Οι μετοχές ναυτιλιακών εταιρειών σημείωσαν αισθητή πτώση στις ευρωπαϊκές αγορές, μετά την απειλή του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να επιβάλει δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, εάν δεν «συνεργαστούν» στο ζήτημα της Γροιλανδίας.
Σύμφωνα με δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, θα επιβληθούν δασμοί 10% στις εισαγωγές από τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, έως ότου υπάρξει -όπως χαρακτηριστικά είπε- «πλήρης και ολοκληρωτική αγορά της Γροιλανδίας». Οι δασμοί αυτοί αναμένεται να τεθούν σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου και να αυξηθούν στο 25% από την 1η Ιουνίου, εφόσον οι Ευρωπαίοι δεν «συμμορφωθούν».
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, με πτώση των μετοχών ναυτιλιακών εταιρειών μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και αυτοκινήτων, καθώς και γενικότερη υποχώρηση των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων. Ο δείκτης Stoxx Europe 600 σημείωσε πτώση περίπου 1%, ενώ οι επενδυτές στράφηκαν στον χρυσό, σε μια κλασική κίνηση αποφυγής ρίσκου λόγω γεωπολιτικής έντασης.
Απώλειες σε πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και αυτοκινήτων
Η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο, η δανέζικη AP Moller-Maersk, είδε τις μετοχές τύπου Β να υποχωρούν κατά 3,5% στις πρωινές συναλλαγές στην Κοπεγχάγη. Στο Όσλο, η MPC Container Ships κατέγραψε πτώση 2,7%.
Ισχυρές απώλειες σημειώθηκαν και στον κλάδο των πλοίων μεταφοράς αυτοκινήτων. Η Wallenius Wilhelmsen υποχώρησε κατά 3,9%, ενώ η Hoegh Autoliners έχασε 3,4%. Στον τομέα των δεξαμενόπλοιων, η Frontline σημείωσε πτώση 2,5% και η BW LPG 3,9%.
Η κλιμάκωση της έντασης έχει ήδη πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέστειλε τη διαδικασία επικύρωσης εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ και, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζει την επιβολή αντιποίνων με δασμούς που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 93 δισ. ευρώ (περίπου 108 δισ. δολάρια) σε αμερικανικά προϊόντα.
Ο αναλυτής της Fearnley Securities, Φρέντρικ Ντίμπβαντ, εκτίμησε ότι εάν οι ΗΠΑ δεν υπαναχωρήσουν, οι απειλές για δασμούς θα μπορούσαν να πλήξουν ιδιαίτερα τις μεταφορές αυτοκινήτων από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ. Παράλληλα, σημείωσε ότι ενδέχεται να επηρεαστούν και οι ροές σιτηρών από τις ΗΠΑ προς την ΕΕ, αν και αυτό θα μπορούσε να μετριαστεί μέσω της πρόσφατα υπογεγραμμένης συμφωνίας Mercosur.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι η Ευρώπη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τυχόν εμπορική σύγκρουση θα μπορούσε να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου.
«Πιστεύουμε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αυξήσει τις αναποτελεσματικότητες στο παγκόσμιο εμπόριο», ανέφερε ο Ντίμπβαντ. «Δυστυχώς, η μεταβλητότητα που προκαλείται από γεωπολιτικές εντάσεις έχει γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Η πιθανότητα να συνεχιστεί αυτή η ασταθής ροή ειδήσεων είναι μεγαλύτερη από το να εκτονωθεί».
Παρ’ ότι το μέλλον παραμένει αβέβαιο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι ιστορικά τέτοιες «αναποτελεσματικότητες» συχνά έχουν ωφελήσει τη ναυτιλία, καθώς δημιουργούν νέες διαδρομές, αυξημένες αποστάσεις και μεγαλύτερη ζήτηση για πλοία. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα η αγορά δείχνει να φοβάται ότι μια νέα εμπορική σύγκρουση ΗΠΑ–ΕΕ θα φέρει αναταράξεις με απρόβλεπτες συνέπειες.