η Car Wash είχε απαξιώσει το Εργατικό Κόμμα και μεγάλο μέρος του πολιτικού κατεστημένου. Η ωμότητα του Μπολσονάρο άρχισε να παρουσιάζεται ως αυθεντικότητα, η πρόκληση ως ανυπακοή και η επίθεσή του στο σύστημα ως απόδειξη ότι δεν ανήκε σε αυτό. Τα κοινωνικά δίκτυα του επέτρεψαν να παρακάμψει τους παραδοσιακούς μηχανισμούς των μεγάλων κομμάτων και να αποκτήσει εθνική εμβέλεια.

Έτσι δημιουργήθηκε ένας πολιτικός διπολισμός που ενίσχυε και τις δύο πλευρές. Ο Μπολσονάρο οργανώθηκε γύρω από την αντίθεση στον Λούλα, ενώ η άνοδος του Μπολσονάρο ενίσχυσε τη σημασία του Λούλα για την Αριστερά. Ο ένας χρειαζόταν τον άλλον ως πολιτικό αντίπαλο.

Η διαφορά ήταν ότι οι δύο χώροι είχαν διαφορετική σχέση με τη διαδοχή:

  • Το Εργατικό Κόμμα είχε οικοδομηθεί ως μαζική πολιτική οργάνωση, με συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα και τοπικούς μηχανισμούς. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ηγεσία που να μπορεί να αντικαταστήσει τον ιδρυτή του. Ο μπολσοναρισμός, από την άλλη, δεν επιχείρησε ποτέ να κρύψει την προσωποκεντρική φύση του.
  • Ο Μπολσονάρο άλλαζε κόμματα, αλλά η πραγματική σταθερά ήταν η οικογένειά του. Εκεί όπου ο Λούλα προσπάθησε να κατασκευάσει πολιτικό διάδοχο, ο Μπολσονάρο δημιούργησε βιολογικούς διαδόχους.
ΜΠΟΛΣΟΝΑΡΟ

Ο υποψήφιος για την προεδρία στη Βραζιλία Φλάβιο Μπολσονάρο (γιος του Ζαΐρ Μπολσονάρο) ©ΑΠΕ

Βραζιλία: Η πολιτική κληρονομιά περνά στον Φλάβιο

Η δικαστική ιστορία των δύο ανδρών πρόσθεσε μια σχεδόν παράδοξη συμμετρία στην πολιτική ζωή της χώρας, εξηγούν αναλυτες στους Financial Times. Ο Λούλα αποφυλακίστηκε ύστερα από 580 ημέρες, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο άλλαξε τη νομολογία για την κράτηση κατηγορουμένων πριν εξαντληθούν τα ένδικα μέσα. Το 2021 ακύρωσε τις καταδίκες του, κρίνοντας ότι οι υποθέσεις είχαν εκδικαστεί σε λάθος δικαιοδοσία, επαναφέροντας τα πολιτικά του δικαιώματα.

Αργότερα, το ίδιο δικαστικό σύστημα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της έρευνας για την επίθεση της 8ης Ιανουαρίου και της υπόθεσης εναντίον του Μπολσονάρο. Ο πρώην πρόεδρος καταδικάστηκε για απόπειρα ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος του 2022. Η πολιτική ειρωνεία είναι προφανής: ο Λούλα βρέθηκε στη φυλακή όταν κυβερνούσε ο Μπολσονάρο και ο Μπολσονάρο φυλακίστηκε όταν επέστρεψε στην εξουσία ο Λούλα. Σε καμία περίπτωση, όμως, η φυλάκιση δεν αποδυνάμωσε ουσιαστικά την επιρροή τους στα αντίστοιχα στρατόπεδα.

Ο Φλάβιο αποτελεί πλέον την πιο καθαρή έκφραση αυτής της κληρονομικής διαδοχής. Ο 45χρονος γερουσιαστής του Ρίο ντε Ζανέιρο επιλέχθηκε από τον πατέρα του ως υποψήφιος του Φιλελεύθερου Κόμματος. Ο ίδιος αυτοπαρουσιάζεται ως πιο μετριοπαθής εκδοχή του μπολσοναρισμού, ένας «εμβολιασμένος Μπολσονάρο», όπως έχει πει, επιχειρώντας να διατηρήσει τη βάση της οικογένειας χωρίς να αναπαράγει πλήρως την εκρηκτικότητα του πατέρα του.

Ωστόσο, το βάρος του ονόματος είναι διπλό. Από τη μία πλευρά αποτελεί το ισχυρότερο πολιτικό του κεφάλαιο. Από την άλλη, τον υποχρεώνει να συγκρίνεται διαρκώς με έναν πατέρα που εξακολουθεί να διαθέτει εκατομμύρια πιστούς. Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Ζαΐρ Μπολσονάρο, παρομοιάζοντας τη σχέση με εκείνη ανάμεσα στον Πελέ και τον γιο του.

Η προσπάθεια διαδοχής, όμως, δεν εξελίσσεται χωρίς τριγμούς. Η Μισέλ Μπολσονάρο, σύζυγος του πρώην προέδρου και σημαντική πλέον πολιτική προσωπικότητα, συγκρούστηκε δημόσια με τον Φλάβιο για κομματικές συμμαχίες και υποψηφίους. Η αντιπαράθεση έγινε ιδιαίτερα έντονη όταν η ίδια κατηγόρησε τον θετό γιο της ότι την περιθωριοποιεί από τις αποφάσεις του κόμματος.

Η κρίση τελικά αποκλιμακώθηκε ύστερα από διαμεσολάβηση συμμάχων και δημόσια συμφιλίωση, όμως αποκάλυψε ένα βαθύτερο πρόβλημα: η «οικογενειακή επιχείρηση» του Μπολσονάρο δεν έχει έναν απολύτως συμφωνημένο διάδοχο. Η Μισέλ έχει δική της πολιτική βάση, ο Εντουάρντο διατηρεί διεθνείς σχέσεις με την αμερικανική δεξιά, ενώ ο Κάρλος εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή επιρροή στα κοινωνικά δίκτυα.

Σκάνδαλα, Τραμπ και η μάχη για την επόμενη μέρα

Η υποψηφιότητα του Φλάβιο επιβαρύνεται και από μια σειρά υποθέσεων που απειλούν να μετατρέψουν τη συζήτηση για τη διαδοχή σε νέα μάχη γύρω από τη διαφθορά, σημειώνουν αναλυτές στους Financial Times. Στο επίκεντρο βρέθηκε η χρηματοδότηση της ταινίας Dark Horse, μιας παραγωγής που επιχειρεί να παρουσιάσει την πολιτική διαδρομή του πατέρα του ως κινηματογραφικό έπος.

Σύμφωνα με το υλικό, ο Φλάβιο είχε ζητήσει χρηματοδότηση από τον Ντάνιελ Βορκάρο, επιχειρηματία που βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλης έρευνας για απάτη. Η υπόθεση έφερε ξανά στην επιφάνεια τη σχέση πολιτικής, επιχειρηματικών συμφερόντων και προσωπικής προβολής. Ο Φλάβιο αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και υποστηρίζει ότι επρόκειτο για ιδιωτική συμφωνία.

Το σκάνδαλο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία επειδή συνδέεται με την προσπάθεια του Φλάβιο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως διάδοχο ενός κινήματος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το πολιτικό και δικαστικό κατεστημένο. Η αντιπαράθεση με το Ανώτατο Δικαστήριο, και ιδιαίτερα με τον δικαστή Αλεξάντρε ντε Μοράες, αποτελεί βασικό στοιχείο της ρητορικής του.

Την ίδια ώρα, οι αποκαλύψεις γύρω από την Banco Master έχουν αγγίξει και το ίδιο το δικαστικό σύστημα, καθώς διατυπώθηκαν καταγγελίες για ακατάλληλες σχέσεις του Μοράες με τον πρώην ιδιοκτήτη της τράπεζας. Και οι δύο πλευρές αρνούνται οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά. Η υπόθεση, ωστόσο, επιτρέπει στον Φλάβιο να μεταφέρει μέρος της πολιτικής πίεσης από τη δική του έρευνα στη γενικότερη αξιοπιστία των θεσμών.

ΛΟΥΛΑ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΣΙ ΤΖΙΠΙΝΓΚ ΚΙΝΑ

Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο Βραζιλιάνος ομόλογός του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα ©EPA/TINGSHU WANG

Το αποτέλεσμα μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Ο Φλάβιο εμφανίζεται πιο φιλικός προς τις ΗΠΑ και τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ έχει δεσμευθεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Βραζιλίας με την Ουάσιγκτον και με ιδεολογικούς συμμάχους όπως το Ισραήλ και η Αργεντινή. Η επιστροφή ενός Μπολσονάρο στην προεδρία θα μπορούσε, επομένως, να ενισχύσει το δεξιό πολιτικό μπλοκ στη Νότια Αμερική και να προσφέρει στις ΗΠΑ μεγαλύτερη επιρροή στη μεγαλύτερη χώρα της περιοχής.

Από την άλλη, ο Λούλα έχει αντισταθεί στις πιέσεις της Ουάσιγκτον και έχει προειδοποιήσει για ενδεχόμενη αμερικανική παρέμβαση υπέρ της οικογένειας Μπολσονάρο. Η εκλογική αναμέτρηση αποκτά έτσι και γεωπολιτική διάσταση, με δεδομένο ότι Βραζιλία κια Κίνα είναι ιδρυτικά μέλη των BRICS.

Σε εσωτερικό επίπεδο, οι δύο πλευρές προτείνουν διαφορετική εικόνα για το μέλλον. Ο Λούλα προβάλλει κοινωνικά προοδευτική ατζέντα, με έμφαση στους χαμηλότερους εισοδηματικά πολίτες, ενώ οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν για υπερβολικές κρατικές δαπάνες, αδύναμη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και αδυναμία να δώσει νέα αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Ο Φλάβιο αντιπροτείνει περικοπές φόρων και κρατικών δαπανών, πιο φιλοεπιχειρηματική πολιτική και αυστηρότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει την επόμενη αναμέτρηση. Είναι αν η Βραζιλία μπορεί να ξεφύγει από τον πολιτικό κύκλο που δημιούργησαν ο Λούλα και ο Μπολσονάρο.

Αν ο Φλάβιο επικρατήσει, η οικογένεια θα έχει μετατραπεί από προσωποκεντρικό πολιτικό φαινόμενο σε κανονική δυναστεία. Ο ίδιος έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι θα επιδιώξει αμνηστία για όσους καταδικάστηκαν για την απόπειρα ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος και για την επίθεση της 8ης Ιανουαρίου. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να προκαλέσει νέα σύγκρουση με το Ανώτατο Δικαστήριο και να οδηγήσει σε θεσμική κρίση.

Αν, αντίθετα, ο Φλάβιο ηττηθεί, η εποχή Μπολσονάρο ενδέχεται να εισέλθει σε φάση μετάβασης. Η ήττα θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια πιο μετριοπαθή δεξιά, με πρόσωπα όπως ο κυβερνήτης του Σάο Πάολο Ταρσίσιο ντε Φρέιτας. Ταυτόχρονα, το Εργατικό Κόμμα θα αντιμετωπίσει το δικό του πρόβλημα διαδοχής, καθώς δεν διαθέτει προφανή διάδοχο του Λούλα.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία της σημερινής Βραζιλίας. Ο Λούλα προσπάθησε να δημιουργήσει ένα κόμμα που θα επιβίωνε του ιδρυτή του, αλλά τελικά εξακολουθεί να είναι αναντικατάστατος. Ο Μπολσονάρο, αντίθετα, έχτισε εξαρχής ένα κίνημα γύρω από τον εαυτό του και την οικογένειά του, ώστε η πολιτική του παρουσία να συνεχίζεται ακόμη και όταν ο ίδιος βρίσκεται εκτός εκλογικής μάχης.

Η επόμενη εκλογή την Κυριακή 4 Οκτωβρίου, επομένως, δεν θα κρίνει μόνο αν θα παραμείνει ο Λούλα στην εξουσία ή αν θα επιστρέψει η οικογένεια Μπολσονάρο. Θα δείξει αν η χώρα μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό κεφάλαιο ή αν θα συνεχίσει να περιστρέφεται γύρω από δύο άνδρες που, με διαφορετικό τρόπο, εξακολουθούν να καθορίζουν τη δημόσια ζωή της.